Thursday, January 29, 2009

Ron Jeremy: το πορνογραφικό βάψιμο



(αφιερωμένο στη Μάριον, που λατρεύει τα μεγάλα μεγέθη...) Ο Ron Jeremy αποτελεί, κατά τη γνώμη μας, τη μεγαλύτερη φυσιογνωμία που εμφανίστηκε ποτέ στον χώρο του ένδοξου και λατρεμένου πορνογραφικού κινηματογράφου. Η πορνογραφική κινηματογραφική τέχνη μπορεί, κάλλιστα, να χωριστεί σε προ Jeremy και μετά Jeremy εποχή (πως λέμε πρό Χριστού, μετά Χριστόν – κάπως έτσι…). Κερδίζει, λοιπόν, ένα περιποιημένο αφιέρωμα και από το ταπεινό αυτό ιστολόγιο – και, μάλιστα, με το σπαθί του (ή με το «παλαμάρι» του – για το οποίο περισσότερα παρακάτω…).


Ο Ron κάθε άλλο παρά λαϊκή καταγωγή είχε (όπως πολλοί ενδέχεται, λανθασμένα, να νομίζουν ένεκα επαγγέλματος). Γεννήθηκε και ανδρώθηκε σε μια μεσοαστική οικογένεια, δεμένη και αγαπημένη, που τον ανέθρεψε με πολλή αγάπη και στοργή. Και εκείνος δεν την απογοήτευσε, αφού άφησε έντονο το στίγμα του στον μάταιο τούτο κόσμο. Εβραϊκής καταγωγής η οικογένεια του Ron, παραδοσιακή και αυστηρή, δεν θέλησε να δώσει στην διαπαιδαγώγηση του μονάκριβου γιου της τίποτε λιγότερο από το καλύτερο. Τον σπούδασε, λοιπόν, εκπαίδευση και θέατρο εξασφαλίζοντάς του και μεταπτυχιακές σπουδές (ΒΑ, ΜΑ). Εννοείται, βέβαια, ότι ο νεαρός Ron υπέστη το μαρτύριο της περιτομής επί του – ευμεγέθους – «εργαλείου» του (26 πόντοι, με το συμπάθιο) – του όπλου εκείνου που θα του επέτρεπε να χαράξει το όνομά του με χρυσά γράμματα στις δέλτους της εναλλακτικής καλλιτεχνικής ιστορίας (όχι κυριολεκτικώς, βέβαια, μολονότι σκληρό όργανο και αιχμηρό σαν καλέμι, σύμφωνα με μαρτυρίες κυριών που είχαν την σχετική εμπειρία…).


Ξεκίνησε τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα ως διδάσκαλος σε σχολεία, αλλά, τελικά (έχοντας και πολλές ορμές) φαίνεται πως προτίμησε να διδάξει όλους εμάς κάτι διαφορετικό από ιστορία και γλώσσα: τη μαστορική της ερωτοπραξίας (και, βεβαίως, μιας διαφορετικής, οπωσδήποτε, χρήσης της γλώσσας…). Η εμπνευσμένη αυτή στροφή στην καριέρα του δεν βρήκε σύμφωνη, όμως, την οικογένειά του˙ ο τίμιος, μάλιστα, πατέρας εθίγη από την επιλογή του ευφάνταστου γιου του πιστεύοντας ότι εκθέτει την οικογένεια και φτάνοντας μέχρι του σημείου να τον απειλήσει με φυσική εξόντωση! Το συντηρητικότατο, γεμάτο τικ, κοινό της εποχής σοκαρίστηκε όταν είδε τον νεαρό Jeremy να επιδίδεται σε δράσεις γιομάτες έρωτα και, με το αριστερό χέρι να αναπαύεται πότε στο σβέρκο και πότε στη μέση του στιβαρού αυτού γυμνού κορμιού, να κοιτά το κοινό του, με αυταρέσκεια, μέσα από την κάμερα…


Η τεχνική, όμως, που δόξασε τον Jeremy και έφτασε τη φήμη του στα πέρατα της οικουμένης ήταν η μοναδική τεχνική της auto-fellatio (αυτο-πεολειχίας θα το λέγαμε στα ελληνικά, καθώς οποιαδήποτε άλλη απόδοση του όρου απάδει της αγωγής μας). Η τεράστια μπάκα του μεγάλου μάστορα της πορνογραφικής τέχνης καθόλου δεν τον εμπόδιζε, ώστε να σκύβει ευλαβικά και να επιδαψιλεύει ο ίδιος τις δέουσες τιμές και περιποιήσεις στο τεράστιο όργανό του. Και αυτό άρεσε πολύ και στα κορίτσια, που ουδέποτε έκρυψαν τον θαυμασμό τους γι’ αυτό το νεαντερτάλιο, αλλά φιλότιμο και επιδέξιο, πλάσμα. Πράγματι, ο Ron δεν ήταν (και δεν είναι) εμφανισιακά προικισμένος. Μάλλον βραχύσωμος και συμπαγής, εξαιρετικά τριχωτός σε όλα τα μήκη και πλάτη του κορμιού του (the werewolf of the sex industry), παχύς και αγύμναστος, δύσμορφος, με μαλλί γλίτσα. Το μουστάκι του – σήμα κατατεθέν μαζί με το όργανό του – το διατήρησε ως ένα δείγμα αντίθεσης στα ειωθότα, αφού όλοι γνωρίζουμε ότι η (ισοπεδωτική) μόδα θέλει τους πορνοστάρ άτριχους. Και εδώ επαναστάτης ο δασύτριχος Ron


Ο Θεός, όμως, που είναι κατά βάσιν δίκαιος, ό,τι του αφαίρεσε σε κάλλος, του το προσέφερε απλόχερα σε μέγεθος. Και αυτό ήταν υπερ-αρκετό για τον παχουλό Ron, ο οποίος, κάνοντας λογαριασμό, διαπίστωσε ότι έκανε μεγαλύτερη καριέρα από κάτι φλούφληδες metrosexual πορνοστάρ. Ο μπρούτος και ζωώδης ανδρισμός του ξεχείλιζε από τα μπατζάκια… Διόλου τυχαίο, λοιπόν, το γεγονός ότι ο Ron στέφθηκε πρωταθλητής στον αριθμό εμφανίσεων σε ταινίες πορνό (πάνω από χίλιες), ενώ ο δεύτερος (John Holmes) τον βλέπει – για την ακρίβεια, τον έβλεπε, αφού είναι πλέον μακαρίτης – με το κιάλι… Γι’ αυτό, άλλωστε, και λατρεύτηκε όχι μόνο από το κοινό αλλά και από τις γυναίκες συναδέλφους του: Tabitha Stevens, Kandi Cox, Jasmin St. Claire, Cicciolina και αμέτρητες άλλες – όλες πέρασαν από τον πάγκο του Ron, γευόμενες τους χυμούς του. Καμιά τους δεν εφείδετο εγκωμιαστικών λόγων για τον Ron και ειδικά η ιέρεια του γεροντοφιλικού πορνό Kitty Fox, την οποία, μάλιστα, χάσαμε πρόσφατα (ο Θεός να την αναπαύσει…).


