Saturday, October 30, 2010

Γιάννης Κούρος: ένας βαμμένος μαραθωνοδρόμος



Η δύσμοιρη Ελλάς βγαίνει από την κρίση μέσω του 28ου κλασσικού Μαραθωνίου Αθηνών. Το γεγονός αυτό αλλάζει την ρημαδιασμένη εικόνα της χώρας. Έτσι τουλάχιστον ισχυρίζεται ο αραιογένης υπουργός Πολιτισμού με την φωνή που βγαίνει δύσκολα, σαν από σφιγμένη οπή, την αφόρητη ηδυπάθεια, αλλά, οπωσδήποτε, την τεράστια ευφυΐα, Παύλος Γερουλάνος. Την ίδια άποψη ασπάζεται και ο λάτρης του σούσι, του γιλέκου και του κόμπου Windsor, ο ΥΠΕΞ με την προτεταμένη κάτω γνάθο, ο νυν και αεί υποψήφιος διδάκτωρ (και ισόποσης ευφυΐας με τον Γερουλάνο – αν όχι μεγαλύτερης), Δημήτρης Δρούτσας. Για να το λένε τέτοια μεγέθη, κάπως έτσι πρέπει να έχουν τα πράγματα...


Επομένως, ο «Ολυμπισμός», τα «υψηλά ιδανικά», η «ευγενής άμιλλα» και άλλα παρόμοιες – εντελώς πρωτότυπες – διακηρύξεις, θα σπάσουν κάθε ρεκόρ επαναλήψεως από σήμερα, σπάζοντας, ταυτοχρόνως, και τους γενετήσιους αδένες μας. Το ντεκόρ θα συμπληρωθεί από πολιτικούς επιδιδόμενους σε αρχαιολατρικούς δεκάρικους· από δημοσιογράφους-κασετόφωνα του μεροκάματου· από αθλητικόφιλους χλεμπονιάρηδες υγιεινιστές· από ξεθυμασμένους ελληνολάτρες που αναζητούν με τον φακό, νευρωσικά και ψυχαναγκαστικά, το αρχαιοελληνικό κλέος· και, βεβαίως, από το αναπόφευκτο sponsoring από Τράπεζες, εταιρίες αναψυκτικών και αθλητικών ειδών, καθώς και τηλεοπτικά κανάλια, που έχουν ενσωματώσει στην επαγγελματική πρακτική τους το πνεύμα αυτών ακριβώς των ιδανικών και επιθυμούν, ευλόγως, να το μεταλαμπαδεύσουν και σ’ εμάς. Τους ευχαριστούμε…


Βεβαίως, το θέμα του Μαραθωνίου, είτε στο πλαίσιο της σημερινής καρικατούρας είτε και γενικώς, θέτει διάφορα, κρίσιμα οπωσδήποτε, ερωτήματα: Γιατί τρέχει κανείς; Τι επιθυμεί να επιτύχει με τούτη την ακατανόητη –φαινομενικώς έστω – δραστηριότητα; Το να τρέχεις για να αποφύγεις το δάγκωμα ενός σκύλου είναι κατανοητό· ωσαύτως, το να τρέχεις για να προλάβεις το λεωφορείο. Αλλά, γιατί να τρέχει κανείς άνευ ειδικού λόγου και αιτίας; [«Αλήθεια, είχατε ποτέ την ευκαιρία να δείτε αυτές τις τεράστιες πορείες σύγχρονων αυτομαστιγουμένων, δηλαδή τους μαραθωνοδρόμους και τους λοιπούς αθλουμένους που συναντάμε στον δρόμο, με πρόσωπο που συσπάται απ' την προσπάθεια, κι όλη τους την ύπαρξη αφοσιωμένη στην εξαγορά της ψυχής τους;», αναρωτιέται εύστοχα ο Denis Grozdanovitch στην υπέροχη Μικρή Πραγματεία περί Αμεριμνησίας.] Γνωρίζουμε τα «θεωρητικά» περί αναμετρήσεως με τον Εαυτό, περί σκληραγωγήσεως και τα παρόμοια, αλλά, ομολογούμε ότι κάτι τέτοιες ερμηνείες αδυνατούν να μας καλύψουν. Μήπως η λύση έχει κάποιο – όχι τόσον λαμπερό – ψυχαναλυτικό βάθος; Μήπως υποκρύπτεται νεύρωσις; Μήπως θα πρέπει να ασπαστούμε την εντελώς παράδοξη και εκκεντρική άποψη, ότι το τρέξιμο υποκρύπτει από πλευράς του δρομέως μια έντονη, αλλά ασυνείδητη, επιθυμία να συνουσιαστεί με την Μητέρα Γη; Επειδή, όμως, έτσι πηγαίνει πολύ μακριά η βαλίτσα και κινδυνεύουμε και εμείς να κατρακυλήσουμε στη γραφικότητα, σταματούμε κάπου εδώ. Και περνούμε, τιμώντας κι εμείς με τα δικά μας όπλα τον 28ο κλασσικό Μαραθώνιο Αθηνών, στην παρουσίαση ενός μαραθωνοδρόμου διόλου γραφικού, του αγωνιστή της ζωής και του αθλητισμού Ιωάννη Κούρου.