Τον Ron, αν δεν γνωρίζαμε ότι είναι αμερικανο-εβραίος, θα μπορούσαμε, κάλλιστα, να τον θεωρήσουμε ως ομοεθνή μας. Βραχύσωμος, κοιλαράς, «σκόρπιος», πλακατζής, κομπάζων ως προς το μέγεθος του εργαλείου του και τις ερωτικές του επιδόσεις, με χρυσά δαχτυλίδια και αλυσίδες στα χέρια, κορδωμένος και αυτάρεσκος – θα μπορούσε, άνετα, να εκφράζει την ελληνική λεβεντιά… Είναι, άλλωστε, και πολύ μελαχρινός, αν και, πια, το κατάμαυρο χρώμα σε μαλλί και μουστάκι διατηρείται χάριν της μπογιάς, γιατί ο Ron επιδίδεται μετά πάθους στο σπορ της βαφής. Ενδιαφέρον έχει ένας ιδιαίτερος δεσμός του καλλιτέχνη με τη χώρα μας. Αγαπά υπερβολικά τις ελληνίδες, τις οποίες φαίνεται να ξεχωρίζει από τις άλλες φυλές γυναικών. «Οι ελληνίδες είναι οι πιο λαχταριστές» φέρεται ειπών σε έλληνα έμπορο του Las Vegas ο λαοφιλής πορνοστάρ. «Είναι κοντόσωμες και άρα πιο “κουλαντρίσιμες”, ενώ είναι και πολύ τριχωτές. Μερικές, μάλιστα, έχουν μέχρι και ελαφρύ μουστάκι! Αυτό μου αρέσει, γιατί ξυπνά μέσα μου το ζώο… Μου αρέσει, γιατί η τρίχα δείχνει ερωτισμό, αλλά μου θυμίζει και τον εαυτό μου, αφού έχω τρίχες μέχρι… και στην πλάτη. Όταν κάνω έρωτα σε ελληνίδα, είναι σαν να κάνω έρωτα στον εαυτό μου! Είναι μια αίσθηση αντίστοιχη της auto-fellatio» τόνισε, με εξομολογητική διάθεση, ο γεροδεμένος επαγγελματίας του έρωτα. Μεγάλο σουξέ οι ελληνίδες…


Ο Ron Jeremy, alive and kicking, εργάζεται, ακόμη και σήμερα, σκληρά και υπεύθυνα, συνεχίζοντας να χαρίζει στιγμές μεγάλης απόλαυσης και αγαλλίασης στο φιλοθέαμον κοινό. Το τεράστιο όργανο και η ερωτική μαστοριά του αποτελούν τα «διαπιστευτήριά» του… Το γιγαντιαίο εργαλείο-τρυπάνι (που έθελξε, αλλά και τρόμαξε πολλές γυναίκες – συναδέλφους του και μη) δουλεύει ακόμη στην εντέλεια. Το προσόν αυτό, σε συνδυασμό με το κατάμαυρα βαμμένο μαλλί, εξασφαλίζει στον Ron, δεκαετίες τώρα, χρήμα, δόξα και τιμή. Άξιος

 
Ron Jeremy και Kitty Fox σε ερωτικές τρέλες: www.redtube.com/3269

Saturday, January 24, 2009

Θάνος Λειβαδίτης: η περούκα της τιμιότητας



Ο Θάνος Λειβαδίτης γεννήθηκε μια παγωμένη μέρα του 1934 στη μαγευτική Λαμία. Το μέλλον του στον χώρο της Τέχνης ήταν προδιαγεγραμμένο. Ο ευαίσθητος ψυχισμός του, σε συνδυασμό με τις οικογενειακές καταβολές, καθιστούσαν τον δρόμο της καλλιτεχνίας μονόδρομο για τον σεμνό Θάνο. Από οικογένεια με σπουδαία καλλιτεχνική φλέβα (γιος του ηθοποιού Αλέκου και αδελφός του ποιητή Τάσου), η εφηβεία τον βρήκε να σπουδάζει ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου της Αθήνας και μάλιστα δίπλα στον Γιάννη Μόραλη. Η υποκριτική, όμως, ήταν η τέχνη που θα κέρδιζε για τα καλά την καρδιά του Θάνου. Έτσι, αφού αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, δοκίμασε την τύχη του στο λεγόμενο «σοβαρό» θέατρο: Σοφοκλής, Σαίξπηρ, Μολιέρος ήσαν μερικοί μόνο από τους μεγάλους συγγραφείς με τα κείμενα των οποίων αναμετρήθηκε ο Θάνος (με αμφιλεγόμενα, πάντως, αποτελέσματα...), δίπλα σε τιτάνες όπως, μεταξύ άλλων, ο Θάνος Κωτσόπουλος, η Κατίνα Παξινού, ο Αλέξης Μινωτής, ο Δημήτρης Χορν. Τελικά, όμως, αφού δεν ευδοκίμησε και τόσο η περιήγησή του στο χώρο του θεατρικού σανιδιού, στο διάβα του Θάνου βρέθηκε ο κινηματογράφος και η τηλεόραση – μέσα τα οποία τον κατέστησαν δημοφιλή στο πανελλήνιο και του εξασφάλισαν τη λαϊκή αποδοχή και αποθέωση.


Όλοι θυμόμαστε με συγκίνηση τον Θάνο, στις παλιές ασπρόμαυρες ταινίες (Το Φτωχόπαιδο, Φουκαράδες και Λεφτάδες, Παιδί μου δεν Αμάρτησα κλπ.), στο ρόλου του έντιμου πλην πτωχού φοιτητή (πότε της Νομικής, πότε του Πολυτεχνείου) να προσπαθεί να σπάσει τα δεσμά της κατώτερης τάξης στην οποίαν ανήκε και τον κρατούσαν αλυσοδεμένο στα τάρταρα... Μολονότι έντιμος και δουλευτής, η ταπεινή καταγωγή και η ανέχεια της οικογένειάς του τον εμπόδιζαν να ακολουθήσει τον δρόμο για τον οποίον ήταν φτιαγμένος και να νοικοκυρευτεί με τα κορίτσια (συνήθως μεγαλοαστικής καταγωγής) για τα οποία η καρδιά του επάλλετο από έρωτα (ποια κορίτσια, δηλαδή – τη μία και μόνιμη, με την βαριά πελοποννησιακή προφορά γεμάτη glι και gnι, Μέμα Σταθοπούλου…). Τα χαστούκια της ζωής, όμως, τον πείσμωναν και πάντα θα έβρισκε στο τέλος μια λύση, με τη συμπαράσταση του, ταπεινής καταγωγής, πατέρα του (πότε ο Λαυρέντης Διανέλος, πότε ο Παντελής Ζερβός…).


Και στην τηλεόραση, όμως, γνώρισε στιγμής μεγάλης δόξας – κυρίως σε ρόλους αναζητητή της αλήθειας, τιμωρού της παρανομίας και εγγυητή της τιμιότητας (Οι Ιερόσυλοι, Η Έκτη Εντολή, Η ΒεντέταΟι Δίκαιοι, Οι Αξιόπιστοι κλπ.). Πότε ως δημοσιογράφος Άρης Μαρτέλης, πότε ως δικηγόρος Άγγελος Καρνέζης, καταδίωκε την αδικία μέχρι τελικής πτώσεως. Χωρίς δικαιοσύνη, η ζωή ήταν αφόρητη για τον Θάνο ως Μαρτέλη/Καρνέζη, εξ ου και η αταλάντευτη προσήλωσή του στον εντοπισμό και κολασμό του Κακού και της Απάτης… Δεν είχε στοιχεία βεντετισμού ο σεμνός Θάνος. Γι’ αυτό και αυτόπτες μάρτυρες τον θυμούνται, στις ανά την επαρχία περιηγήσεις του για την παρουσίαση θεατρικών έργων, να διαφημίζει ο ίδιος στους δρόμους και τα σοκάκια το έργο του. Έβγαζε από το παράθυρο της μπάνικης (ψευτοσπόρ) λευκής Celica, της οποίας ήταν ο υπερήφανος ιδιοκτήτης, μια μικρή ντουντούκα, διαλαλώντας ο ίδιος, με ταπεινότητα, την καλλιτεχνική του πραμάτεια! Στο τέλος, μετά τις παραστάσεις, κέρδιζε άξια το χειροκρότημα από τους διψασμένους για τέχνη κατοίκους της τίμιας ελληνικής επαρχίας…


Συμπαθέστατη παρουσία ο Θάνος, αγαπήθηκε όσο λίγοι και από το πανελλήνιο και ειδικά από τους φίλους του στην πλατεία Κολωνακίου, της οποίας υπήρξε πιστός φίλος και στην οποία ξημεροβραδιαζόταν… Ειδικά τα τελευταία χρόνια, όταν είχε αφήσει την ηθοποιία (ή τον είχε αφήσει εκείνη – δεν είναι εξακριβωμένο), ο αγαπητός σε όλους Θάνος μπορούσε να διηγείται στις παρέες του ατέλειωτες ιστορίες και παρασκήνια από τα χρόνια της καλλιτεχνικής του ακμής με τις ώρες. Ειδικά, μάλιστα, λίγο πριν το θάνατό του, η αναπόληση ήταν κάτι που του προσέφερε ανείπωτη χαρά (δεν ξέρουμε αν το ίδιο ίσχυε και για τους ακροατές των αναπολήσεων…), οπλίζοντάς τον, ταυτόχρονα, με κουράγιο για να συνεχίσει την πορεία στο κακοτράχαλο μονοπάτι της ζωής… Εκείνο, πάντως, που είχε κάτσει βαριά στον Θάνο ήταν η απώλεια των μαλλιών του. Η απελπισία που ένιωθε γι’ αυτή την έλλειψη τον οδήγησε στον δρόμο της περούκας. Επρόκειτο, δε, για μια (σκουρόχρωμη) περούκα τόσο κακοκατασκευασμένη και ψεύτικη, απολύτως αναντίστοιχη με την ηλικία του, που του καθόταν επάνω στο κεφάλι σαν χελιδονοφωλιά. Το συμπαθές, όμως, του χαρακτήρα του μετρίαζε, αναμφίβολα, τις αρνητικές εντυπώσεις και το ελληνικό κοινό τού συγχωρούσε αυτή την κακόγουστη επιλογή. Ο θάνατος συνάντησε τον Θάνο Λειβαδίτη μια φθινοπωρινή ημέρα του 2005. Εκεί έπεσε αυλαία για τον συμπαθή και δημοφιλή ηθοποιό. Με το θάνατό του, το πανελλήνιο έχασε ένα λαϊκό είδωλο, η τέχνη της υποκριτικής έναν σεμνό, ακάματο εργάτη – και η πλατεία Κολωνακίου έναν πιστό θαμώνα…

/σχετικά άρθρα/
Γιώργος Κωνσταντίνου: το αξιοθρήνητο βάψιμο

Monday, January 19, 2009

Terry Thomas: το αριστοκρατικό βάψιμο



Μετά το αφιέρωμα στον φρικαλέο Πάνο Παναγιωτόπουλο (που μας άφησε μια δυσάρεστη, στυφή επίγευση), ας αποκαθαρθούμε με κάτι ολωσδιόλου διαφορετικό – σε στυλ και σε ουσία (το στυλ είναι η ουσία, βεβαίως, αλλά ας μην περιηγηθούμε στις ατραπούς μιας τέτοιας συζήτησης…). Κυρίες και κύριοι: Terry Thomas, το, χωρίς αμφιβολία, αριστοκρατικό βάψιμο!


Ο μεγαλειώδης Terry ανήκει, το δίχως άλλο, σε μια διαφορετική, ευγενέστερη εποχή. Οι πιο ευαίσθητοι εξ ημών την αναπολούμε (χωρίς, ωστόσο, λόγω ηλικίας, να την έχουμε ζήσει) με νοσταλγία και – γιατί όχι – με φθόνο: χειροφιλήματα, κομψά ενδύματα, γάντια, brylcreem, bowlers, doffing (ο περίφημος χαιρετισμός δια του ελαφρού αγγίγματος ή ανασηκώματος του καπέλου), χειροποίητες (μαύρες και μόνο μαύρες) ομπρέλες, φουλάρια, plus twos /plus fours, κομψά νυχτοπερπατήματα με τζαζ και (ευγενικό) χορό στα cabaret you get the picture



Σ’ αυτές τις ένδοξες, κομψότατες εποχές, κατά τις οποίες η υψηλή (όσο και απολεσθείσα) τέχνη του gentlemanship βρισκόταν στο απόγειό της, ακόμη και η ατιμία είχε το στυλ της˙ ουδεμία σχέση με τη σημερινή vulgarité, όπου η απάτη αποτελεί υπόθεση φρικτών, αντιαισθητικών, ακορέστων κοστουμάκηδων ή λούμπεν στοιχείων – ακαλλιεργήτων, κακοντυμένων, ακαλαισθήτων…


Ο (ασφαλώς βρετανικής καταγωγής) Terry Thomas (γεννηθείς το 1911 στο Λονδίνο), με τους τρόπους, την κομψότητα και το εν γένει μεγαλείο του ήλθε να ενσαρκώσει τον δανδή απατεώνα της upper class – και έφερε εις πέρας τον σκοπό του με αξιοπρόσεκτη επιτυχία. Σήμα κατατεθέν του η κομψοτάτη πίπα σιγαρέτων, που στηρίζεται – με περίσσια χάρη – ανάμεσα στα λεπτά, μακριά δάκτυλα του αριστοκράτου-απατεώνος˙ επίσης, οι ρόμπες, τα pinstripe κοστούμια (για τις περιηγήσεις εντός του άστεως) και τα tweed (για τις εξοχικές εξορμήσεις του σαββατοκύριακου)… Τα bespoke κοστούμια του παραγγέλνονταν στη Savile Row, στο Mayfair, ενώ υποκάμισα και γραβάτες αυστηρώς από Jermyn Street. Ακόμη και τα εσώβρακά του (άνετα και, πάντοτε – ασφαλώς – λευκά) ήσαν χειροποίητα…