«Όξω από το σπίτι!»… Αυτή την οδυνηρή φράση άκουσε ο μικρός Γιάννης, κάπου στις αρχές του ’60 στην Τρίπολη, το λίκνο της Αρκαδίας, από το στόμα του ίδιου του μαραγκού πατέρα του. Σεμνός ο Γιάννης και ευαίσθητος, ταπεινής καταγωγής αλλά με τεράστιο περίσσευμα ψυχής σαν τον Χριστό (ίσως, διότι και Εκείνου ο πατέρας μαραγκός ήταν…), υπέστη κλονισμό. Ο πληγωμένος και εκδιωχθείς από την οικογενειακή εστία Γιάννης δεν κατέληξε σε κάποια φάτνη, αλλά στο μικρό σπιτάκι του παππού και της γιαγιάς, στο γραφικό Μερκοβούνι, ένα τσιγάρο δρόμο από την Τρίπολη. Εργάστηκε από παιδί ο τίμιος Γιάννης ως χειρώναξ, με λαμπρά αποτελέσματα. Το παιδί της βιοπάλης, ωστόσο, δεν έχανε λειτουργία στον Ιερό Ναό της Αγίας Βαρβάρας Τριπόλεως. Ο καλός Θεός τον είχε τόσο πολύ βοηθήσει, που έπρεπε, λατρευτικώς, και ο Γιάννης κάτι να ανταποδώσει. Έτσι πέρασαν τα άγουρα εφηβικά χρόνια του μικρού Γιάννη. Μεγάλωνε όμως. Και δεν επιθυμούσε το άχθος της χειρωνακτικής εργασίας. Ήθελε κάτι το διαφορετικό, κάτι το καλύτερο. Μετά από πολύ σκέψη αποφάσισε ότι η λύση είναι η Γυμναστική Ακαδημία. Πηγαίνει μια και δυο στην μητέρα του και δειλά την ρωτά εάν μπορεί να υπολογίζει στην οικονομική στήριξη της οικογενείας. Εκείνη του δίνει μια σπαρακτική απάντηση, ικανή να ραγίσει και την πιο άπονη καρδιά: «Να κόψεις τον λαιμό σου να τα βρεις, αν θέλεις λεφτά»…


Έπρεπε να φύγει από την Τρίπολη ο μικρός Γιάννης. Το ήξερε καλά αυτό. Επρόκειτο για μια πόλη με εξαιρετικά δυσάρεστες θύμησες… Νηστικός, άφραγκος, περίπου κουρελής και σίγουρα ασκεπής γυρίζει πέρα-δώθε στους δρόμους της Τριπόλεως. Οι μέρες κυλούν βασανιστικά. Ο Γιάννης τις μετράει μία-μία. Έχουν, εντωμεταξύ, αποδημήσει οι αγαπημένοι παππούς και γιαγιά που τον φρόντιζαν στοργικά πολύ και ο Γιάννης δεν έχει σχεδόν ούτε μια μπουκιά να βάλει στο στόμα του. Μόνο στον αθλητισμό εκτονώνεται. Μήκος, τρέξιμο, μπάσκετ – αυτές είναι οι ενασχολήσεις του αδικημένου αγοριού. Να’ ναι καλά ο αγαπημένος του φίλος, ένα προνομιούχο παιδί της Τριπόλεως, που, όποτε ο Γιάννης έχει κρίσιμο αγώνα, του αγοράζει ένα φραντζολάκι από τον γειτονικό φούρνο χώνοντάς του μέσα και μια σοκολάτα περιπτέρου. «Έτσι μπορούσα να φάω κάτι τις και να στυλωθώ…», θα παραδεχθεί ο μετέπειτα μεγάλος μας αθλητής.


Ο Γιάννης πολιτικοποιήθηκε κιόλας – και μάλιστα από ενωρίς. Σαν τώρα θυμάται την αποφράδα 21η Απριλίου του 1967. «Ήρθαν αστυνομικοί στην αλάνα που παίζαμε και μας διέταξαν να πάμε γρήγορα στα σπίτια μας. Την επόμενη μέρα μας μάζεψαν στο σχολείο και μας κούρεψαν γουλί». Αυτή ήταν η οδυνηρή πρώτη επαφή του Γιάννη με την πολιτική. Εκεί, ίσως, κατάλαβε και την σχέση πολιτικής και αισθητικής (χωρίς, μάλλον, ο νεαρός τριπολιτσιώτης να γνωρίζει την σχετική ανάλυση του Friedrich von Schiller…).