Φυσικό χαρακτηριστικό του, αυτό το (όχι και τόσο ανεπαίσθητο) κενό στους εμπροσθίους οδόντας του δημοφιλούς ηθοποιού. Ενώ, συνήθως, το συγκεκριμένο κενό ταυτίζεται, από ειδικευμένους φυσιογνωμιστάς, με την κάπως περιορισμένη νοημοσύνη, στην περίπτωση του Terry Thomas κάθε άλλο παρά αυτό ίσχυε (τέρας ευφυίας ο Terry). Γνωστή, επίσης, η φιλοπαίγμων διάθεση του κορυφαίου ηθοποιού – σε αντίθεση με τον κατατονικό και καταθλιπτικό χαρακτήρα άλλων μεγάλων κωμικών...


Από την περσόνα αυτή δεν θα μπορούσε να λείπει και το στοιχείο της λατρείας προς το «ασθενές φύλο». Λάτρης της γυναικείας χάριτος ο Terry, θυσίαζε τα πάντα χάριν του θησαυρού που ονομάζεται τρυφερή γυναικεία σάρξ. Ελάτρευε ιδιαιτέρως τα μακριά πόδια και τα μεγάλα, τροφαντά στήθη, ενώπιον των οποίων έχανε το φως του… Αυτός ήταν και ο λόγος που ο γάμος του με την νοτιοαφρικανή σκουρόχρωμη γαζέλα Ida Patlanski δεν μπόρεσε να στεριώσει. Ο είλωτας του αιδοίου, Terry, δεν μπορούσε να προσφέρει αποκλειστικότητα. Την χάρη, το στυλ και την κορμοστασιά του έπρεπε να την απολαύσουν και άλλες γυναίκες – όσο το δυνατόν περισσότερες. Δίκαιη, λοιπόν, η απόφασή του να αποφεύγει, έκτοτε, τις δεσμεύσεις…


Κάπου εκεί, έρχεται να ενταχθεί και η συνήθεια της βαφής της κόμης (κόμης ταιριαστής με το εξαίσιο, διακριτικό μουστάκι) – μια αισθητική παρασπονδία, που συγχωρούμε, βεβαίως, στον δανδή ηθοποιό. Γιατί, στόχος του ήταν πάντοτε η – με τα μέτρα της εποχής – αισθητική τελειότητα. Δεν ήταν, λοιπόν, δυνατόν, να επιτρέψει σε μερικές λευκές τρίχες να του χαλάσουν την αψεγάδιαστη εικόνα, που με τόσο κόπο φιλοτεχνούσε. Να που, τελικώς, όλα τα ζητήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται διαλεκτικώς. Το βαμμένο μαλλί δεν είναι και πάντα κάτι το… αξιοκατάκριτο $%$*^*. Η παραδοχή αυτή καταδεικνύει, βεβαίως και το δικό μας μεγαλείο ψυχής: δεν είμαστε μονομανείς και εμπαθείς, απορρίπτοντας αδιακρίτως το βαμμένο μαλλί (θα έλεγα, μετά από μια τέτοια επισήμανση, ότι δεν είμαστε ούτε και σεμνοί, αλλά ούτε και ειλικρινείς…). (υιός: Πατέρα, ο ελέφαντας πετάει;/αυριανιστής πατέρας: Πού άκουσες, παιδί μου, τέτοιες ανοησίες;/υιός: Το διάβασα στην Αυριανή, πατέρα.../αυριανιστής πατέρας: Έ, να σου πω… Μια πετάει, μια δεν πετάει… – αυτά για την μεροληψία μας κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε…).


Ο gentleman Terry Thomas ετίμησε – κυρίως – την ανυπέρβλητη βρετανική κωμωδία όσο ολίγοι. Εχάρισε στο πολυπληθές κοινό του στιγμές μεγάλης απολαύσεως (και – θα τολμούσα να πω – μεταρσιώσεως). Επέταξε, όμως, εις τους ουρανούς μια αποφράδα ημέρα του 1990... A man of great calibre (για να το εκφράσουμε στη γλώσσα που καταξίωσε αυτόν τον μεγάλο της υποκριτικής τέχνης και του στυλ), θα μείνει για πάντα ζωντανός στη μνήμη μας. Κάθε φορά που θα τον απολαμβάνουμε στις οθόνες μας, ένα σφίξιμο στο στομάχι θα μας θυμίζει ότι η εποχή στην οποίαν μεγαλούργησε ο εστέτ Terry έχει περάσει ανεπιστρεπτί… Terry Thomas: μια εξαιρετική φυσιογνωμία, ένας κομψός γυναικάς – ένας μεγάλος, αριστοκρατικός βαψομαλλιάς…

Wednesday, January 14, 2009

Πάνος Παναγιωτόπουλος: το αυτάρεσκο και αντιπαθητικό βάψιμο (μετ’ εμφυτεύσεως)



Αφού ζητήσουμε συγγνώμη για την ολιγοήμερη απουσία μας στα Λονδίνα (για τις ανάγκες μια μικράς εμφυτεύσεως εις την κορυφή της κεφαλής στην κλινική Hurlingham) και αφού επιστήσουμε την προσοχή στους απαγωγείς του πλοιοκτήτου Παναγοπούλου ότι ο συμπαθής ισχυρός άνδρας του εφοπλισμού εκτός από τα φάρμακά του έχει ανάγκη και την βαφή του (συγγνώμη για το κάπως vulgar αστείο), ας στρέψουμε την προσοχή μας σε έναν θεό της τέχνης της βαψομαλλίασης, τον (κατά δήλωσίν του) «πάντα δημοσιογράφο» και νυν και αεί πολιτευόμενο Πάνο Παναγιωτόπουλο. Για τον Πάνο Κόκκινο Πάνο, ή Πανάρα ή Κοντο-πάνο – λογοπαίγνιο σχετιζόμενο με το ύψος του) θέλαμε να γράψουμε από την πρώτη στιγμή που ξεκινήσαμε αυτή την κοπιώδη προσπάθεια ξεμπροστιάσματος των γραφικών βαψομαλλιάδων. Του άξιζε, όμως, ένα μεγάλο κείμενο˙ εμάς, όμως, μας διακατείχε μια σχετική μουργέλα. Να, τώρα, που οι συνθήκες ωρίμασαν (όπως και ο Πάνος – δυστυχώς, όμως, εκείνος μόνο ηλικιακά) και έφτασε η ώρα για την δέουσα προσωπογραφία σε έναν Μεγάλο. Την κατανόησή σας, λοιπόν, για το μέγεθος του profile, αλλά μια φορά γράφουμε για έναν Πάνο Παναγιωτόπουλο και τα μολύβια παίρνουν φωτιά… Ο Πάνος αποτελεί περίπτωση one of a kind. Προσωπικώς, θεωρούμε ότι αποτελεί μια οιονεί μασκώτ της Ελλάδος (ειδικά στην κατηγορία «πολιτικοί-βαψομαλλιάδες»). Θα λέγαμε, μάλιστα, ότι ο Πάνος είναι ο «Mr Ελληνικός Σωματότυπος» [«το σωματότυπο» (sic), όπως αναφέρει την λέξη ο "δημοσιογράφος" Άρης Σπίνος, αλλάζοντας γένος – και αλλάζοντας, γενικώς, την παναγία σε γραμματική και συντακτικό από το Αποκαλυπτικό Δελτίο του Extra διαύλου], αλλά εκφράζει και την αντιπροσωπευτική ψυχοδομή του «μέσου» Έλληνος. Βραχύσωμος και μελαχρινός, ως προς την εμφάνιση, αυτάρεσκος, πομπώδης, πείσμων, ξερόλας, δοκησίσοφος, εξυπνάκιας, φανφαρόνος, συμπλεγματικός, ως προς την συμπεριφορά.


Τα δείγματα του χαρακτήρα του ήσαν εμφανή ήδη από τα σχολικά του χρόνια. Η αντιπάθεια που προκαλούσε η ξερολίαση του μικρού Πάνου ξεπερνούσε κάθε όριο. Οι συμμαθητές του φαίνεται να τον θυμούνται με αισθήματα αποστροφής. Συχνά έπαιρνε τον λόγο από τους συμμαθητές του αυθαίρετα (ήθελε να μιλά μόνο εκείνος και, μάλιστα, ακαταπαύστως), ενώ ένα επιπλέον χαρακτηριστικό του υπήρξε η συνήθειά του να σηκώνει το χέρι στην τάξη για να απαντήσει, επαναλαμβάνοντας απλώς, υπό μορφή συμπιλήματος και δίχως ίχνος πρωτοτυπίας, ό,τι είχαν απαντήσει προηγουμένως άλλοι μαθητές. «Αφόρητη η εκνευριστική αυτή συνήθεια του Παναγιωτόπουλου», θυμάται παλαιός συμμαθητής του – έμπορος την σήμερον. «Μου ερχόταν να τον στραγγαλίσω. Πολύ αντιπαθητικός τύπος, από τότε… Πιστεύω ότι διακατεχόταν από έντονα συμπλέγματα μειονεξίας. Είχε μικρό ανάστημα, ήταν άσχημο παιδί και ήταν επίσης εντελώς άτριχος. Ένιωθε μειονεκτικά προσπαθώντας να επιβληθεί μέσω άλλων οδών». Και πράγματι, στα ζητήματα φυσικού κάλλους, ο Πάνος δεν φάνηκε τυχερός. Ο Πανάγαθος εστάθη φειδωλός ως προς τα φυσικά χαρίσματα που εδώρισε στον δύσμοιρο Πάνο, όθεν και το θρυλούμενο αίσθημα μειονεξίας, από το οποίο, προφανώς, προέρχεται το αλαζονικόν και το ανασφαλές του χαρακτήρος του.


Οι τσάτρα-πάτρα γνώσεις που απέκτησε ο Πάνος κατά την πανεπιστημιακή του εκπαίδευση (σπουδές πολιτικού μηχανικού και Νομικής – τι εμπνευσμένος συνδυασμός…), καθώς και η φανερή κλίση του προς τον ακατάσχετο βερμπαλισμό τον οδήγησαν, αναπόφευκτα, στον σεπτό χώρο της δημοσιογραφίας. Ο λογιοτατισμός, η πομπώδης ασημαντολογία και η στραμπουληγμένη γλώσσα που χρησιμοποιούσε (και χρησιμοποιεί) η ελληνική «πολιτική» δημοσιογραφία μίλαγαν στην καρδιά του Πάνου και στο «πολιτικό ρεπορτάζ» ο αδολέσχης βουλευτής βρήκε το λιμάνι του. Ως πολιτικός συντάκτης, πλέον, ο Πάνος λιγουρεύτηκε την είσοδο σε ένα μεγάλο πολιτικό τζάκι. Και βρήκε τον τρόπο, μέσω της αγαπημένης κόρης του Νανά Τσαλδάρη, Μάουζι. Η μητέρα της, Πανδώρα, φαίνεται ότι δεν ενέκρινε αυτή τη σχέση, ούτε, βεβαίως, την προοπτική του γάμου. Προόριζε τη θυγατέρα της για κάτι καλύτερο, για κάτι... υψηλότερο (όχι, αναγκαστικώς, ως προς το φυσικό ύψος…). Ο Νανάς, όμως, δέχτηκε την επιλογή του βλασταριού του και ο γάμος συνετελέσθη. Από εκεί και πέρα, με τις πλάτες του πεθερού του, ο Πάνος αρχίζει μια τρελή επαγγελματική κούρσα, που του εξασφαλίζει ξέφρενη άνοδο (πάντα με βάση τα ελληνικά δεδομένα και κριτήρια, γιατί αλλιώς…). Εφημερίδες, ραδιόφωνα, περιοδικά, τηλεοράσεις – όλα τα μέσα γνώρισαν την δημοσιογραφική αξία ενός Πάνου Παναγιωτόπουλου και εκείνος κωλοκάθησε σε πολλές δημοσιογραφικές καρέκλες (πολλές από τις οποίες ξεχαρβάλωσε λόγω του βάρους του, αλλά αυτά παρακάτω…). Πολιτική: Μια Υπόθεση που θα μπορούσε να είναι μέχρι και Ροκέως και ροκ» – «το μέχρι είναι χρονικό» – τον διόρθωνε ο διευθυντής του Αθήνα 9.84, Γιάννης Τζανετάκος) και Προφίλ υπήρξαν οι μεγάλοι του δημοσιογραφικοί σταθμοί. Η Μάουζι φαίνεται ότι πολύ ταλαιπωρήθηκε από αυτόν τον γάμο και τον αυταρχικό χαρακτήρα του Πάνου (να και πάλι το «σύνδρομο του Ναπολεόντος» που το έχουμε θίξει με άλλη αφορμή). Τελικά, ο γάμος ελύθη, προ ετών, με την ανακούφιση ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της εύθραυστης Μάουζι, η οποία βρήκε απάγκιο στη ζεστή αγκαλιά γνωστού κοσμηματοπώλου των Αθηνών.