Ο Γιάννης, έφηβος ακόμη, απέρριψε τα ομαδικά σπορ. Εστράφη στα ατομικά. «Δεν είναι δίκαια τα ομαδικά σπορ!», θα πει αργότερα. «Μπορεί να αποδώσω καλά και όμως να χάσω. Έτσι θα μείνω χωρίς ανταμοιβή», θα υποστηρίξει. Εντοπίζονται εδώ ψήγματα εγωπαθείας; Ποιος να ξέρει…


Τελικά, ο Γιάννης θα αφήσει την Τρίπολη και θα κατέβει στην πρωτεύουσα κυνηγώντας την τύχη του. Θα απασχοληθεί στο κατάστημα ενός Εβραίου υφασματέμπορος και, ακολούθως, ως βοηθός τυπογράφου. Θα βγάλει και δίσκους με τραγούδια, ενώ ένα φεγγάρι θα τιμήσει και τις μπουάτ, άδοντας τραγούδια του νέου κύματος (όπως έκανε για να βγάλει τον επιούσιο, με την κιθαρίτσα του και το ψευδώνυμο «Τεό Νέβας», και ο μετέπειτα καθηγητής, το γνωστό «όνειδος» της οικογένειας Παπανδρέου, ο σώγαμπρος Θεόδωρος Κατσανέβας).


Ο Γιάννης πηγαίνει στρατό. Η μοναξιά της θητείας ενισχύει την επιθυμία του να ξαναπιάσει το τρέξιμο. Αρχίζει προπόνηση. Τρέχει φορώντας άρβυλα, αφού δεν υπάρχει χρήμα για «σπορτέξ». Παίρνοντας το χαρτί της απόλυσης, θα καταλήξει σε κάποιο ανήλιαγο υπόγειο στην πλατεία Αττικής. Εκεί θα αφιερωθεί στον εαυτό του σε συνθήκες αφόρητης μοναξιάς. Επί έναν ολόκληρο χρόνο θα μείνει στο υγρό υπόγειο, χωρίς ρεύμα και νερό, μόνος – αυτός και κάποιες κατσαρίδες. Ο Γιάννης γιγαντώνει το Εγώ του και ο χαρακτήρας του αρχίζει και παίρνει μια παράδοξη μορφή – ίσως στο μοτίβο του «Ενοίκου» του Polanski… Λέγεται Κούρος, αλλά μόνον κούρο δεν θυμίζει. Και τι μ’ αυτό… Έχει κερδίσει την ομορφιά της ψυχής…


Αμέσως μετά, αποφασίζει να βρει και πάλι έναν επαγγελματικό δρόμο. Και τον βρίσκει. Γίνεται παρασκευαστής τυρόπιτας-σπανακόπιτας σε γνωστό τυροπιτάδικο του κέντρου των Αθηνών – και μάλιστα διαπρεπής. Με αυτή του την επιτυχία, αρχίζει και παίρνει ψυχολογικά τα πάνω του. Εκ παραλλήλου, ασχολείται με μεγαλύτερη ζέση με τον αθλητισμό. Και ονειρεύεται… Η προπόνηση είναι εξουθενωτική. Με έναν τρόπο, θέλει να φτάσει το σώμα του στα όριά του. Και το καταφέρνει! Τρέχει όλη μέρα. Εθίζεται στην προπόνηση. Και έτσι εξελίσσεται σε δρομέα μεγάλων αποστάσεων.


Τα χρόνια περνούν. Ο Γιάννης καταρρίπτει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Αναδεικνύεται σε τεράστιο δρομέα μεγάλων αποστάσεων. Κανένα εμπόδιο δεν φαίνεται ικανό να σταματήσει την νικηφόρα πορεία του αθλητή που τρέχει. Κατά την διάρκεια των μαραθωνίων και υπερμαραθωνίων δεν τρέχει μόνο· ταυτοχρόνως – σύμφωνα με τα λεγόμενά του – συνθέτει μουσική, λύνει προβλήματα, γράφει ποίηση, κοιμάται, διαμορφώνει φιλοσοφικούς αφορισμούς (ίσως παίζει και τρίλιζα), αλλά μέρα και νύχτα τρέχει – είναι σχεδόν ένας Υπεράνθρωπος... Οι άνεμοι και οι βροχές μαστιγώνουν το λιπόσαρκο, γυμνασμένο του κορμί, αλλά αυτός αντέχει – αντέχει όπως μόνον οι πραγματικά Μεγάλοι ξέρουν να αντέχουν. Και εκείνος είναι Μεγάλος, αφού μπορεί και τρέχει – τρέχει πολύ. Αναδεικνύεται ως ο διασημότερος μαραθωνοδρόμος στον πλανήτη. Γίνεται κάτοχος τόσων παγκόσμιων ρεκόρ που μπαίνει και στο βιβλίο Γκίνες. Τιμά με το τρέξιμο την μικρή Ελλάδα όσο λίγοι. Παρά τις τεράστιες επιτυχίες του, ο μεγάλος μας δρομεύς δεν ξιπάζεται· μένει ένας απλός, σεμνός άνθρωπος – ένας Ταπεινός.