Δεινός raconteur (που λέει ο λόγος…), ο φαφλατάς Πάνος διατείνεται ότι ο θηλυκός πληθυσμός δεν μπορεί να αντισταθεί στη γοητεία του λόγου του (το γνωρίζουν, άραγε, οι γυναίκες;). Ανεζήτησε, λοιπόν, τον έρωτα (και την «αποκατάσταση») αυτή τη φορά στο πρόσωπο της Αικατερίνης Λαλαούνη, της γνωστής οικογενείας των κοσμηματοπωλών. Πάντοτε επώνυμες και εύπορες οικογένειες βρίσκονταν στο διάβα του Πάνου. Όλως συμπτωματικώς, χωρίς αμφιβολία… Ο πατήρ Λαλαούνης, όμως, έθεσε βέτο στην προοπτική γάμου, θεωρώντας τον Πάνο ως ακατάλληλο για την λατρεμένη κόρη του. Η απόρριψις αυτή συνέτριψε την ψυχή του επηρμένου δημοσιογράφου. Τελικώς, ο γάμος, πράγματι, δεν έλαβε σάρκα και οστά, διελύθη και ο απλούς δεσμός, και έτσι ο Πάνος έμεινε μπουκάλα… Ταφόπλακα στην δημοσιογραφική καριέρα του Πανάρα στάθηκε η γνωστή εκπομπή με τον Βασίλη Λεβέντη και τις πίτσες στον ANT1. Ο οιηματίας δημοσιογράφος βρήκε τον μάστορή του στο πρόσωπο του «Προέδρου» και έτσι το επάγγελμα τον εξέβρασε. Πόσο ταιριαστό, ειρωνικό τέλος για τον κομπορρήμονα Πάνο


Ακολούθως ενεπλάκη, ένεκα γνωριμιών και «αντιπαροχών», στην πολιτική με το κόμμα της ΝΔ, χωρίς να αφήσει κάποιο ιδιαίτερο στίγμα, πέρα από τον, χωρίς όρια, βερμπαλισμό. Κορυφαία, κατά τη γνώμη μας, στιγμή του, όταν, σε ανοιχτή συγκέντρωση όπου ομιλούσε, ένα… αυγό ήλθε να προσγειωθεί στο ατσαλάκωτο blazer του Πάνου, κάνοντας θρύψαλα τον εγωισμό του. Η τηλεοπτική μετάδοση του περιστατικού τον καταρράκωσε… Η αποτυχία του στην πολιτική σφραγίστηκε με την αποπομπή του από την θέση του Υπουργού Απασχολήσεως κι από τότε δεν μπορεί να σηκώσει κεφάλι… Και μια που αναφερθήκαμε στο κεφάλι, να επισημάνουμε ότι η τεράστια ανασφάλεια και το σύμπλεγμα μειονεξίας που κατατρύχει τον Πάνο φαίνεται και από την αντιμετώπιση στο θέμα «μαλλιά». Ήταν πολύ γνωστό ότι ο δημοσιογράφος είχε αποφασίσει να στήσει «Γραμμή Μαζινό» ως προς την επέλαση των λευκών τριχών. Έτσι, από σχετικά νεαρή ηλικία, ξεκώλωνε στο βάψιμο το τριχωτό της κεφαλής του. Κόβει, μάλιστα, και πολύ κοντές τις φαβορίτες, ώστε να μην φαίνονται λευκές τρίχες (παρ’ όλα αυτά το λευκό είναι εμφανές…). Και όχι μόνον αυτό. Ο αθεόφοβος Πάνος, καθότι άρχισε να χάνει τρίχες στο εμπρόσθιο κυρίως μέρος της κεφαλής, προχώρησε (παραπάνω από μια φορά) στην απέλπιδα «λύση» της εμφυτεύσεως. Εδώ και χρόνια, η κεφαλή του αποτελεί θέμα γλαφυρού σχολιασμού μεταξύ βουλευτών και δημοσιογράφων, καθιστώντας τον Πάνο τον περίγελω του κοινοβουλίου… Εκείνος, όμως, επιμένει στη λύση βαφής και «τριχοπροσθέσεως», παρουσιάζοντας κόμη που ομοιάζει με κράνος. Το ψυχολογικό του κενό είναι τεράστιο για να αντιληφθεί το γελοίον του πράγματος…


Ο Παναγιωτόπουλος είναι δεινός κοσμικός. Κανένα βράδυ δεν κάθεται μέσα να ησυχάσει, να σκεφτεί, να διαβάσει κανένα βιβλίο. Η ανασφάλειά του τον οδηγεί στις κοσμικές λεωφόρους, με σκοπό την αναζήτηση της συνεχούς επιβεβαιώσεως. Ο Πάνος, όμως, αποτελεί μια ατόφια λαϊκή φλέβα. Κοσμικός Αθηναίος ενθυμείται ότι κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου του 2004, διοργάνωσε, προς τιμήν του πολιτευομένου, soiree. Η συμφωνική μουσική που έντυνε ηχητικά την εκδήλωση (σε χαμηλή, διακριτική ένταση) δεν άρεσε στον μερακλή Πάνο, ο οποίος, σε μια έξαρση λαϊκότητος, εζήτησε (κάπως αγενώς και τραμπουκοειδώς είν’ η αλήθεια) από τον ευγενή οικοδεσπότη να αλλάξει τη μουσική. «Άσε αυτά και βάλε λίγο Μητσάκη» φαίρεται να πρόσταξε ο γίγας της (μικρο) πολιτικής. Σε δυο τρία λεπτά το «φτωχό κομπολογάκι μου» δονούσε τους τοίχους της καλόγουστης μονοκατοικίας – πράγμα που οδήγησε τον Πανάρα στο να ρίξει και τις γυροβολιές του κρατώντας το (πανταχού παρόν) χονδρό κιτρινωπό κομπολόι του – το σήμα κατατεθέν του (μαζί με το βαμμένο, εμφυτευμένο μαλλί, βεβαίως)…


Ο Πάνος, όμως, είναι και ένα κινητό τικ. Για τι να πρωτομιλήσει κανείς… Για το φρύδι που πηγαίνει πάνω-κάτω δίκην εμβόλου; Για την χαρακτηριστικότατη κίνηση, όπου με τον δείκτη ή τον μέσο στερεώνει στην μύτη του τα ματογυάλια κάθε τρεις και λίγο; Για το σαγόνι που τινάζεται προς τα έξω; Ή μήπως για το εκνευριστικά επαναλαμβανόμενο χαμόγελο, με το οποίο κλείνει κάθε του λέξη, κάθε του φράση, ανεβάζοντας την πίεσή μας στα ύψη… Επί του θέματος, ο γνωστός Αποδυτηριάκιας, σε συνέντευξή του στον Στάθη Ταγκαρουσιάνο, είχε αποφανθεί: «…Αλλά εκεί (σ.σ. στην TV) έγινε νούμερο ένα ένας Παναγιωτόπουλος! – ένας άνθρωπος χωρίς άρθρωση, με ένα σωρό τικ… – και να σου λένε ότι αυτό το πολύ σιδερωμένο, πολύ σοβαρό, πολύ αρχιδέ στυλ είναι η καλύτερη εκπομπή. Είναι φοβερό!» (Ελευθεροτυπία, 31.05.1992).


Έντονες αντιπαραθέσεις έχει προκαλέσει η συζήτηση περί του ύψους του Πάνου Κοντο-πάνου). Η καζούρα είχε ξεκινήσει από τα δημοσιογραφικά γραφεία, όπου ο Πάνος, επί έτη πολλά, έγραφε ιστορία. Αξέχαστες θα μείνουν οι στιγμές κατά τις οποίες ο καυχησιάρης Πάνος, όποτε ευρίσκετο πλησίον κάποιου υψηλόσωμου ανθρώπου, εσηκώνετο, ανεπαισθήτως, στις μύτες των ποδιών, για να κερδίζει λιγάκι ύψος. Το ίδιο βιολί ακολούθησε και εντός της εθνικής αντιπροσωπείας. Γνωστή είναι, επίσης, η συνήθεια να φορεί υποδήματα με ενισχυμένο τακούνι (κοθόρνους), ώστε να κερδίζει ορισμένους πόντους. Καημένε Πάνο… Ποιό ακριβώς, όμως, είναι το ύψος του «παγωνάτου» μεσήλικα; Το ζήτημα αυτό απασχόλησε προ διμήνου, στον Αθήνα 9.84, το εκλεκτό δημοσιογραφικό δίδυμο Χρήστου Ράπτη και Γιάννη Κουρτάκη (όχι, εδώ που τα λέμε, ό,τι πιο ψηλό και λυγερόκορμο υπάρχει στον χώρο της δημοσιογραφίας…). Η συζήτηση κατέληξε σε διάσταση απόψεων. Ο κ. Κουρτάκης απεφάνθη: 1,54 είναι το ύψος του Πάνου! Αντιθέτως, ο κ. Ράπτης, πιο γαλαντόμος, του χαρίζει μερικούς πόντους: 1 μέτρο και 63 εκατοστά ακριβώς…


Μόνιμη, τα τελευταία χρόνια, η έγνοια του Πάνου για το πάχος. Πολλά τα κιλά που έχουν βαρύνει, χρόνο με τον χρόνο, το εύσαρκο κορμί του. Παρά τον αδυσώπητο πόλεμο, όμως, που έχει κηρύξει στο πάχος, ο Πάνος παραμένει προγάστωρ. Το πάχος κατήγαγε νίκη περίλαμπρη, ρίχνοντας τον λιχούδη πολιτευόμενο στα σχοινιά. Έχει ανέβει 4 νούμερα στο παντελόνι – που να χωρέσει τέτοια μπάκα… Τίποτε, βέβαια, δεν είναι τυχαίο. Ο μισήσας την εκγύμναση Πανάρας λατρεύει ελαιόλαδο και βούτηρο, το κρέας (καταναλώνει μπόλικο κρέας ο Πάνος), ενώ από γλυκά, μολονότι «περιποιείται» για τα καλά το παστέλι και το μαντολάτο, έχει τεράστια αδυναμία στις (παχυντικές) πάστες, τις οποίες καταναλώνει ακόρεστα – ειδικά πολύ αργά το βράδυ, όταν επιστρέφει στην οικία του, έπειτα από τις διάσημες κρασοκατανύξεις στα ταβερνεία Αττικής και περιχώρων στα οποία και ξημεροβραδιάζεται… Διά του προσφάτου ανασχηματισμού, ο Πάνος εδέχθη ράπισμα ηχηρό. Φτιαγμένος για μεγάλα πράγματα, μα πάντα (κατά φαντασίαν) αδικημένος... Φαίρεται, σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες, να έχασε τις αισθήσεις του, άμα τη ανακοινώσει της συνθέσεως του νέου υπουργικού συμβουλίου, όταν, εναγωνίως πλην ματαίως, μοχθούσε να εντοπίσει το ιστορικό ονοματεπώνυμό του στον κατάλογο των νέων υπουργών. Φευ, δεν υπήρχε. Τελικά τον συνέφεραν με αιθέρα… Άλλωστε, οι πληροφορίες λέγουν ότι ο Πρωθυπουργός μας τον αντιπαθεί σφόδρα (αυτόν και τον Δημητράκη Αβραμόπουλο).

 
Πάνος Παναγιωτόπουλος: άνευ υπουργικής καθέκλας, βραχύσωμος, εύσαρκος, ασχημούλης, αντιπαθητικός, καυχησιάρης, με εμφανή ίχνη λογιοτατισμού, χωρατατζής (χωρίς, όμως, αίσθηση του χιούμορ), διακοψίας (δεν αφήνει κανέναν να σταυρώσει κουβέντα) – δηλαδή ένας μεγάλος εκνευριστικός. Παρά τις απανωτές φάπες που έχει εισπράξει στην προσωπική, επαγγελματική και πολιτική του διαδρομή, Ο κομπαστής Πάνος διαδίδει ότι δεν έχει πει ακόμη την τελευταία του λέξη… Ο συμπαθής, μέσα στην προβληματικότητά του, αλλά, ουσιαστικά, αντιπαθητικός και αξιοθρήνητος προσθετάκιας-βαψομαλλιάς είναι αποφασισμένος να δίνει συνεχώς το «παρών» στα δημόσια πράγματα˙ προς τέρψιν όλων ημών των υπολοίπων…

/σχετικά άρθρα/
"Με έδιωξαν γιατί είμαι κοντός!". Delirium Tremens από τον Πάνο Παναγιωτόπουλο...
 

Friday, January 2, 2009

Liberace: η περούκα του μακαρίτη



Οι διακοπές Χριστουγέννων/Πρωτοχρονιάς συνηθίζεται να εορτάζονται σε κλίμα αισθητικής υπερβολής. Χρώματα, ήχοι, φαντεζί ρούχα, συμπεριφορές έξω από το συνηθισμένο πλαίσιο. Νομίζουμε ότι δεν υπάρχει καλύτερη περίοδος (εκτός, ίσως, από την περίοδο των Απόκρεω) για ένα μικρό αφιέρωμα σε έναν μεγάλο περουκοφόρο, ευρισκόμενο, αναμφίβολα, πολλά μίλια μακριά από αισθητικούς μέσους όρους: τον Wladziu Valentino Liberace. Ο τεράστιος αυτός ριζοσπάστης αμερικάνος καλλιτέχνης γεννήθηκε (το 1919), θα έλεγε κανείς, με την καλλιτεχνία στο αίμα του, αφού ο πατέρας του ζούσε για τη μουσική. Τι κι αν οι πιεστικές βιοτικές ανάγκες του επέβαλαν συχνά να εργάζεται ως χειρώναξ... Το "γαλλικόν κέρας", το αγαπημένο όργανο, αναστέναζε στα ροζιασμένα χέρια του χειρώνακτος πατέρα.