Ένα απλό – σχεδόν ασήμαντο – συμβάν καθίσταται τόσο ενδεικτικό του μεγαλείου, της αυτάρκειας και της λιτότητας του μεγάλου Έλληνα αθλητή· ένα συμβάν ικανό να διδάξει σε όλους μας πολλά. Όταν αναδεικνύεται νικητής στο πρώτο του Σπάρταθλο, αποκαμωμένος από τον σωματικό και ψυχικό κάματο, ένα και μόνο πράγμα ζητά ο τίμιος, απλός μα χαλύβδινος Γιάννης: μια μερίδα ελληνικότατες μπάμιες!


Αυτός είναι ο Γιάννης Κούρος, ο μεγάλος μας μαραθωνοδρόμος που τίμησε με το ακαταπόνητο τρεχαλητό του την Ελλάδα όσο λίγοι…

Thursday, October 21, 2010

Χάρης Παμπούκης: το υπερφίαλο βάψιμο



Η ταπεινή Ακράτα, μέχρι πριν από κάποια χρόνια, δεν παρήγαγε τίποτε άξιο λόγου, παρεκτός εσπεριδοειδή και ελιές. Κατάφερε, όμως, σχετικά πρόσφατα (πενήντα και βάλε χρόνια), να βγάλει από τα σπλάχνα της – αυτά τα σπλάχνα που γέννησαν πρώτης τάξεως λεμόνια και πορτοκάλια – έναν Μεγάλο· έναν άξιο άνθρωπο πανελληνίου και – γιατί όχι; - παγκοσμίου διαμετρήματος που, έκτοτε, αποτελεί το jewel in the crown της παραθαλάσσιας κωμοπόλεως (ίσως και της χώρας): τον Χάρη τον Παμπούκη (με δύο άρθρα, όπως λέμε τον Λουδοβίκο τον ΙV, τον Λεοπόλδο τον I, τον Κάρολο τον II – όπως, δηλαδή, ταιριάζει στις προδιαγραφές ενός Μεγάλου…).


Από την κακοσχεδιασμένη και άσχημη Ακράτα (με τις φτηνές πανσιόν και τα στραβοχυμένα οικήματα με τα αλουμινένια κουφώματα) ίσαμε την πρωτεύουσα ο δρόμος είναι μακρύς· αλλά και κακοτράχαλος. Όλα αυτά, βέβαια, μόνο για τους κοινούς θνητούς – όχι για έναν Χάρη Παμπούκη... Ο Χάρης έκανε την υπέρβαση και διακόρευσε την πόλη των Αθηνών. Αποφάσισε το μεγάλο πήδημα και κατέληξε νικητής και τροπαιούχος. Γιατί τα κατάφερε ο Χάρης… Και τα κατάφερε καλά… Με εφόδιο τη φιλομάθεια, ένα φυλαχτό στον κόρφο του και την ευχή της μάνας (άντε και την οσφυοκαμψία) δεν άφησε καμιά δυσκολία – κοινωνική και άλλη – να σταθεί εμπόδιο στις δυσθεώρητες (ή δυσθεώρατες (sic)– όπως λέγουν συχνά οι δημοσιογράφοι και οι πολιτικοί μας) φιλοδοξίες του. Γιατί ήταν βαθιά φιλόδοξος ο Χάρης· από μικρός. Το κύριο όπλο του – ένα πραγματικό μυδραλιοβόλο που συνέτριβε κάθε εμπόδιο στο διάβα του παθολογικά φιλόδοξου ακρατινού Χαράλαμπου – η εντυπωσιακή δεξιοτεχνία στην τέχνη της κολακείας και της δουλοπρέπειας. Κατάλαβε εγκαίρως και για τα καλά ότι μπροστά στον στόχο της ανέλιξης, η αξιοπρέπεια μπορεί να πάει περίπατο – έναν περίπατο μακρύτερο από αυτόν που έκανε ο Χάρης μικρός στα γραφικά και κακοτράχαλα δρομάκια της Ακράτας…


Πάντα αγαπούσε δύο πράγματα ο Χάρης: την εξουσία και το χρήμα (τις δύο όψεις, δηλαδή, του ιδίου νομίσματος). Και ήταν πρόθυμος να κάνει σχεδόν το οτιδήποτε – ακόμα και να κατεβάσει τα παντελόνια (τουλάχιστον μεταφορικά ομιλώντας), προκειμένου να τα κάνει κτήμα του. Στη Γαλλία, που βρέθηκε για σπουδές ο Χαράλαμπος, έβλεπε έναν νέο κόσμο – έξω από τα επαρχιώτικα μοδέλα σύμφωνα με τα οποία ανατράφηκε. Επέλεξε, μάλιστα, όχι καμιά επαρχιακή πόλη για σπουδές (συμβατή με τους στενούς του ορίζοντες ώστε να του εξασφαλίσει την αίσθηση της ασφάλειας), αλλά «την πόλη του φωτός», το Παρίσι! Ο,τιδήποτε άλλο, εδώ που τα λέμε, θα ήταν εξαιρετικά παράταιρο για τον Χάρη (με καταγωγή από τα Παμπουκαίικα Ακράτας)… Έβλεπε λάμψη, πολυτέλεια, φινέτσα, αλλά και φτώχεια γερή και λούμπεν καταστάσεις στο Παρίσι ο Χάρης. Πίστεψε, δικαιολογημένα, ότι τα πρώτα ήσαν γι’ αυτόν· τα δεύτερα για όλους τους άλλους, τους πολλούς…


 Έκανε γερή εξάσκηση ο Χάρης για να μπορέσει να ομιλήσει τη γαλλική φαρσί και με την προφορά την σωστή. Ατέλειωτες πρόβες και μάλιστα μπροστά στον καθρέφτη, αχνοθυμούνται κάποιοι συμφοιτητές της εποχής. Συνήθιζε μάλιστα – λένε – να γράφει και σε κασετόφωνο την ομιλία του για να την ελέγχει και να την διορθώνει. Δεν τα κατάφερε... Η προφορά του στη γαλλική, παρά τις τιτάνιες προσπάθειες που κατέβαλε, παρέμεινε 100% ελληνική – κάτι που τον δυσαρεστούσε πολύ... Άλλοι ισχυρίζονται ότι, για να βάλει στο πετσί του την γαλλικότητα, κυκλοφορούσε στους παρισινούς δρόμους με κασκόλ και μπερέ σαν γάλλος πρώτης τάξεως, σαν γάλλος veritable


Επισκεπτόταν συχνά και τα Café de Flοre και τα παρόμοια καφέ και μπιστρό που δόξασαν ψυχοπαθολογικές περιπτώσεις διανοουμένων όπως ο Sartre (ο δύσμορφος, μικρόσωμος και με στραβισμό διανοούμενος με τον ογκώδη ναρκισσισμό και τις ολοκληρωτικές τάσεις…). Ναι! Ο Χάρης πίστευε ότι είναι και διανοούμενος… Κάπνιζε με μανία και έπινε πολύ ποτό και καφέ ομιλώντας για υπαρξισμό – «πιθήκιζε την συμπεριφορά των αυτοχθόνων, ήταν τραγελαφικός!», θα πει, ίσως με μια δόση υπερβολής, γραφικός έλληνας με τις ίδιες παριζιάνικες καταβολές (και ποιος, άλλωστε, έλληνας εκείνης της εποχής στο Παρίσι δεν ήταν γραφικός· αλλά αυτό αποτελεί μια όλως άλλη, πολύ ενδιαφέρουσα πάντως, συζήτηση…).


«Μμμ!.. Πολύ καλύτερο το pastis από το ούζο... » συνήθιζε να αποφαίνεται, πλαταγίζοντας, γευσιγνωστικώ τω τρόπω, τη γλώσσα του, ο παριζιάνος πλέον Χαράλαμπος, ανάβοντας ένα ακόμη τσιγαράκι και κρατώντας το με κόπο ανάμεσα στα κιτρινισμένα από το κάπνισμα δόντια του, με τον τρόπο που έβλεπε στις γκονταρικές ταινίες που κόπιαρε στυλιστικά (α λα ελληνικά)…


Έκανε και μεταπτυχιακά ο Χάρης. Εστέφθη, μάλιστα, και διδάκτωρ. Τα μυαλά του είχαν πάρει πολύ αέρα. Το Παρίσι σίγουρα θα του ταίριαζε καλύτερα για διαμονή και καριέρα – έτσι πίστευε – αλλά η πατρίδα τον καλούσε. Έπρεπε να προσφέρει τις υπηρεσίες του – παντοιοτρόπως… Η Ελλάδα δεν πληρούσε τις προδιαγραφές του μεγαλείου του, αλλά τι να κάνεις… Η αίσθηση του καθήκοντος πρυτάνευσε… Γιατί ήταν πάντοτε και ένας καλός Έλληνας ο Χάρης…


Δεν κατάφερε να γίνει καλός δικηγόρος... Έτσι, τουλάχιστον, ισχυρίζονται όσοι είχαν επαγγελματικά πάρε-δώσε μαζί του. «Ο Χάρης έχει περισσότερο κάποιο ύφος, που θέλει να σε κάνει να πιστέψεις ότι έχει ικανότητες, ότι ξέρει τα θέματα σε βάθος. Όταν πάει όμως στο πεδίο βολής, αντί να βρει στόχο, βαράει συστηματικά στον γάμο του καραγκιόζη…», θα μας πει πρώην πελάτης του. Για να συμπληρώσει κάποια κυρία των Αθηνών που έχει συστηματικά ταλαιπωρηθεί από τις επαγγελματικές αστοχίες του: «Ο Χάρης είναι σαν κάποιον ευειδή και ευπροσήγορο τύπο που γνωρίζεις σε ένα μπαρ. Είναι όλο φρου φρου κι αρώματα… Υπόσχεται πολλά... Θέλεις να τον φέρεις στο μπουντουάρ σου. Όταν, όμως, πας στο κρεβάτι, διαπιστώνεις ότι είναι τζούφιος – ότι τα πυρά είναι άσφαιρα… Μεταφορικά μιλάμε πάντα… Δεν έχει αξία ως δικηγόρος ο Χάρης. Είναι περισσότερο ένας χαμηλών απαιτήσεων δικολάβος…»…