Την αφειδώλευτη αυτή αγάπη για την μουσική την επέρασε, καθώς φαίνεται, και στον γιό του. Κι έτσι, από την τρυφερή ηλικία των 4, ο μικρός Liberace άρχισε να σκαλίζει, με χάρη που θα ζήλευαν και μεγάλοι βιρτουόζοι, το κλειδοκύμβαλο. Το ταλέντο του μεγάλο· ακόμη μεγαλύτερη, όμως, η φιλοδοξία του. Μολονότι φάνηκε από νωρίς ότι επρόκειτο για έναν ταλέντο ξεχωριστό, οι βιοτικές ανάγκες που ταλάνιζαν την οικογένεια του νεαρού κλειδοκυμβαλιστή τον έσπρωχναν στα μπορντέλα και τα στριπτηζάδικα, όπου αναγκαζόταν, μαθητής ων, να ξεπουλά για ολίγα χρήματα το σπάνιο ταλέντο του διασκεδάζοντας, με την πιανιστική του δεξιότητα, τους θαμώνες. Η περίφροντις μητέρα του τον επέπληττε γι’ αυτές του τις επαγγελματικές επιλογές. Τις έκρινε ανήθικες. Έτσι, ο Liberace απεφάσισε να ντύνει μουσικά και γαμήλιες τελετές και μάλιστα με αξιοσημείωτη επιτυχία, όπως παραδέχονται όσοι γαμβροί τον είχαν κατά καιρούς νοικιάσει για να επιμεληθεί μουσικά τον γάμο τους.


Εκείνη την περίοδο, αναπτύσσεται το ενδιαφέρον του μικρού πιανίστα για τη μόδα. Οι εκκεντρικές και απολύτως υπερβολικές ενδυματολογικές του επιλογές, κινούμενες στο πλαίσιο του kitsch, ήσαν αυτές που θα τον έκαναν, τελικά, ξακουστό στα πέρατα της οικουμένης και όχι τόσο το μουσικό του ταλέντο. Ο Liberace Lee για τους φίλους του) διέβλεψε εγκαίρως ότι η σοβαρή μουσική δεν ήταν το όχημα για να του χαρίσει την δημοφιλία που τόσο απεγνωσμένα ποθούσε. Έτσι, σε συνδυασμό με την λατρεία του προς το εκκεντρικό, φαντεζί ντύσιμο, αποφάσισε να εξελιχθεί σε entertainer, αφήνοντας στη μπάντα τα πρώιμα όνειρα για καριέρα στο χώρο της σοβαρής μουσικής.


Από το σημείο αυτό και μετά, γνωρίζουμε τον πραγματικό Liberace. Χωρίς ίχνος αναστολών ξεδιπλώνει, ως showman, ένα ταλέντο που θέριευε χρόνο με τον χρόνο. Οι παραστάσεις που δίνει μένουν στην ιστορία και το κοινό σπεύδει να δει από κοντά το σπάνιο αυτό είδος καλλιτέχνη, που αρχίζει να γίνεται γνωστός με το προσωνύμιο «Mr. Showmanship». Τα πιάνα που χρησιμοποιεί στις παραστάσεις του είναι «custom-made» και γίνονται, με το πέρασμα του χρόνου, ολοένα και πιο υπερβολικά στην εμφάνιση.


Τα προγράμματά του εξελίσσονται σε αναζήτηση της μεγαλύτερης δυνατής πρωτοτυπίας. Δεν μπορεί να ανεχθεί την πτώση των μαλλιών και επιλέγει την οδό της περούκας. Ντύνεται, στο πλαίσιο μιας εξόφθαλμης drag αισθητικής, με πούπουλα, στρας, καμπάνες, μπέρτες και κοσμήματα, μακιγιάρεται εντόνως, παίζει πιάνο, λέει ανέκδοτα, ενώ δεν διστάζει να δέχεται και «παραγγελιές». Σταδιακά, οι παραστάσεις του εμπλουτίζονται με ζογκλέρ, μάγους και υπνωτιστές. Μετά το πέρας των παραστάσεων, ο καλλιτέχνης καλεί το κοινό του να ανέβει στη σκηνή και να αγγίξει τον ίδιο, την περούκα του, το πιάνο και τα ρούχα του. Η καλλιτεχνία δίνει τη θέση της στον τραγέλαφο…


Και η τηλεόραση, όμως, δεν άφησε αδιάφορο τον Liberace. Τα τηλεοπτικά του προγράμματα, γραφικά μέχρι το κόκαλο, άφησαν εποχή, κάνοντας θραύση ειδικά στον χώρο των γυναικών και των ομοφυλοφίλων και σηκώνοντας στα ύψη την δημοφιλία (και το κασέ) του μεγάλου καλλιτέχνη. Ο Elton John (επίσης περουκοφόρος) τον είχε ως ίνδαλμα, ενώ λέγεται ότι έκλαιγε γοερώς από συγκίνηση κάθε φορά που παρακολουθούσε τον μεγάλο πιανίστα-performer από τηλεοράσεως.


Πολιτικά, ο Liberace, σε πλήρη αναντιστοιχία με τα καμώματά του, υπήρξε ένας μεγάλος συντηρητικός, αλλά, ταυτόχρονα, και ένας πιστός καθολικός. Δεν συμπαθούσε τις επαναστατικές κόνξες επιζητώντας εγκράτεια, τάξη και ασφάλεια. Πατεντάτος ομοφυλόφιλος, ηρνείτο, εντούτοις, μετά βδελυγμίας κάθε σχετική αιτίαση, μηνύοντας μάλιστα έντυπα που αναφέρθηκαν στον «χαρωπό» σεξουαλικό του προσανατολισμό. Μεταξύ των ιδιόρρυθμων δεσμών του συγκαταλέγεται και η διάσημη trans Christine Jorgensen, την οποίαν (τον οποίον) πολύ ηγάπησε…


Κάποτε παρ’ ολίγον να αποδημήσει εις Κύριον, όταν κατά λάθος εισέπνευσε μεγάλη ποσότητα καθαριστικού υγρού. Ο Θεός, όμως, της καλλιτεχνίας είχε αποφασίσει ότι ο Liberace είχε πολλά ακόμη να δώσει. Ο θάνατος τελικά τον συνάντησε μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα του 1987 (σε ηλικία 68 ετών, αγκαλιά με τα σκυλιά του και βλέποντας τηλεόραση...). Ο Liberace έπασχε από AIDS. Το φιλότεχνο κοινό έδειξε να χάνει το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του με την ανακοίνωση του θανάτου του δημοφιλούς καλλιτέχνη. Από τον Φεβρουάριο του 1987 και μετά, τίποτε στο καλλιτεχνικό στερέωμα δεν θα ήταν πια το ίδιο. Ο μεγάλος περουκοφόρος performer (που ετάφη μαζί με την περούκα του!) είναι, πλέον, απών. Αιωνία του η μνήμη και Καλή Χρονιά σε όλους…

/σχετικά άρθρα/
Gary Glitter: ροκ, ανορθόδοξος έρωτας και περούκα