Στη Νομική σχολή ο Χάρης εξελέγη λέκτορας περίπου με το σπαθί του – ουδεμία αμφιβολία επ’ αυτού. Η Νομική επιστήμη είχε σίγουρα την ανάγκη του Χάρη Παμπούκη, του ακρατινού θεμιστοπόλου με τις παριζιάνικες αναφορές. Ταχεία η εξέλιξή του – πάντα στη βάση της αξιοκρατίας. Έγινε τακτικός καθηγητής άμα τη επιστροφή του σοσιαλισμού (σε version Γιώργου αυτή τη φορά) στην εξουσία. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι ο καθηγητής πλέον Χάρης εστερείτο των απαιτούμενων προσόντων (δημοσιεύσεων κ.α.) προκειμένου να μπορέσει να εξελιχθεί ακαδημαϊκώς. Ακόμη και έτσι, όμως, να είναι, μπορούμε να μένουμε σε τέτοιες τυπικές λεπτομέρειες και να μην βλέπουμε την ουσία; Και η ουσία είναι ότι ο Χάρης κοσμούσε τη Νομική σχολή. Ήταν (και παραμένει) ένα σπουδαίο, ένα πολύ δυνατό, μυαλό… Η Νομική Επιστήμη και η Νομική Αθηνών τον είχε, χωρίς αμφιβολία, ανάγκη. Δεν θέλησε όμως να κάτσει στα (νομικά) αβγά του ο Χάρης. Το σαράκι της πολιτικής κατέτρωγε την φιλόδοξη (και παριζιάνικη) ψυχή του.... Ίσως γι΄ αυτό δεν διακρίθηκε ιδιαίτερα ακαδημαϊκώς. Ήθελε μια πολιτική διέξοδο, ένα αποκούμπι. Το βρήκε στο πρόσωπο του Γιώργου Παπανδρέου (τύχη βουνό δηλαδή…).


Ο ίδιος διαδίδει ότι είναι ο μόνος που μπορεί να αποκρυπτογραφήσει τη σκέψη του Γιώργου-Τζέφρυ. Αν είναι έτσι, πρόκειται, αναμφίβολα, για κάτι το σπουδαίο. Χρειάζεται, το δίχως άλλο, μεγάλες ικανότητες για να αποκρυπτογραφήσεις το κενό… Η παμπούκειος στρατηγική για αναρρίχηση είναι κατά βάσιν απλή. Ο καθείς μπορεί να την εφαρμόσει – υπό μία προϋπόθεση: την μειωμένη αξιοπρέπεια… Έτσι ο Χάρης έγλειφε πατόκορφα όλο το σύστημα του Γιώργου: όχι μόνον τον ίδιον, αλλά και τη σύζυγό του Άντα και τη μητέρα του Μάργκαρετ· αλλά και τον μουντρούχο αδελφό Νίκο, καθώς και όποιον άλλον μπορούσε να του φανεί χρήσιμος. Και ποτέ του δεν άρθρωνε αντίθετη φωνή...


Γι΄ αυτό και υπήρξε και με ήλιο και με χιόνια στην αυλή του Γιώργου, διατηρώντας τη θέση του, σε αντίθεση, λ.χ., με τον άλλο μυστικοσύμβουλο, Νίκο Κοτζιά, ο οποίος έλεγε την άποψή του και γι΄ αυτό, συχνά-πυκνά, έβλεπε την παπανδρεϊκή πόρτα από την έξω πλευρά (αν και η πρόσφατη, και μάλλον οριστική, εκπαραθύρωσή του δεν σχετίζεται με ιδεολογικοπολιτικές διαφωνίες, αλλά με το γιατί δεν έγινε ο ίδιος υπουργός Εξωτερικών αντί του πηγαίου αυτού κωμικού ταλέντου που ακούει στο όνομα Δρούτσας...). «Ό,τι πει ο Γιώργος» – αυτό ήταν το motto του ματαιόδοξου νομικού από την περίοδο που βρέθηκε κοντά του, όταν ο Γιώργος ήταν αναπληρωτής υπουργός εξωτερικών. «Ο Χάρης», θα μας εκμυστηρευθεί άνθρωπος που βρισκόταν πολύ κοντά στον Παπανδρέου εκείνη την εποχή, «ήταν ένας κανονικός yes man. Ουδέποτε θα τον έβλεπες να λέει κάτι δυσάρεστο στον Γιώργο. Ο Βαλλιανάτος, ας πούμε, που ήταν σύμβουλος εκείνη την εποχή, ήταν πιο αξιοπρεπής. Εξέφραζε ενίοτε και την αντίθεσή του. Ο Χάρης ποτέ. Μάλιστα, είχε την τάση να μαζεύει όλους τους συνεργάτες του Γιώργου γύρω από ένα τραπέζι και να παριστάνει τον βασιλικότερο του βασιλέως. "GAP!" φώναζε… "Να κάνουμε τον GAP πρωθυπουργό!" ούρλιαζε, χτυπώντας μάλιστα και τη γροθιά στο τραπέζι». Η σεμνότητα του Χάρη έτρεχε από τα μπατζάκια: «Όπως ο George Stephanopoulos καθοδηγεί τον Clinton και ουσιαστικά κυβερνά την Αμερική από ένα γραφειάκι 3Χ3, έτσι και εγώ από τα παρασκήνια καθοδηγώ τον Γιώργο και θα κυβερνήσω μια μέρα την Ελλάδα», συνήθιζε να λέει σε στενούς του φίλους, μεταξύ άλλων και για να δικαιολογηθεί για το λιλιπούτειο γραφειάκι στο οποίο τον είχε τοποθετήσει το αφεντικό του. Η γελοιότητα της φιλογεωργοπαπανδρεϊκής παραστάσεως μόνον με την γελοιότητα του άλλου βαλέ του Γιώργου τα χρόνια εκείνα τα παλιά μπορούσε να συγκριθεί, του δημοσιογράφου Γιώργου Λακόπουλου. Ο οποίος, σε όλους τους τόνους, έλεγε στις σχετικές συναντήσεις: «Ο ΓΑΠ θα σκίσει! Θα ρίξουμε 200 εκατομμύρια (δραχμές τότε – και ήταν πολλά λεφτά…) και ο Γιώργος θα εκλεγεί πρώτος! Θα τους πάρουμε τα σώβρακα!»… Τελικά, τα μόνα εσώβρακα που επάρθησαν τότε ήσαν του Λακόπουλου, αφού εξωπετάχθη κλωτσηδόν από το παπανδρεϊκό επιτελείο. (Παρεμπιπτόντως, ο Γιώργος δεν ήθελε κοντά του τον Λακόπουλο και για κοινωνικούς λόγους· τον θεωρούσε… αφόρητα «λαϊκό»…). Εννοείται ότι οι σοβαρότεροι εκ των παρισταμένων (όσο σοβαροί, τέλος πάντων, μπορεί να είναι κάποιοι που αποτελούν συνεργάτες του Γιώργου) μετά βίας συγκρατούσαν τα γέλια τους με τα καραγκιοζίστικα καμώματα του Χάρη…


 Ο Χάρης το παίζει· και το παίζει δυνατά… Ας μην δημιουργηθούν όμως ανοίκειοι βλεννώδεις συνειρμοί... Όταν λέμε ότι ο Χάρης «το παίζει», εννοούμε ότι υιοθετεί πόζα· ότι είναι επιτηδευμένος. Προσποιείται τον σπουδαίο, τον απαραίτητο, τον δημοφιλή, τον ικανό…


Ο Χάρης είναι επηρμένος άνθρωπος. Υπερφίαλος. Έχει πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Και αναπόφευκτα η κατάληξη είναι η χονδρή καζούρα· ο χλευασμός. Ο κύκλος του ακρατινού νομομαθούς, χλευάζει συνεχώς τον Χάρη πίσω από την πλάτη του… Γιατί έχει την τάση να λέγει συνεχώς ψέματα. Διηγείται ψευδή γεγονότα, φανταστικές ιστορίες – επιδίδεται σε χονδροειδέστατες επινοήσεις. Με επίκεντρο πάντα τον εαυτό του. Και γύρω του, περίπου ως ντεκόρ, ένα σωρό σπουδαίους της διεθνούς πολιτικής. Οι οποίοι, όλως συμπτωματικώς, θαυμάζουν τον Χάρη (ίσως και χωρίς να τo ξέρουν…). Ο ένας τον συμβουλεύεται, ο άλλος δεν κοιμάται αν δεν του πει μια (τηλεφωνική) καληνύχτα και πάει λέγοντας… Έτσι, τουλάχιστον, λέει ο Χάρης... Ο Χάρης είναι λιτός. Ευτυχώς που ισχύει κάτι τέτοιο. Διαφορετικά, πολλά θα μπορούσαμε να βάλουμε στο μυαλό μας για τις τωρινές του δράσεις. Γνωρίζουμε, όμως, ότι πρόκειται για έναν ανιδιοτελή άνθρωπο, για έναν καλό Έλληνα… Επομένως, η δημόσια δράση του πρέπει, χωρίς αμφιβολία, να θεωρείται προσφορά προς το δημόσιο – pro bono publico


Ο Χάρης, εξόν όλων των ανωτέρω, διακρίνεται και για κάτι ακόμη. Μοιράζεται ένα κοινό χαρακτηριστικό με τον τηλεπαρουσιαστή Χατζηνικολάου: νομίζει και αυτός ότι έχει χιούμορ! Ο Χάρης, μάλιστα, αποπειράται συχνά κάποια χωρατά στις παρέες, ενώ η συνήθης κατάληξη είναι να γελά μόνος του, γεμάτος αυταρέσκεια, με τον θώρακα να κουνιέται σαν έμβολο πάνω-κάτω, με το κάτω χείλος του στόματος εκνευριστικά προτεταμένο και… πιτσιλώντας με σάλια όποιον τυχερό τύχει να βρίσκεται πλησίον του… Επιπλέον, ο ακρατινός υπουργός έχει και μια βαθύτατα αντιαισθητική συνήθεια. Συχνά σκαλίζει με το χέρι τη μύτη του! Αυτόπτες μάρτυρες, μάλιστα, ισχυρίζονται ότι, μετά την «ανασκαφή», το δάκτυλο κατευθύνεται ενστικτωδώς, αυθωρεί και παραχρήμα, προς… το στόμα! Θεωρούμε, πάντως, μάλλον υπερβολική μια τέτοια αιτίαση για έναν τόσο κομψό άνδρα με παριζιάνικη πατίνα και δεν την υιοθετούμε…


Πάντως, τώρα, ο Χάρης - Κρι-θα-ρά-κης έχει φούριες, αφού έχει αναλάβει δουλειές με φούντες. Ανέλαβε, μετά και τον τελευταίο ανασχηματισμό, πλασιέ· πλασιέ περίεργων επενδύσεων, καλλιεργώντας ενδεχομένως (όπως πολλοί υποστηρίζουν) το έδαφος για νέες μελλοντικές εξεταστικές επιτροπές... Το πιο πρόσφατο κατόρθωμά του, το ναυάγιο της επένδυσης στον Αστακό. Και είχε επενδύσει τόσα σε αυτή την υπόθεση ο Χάρης «fast track» Παμπούκης... Πολλές οι προσδοκίες για χρήμα με ουρά (για το δημόσιο πάντα), αλλά τα θαλάσσωσε τελικά κι εκεί ο γκαφαδόρος Χαράλαμπος...


Η δουλειά του εθνικού πλασιέ έχει πολύ λάντζα, τρεχάλα και ιδρώτα. Ίσως γι’ αυτό κάποιος συνομιλητής του Χάρη μάς πληροφόρησε ότι, πρόσφατα, το λευκό υποκάμισο του υπουργού παρουσίαζε μια ανεπαίσθητη… σκουρότητα στο κολάρο, εκεί που συνδέεται με τον λαιμό... Εντοπίστηκε, επίσης, μια αρκετά ευμεγέθης λαδιά δεξιά, στο ύψος του στήθους (να’ ταν άραγε από κανένα μεζεδάκι;..).


Εδώ που τα λέμε, πού καιρός για καθαριότητα με τόσες ευθύνες... Δύσκολοι οι καιροί για κυβερνητικούς ρεκλαματζήδες πλασιέ με κατάμαυρα βαμμένα μαλλιά…

Friday, October 1, 2010

Tony Curtis (1925–2010): ο εφευρέτης του χτενίσματος «duck’s arse» και λάτρης της περούκας



Tο να μιλήσει κανείς για την καταραμένη φτώχεια μέσα στην οποία γεννήθηκε ο – από την Τετάρτη μακαρίτης – Tony Curtis, θα αποτελούσε κάτι το τετριμμένο: πολλοί καλλιτέχνες γεννήθηκαν φτωχοί και ρακένδυτοι. Το να μιλήσει κανείς για την καλλιτεχνική του αξία, θα αποτελούσε κάτι το αμφιλεγόμενο: πολλοί υπηρέτες του θεάματος υπήρξαν ασύγκριτα καλλίτεροι και μάλλον περισσότερο ταλαντούχοι. Η ουσία παραμένει ότι ειδικά στη χώρα μας, αγαπήσαμε τον θανόντα κυρίως λόγω του πρωταγωνιστικού του ρόλου στην περίφημη τηλεοπτική σειρά Persuaders (Οι Αντίζηλοι), στον ρόλο του εξιμπισιονιστή vulgar αμερικανού πετρελαιά Danny Wilde (με το φρικαλέο αμερικάνικο αξάν), σε πλήρη αντίστιξη με τη ραφιναρισμένη παρουσία, το φλέγμα και την κομψότητα του Harrovian και Oxonian εγγλέζου, Λόρδου Brett Sinclair (στον ρόλο ο Roger Moore).


Ωστόσο, ο θάνατος του λάτρη της γυναικείας υπάρξεως (καθώς και των ναρκωτικών και του αλκοόλ) Tony, μας θέτει προ αδυσώπητων ερωτημάτων: Θα μείνει ο ηθοποιός στη μνήμη μας μόνον για την καλλιτεχνική του παρακαταθήκη ή μήπως και για τη συνεισφορά του στα ζητήματα κόμης;


Πράγματι, η προσφορά του Tony στον πολιτισμό μας δεν σχετίζεται αποκλειστικά με την ηθοποιία. Ίσως δεν είναι ευρύτερα γνωστό ότι η επιρροή του στα θέματα της κόμης, υπήρξε μια από τις σπουδαιότερες του αιώνα που πέρασε. Ένας πραγματικός καινοτόμος ο Tony, έσπασε τα δεσμά του τριχικού κομφορμισμού, ανοίγοντας νέες λεωφόρους στην έκφραση κουρεμάτων και χτενισμάτων. Τη δεκαετία του ’50, το «χτένισμα Tony Curtis» δημιούργησε αίσθηση, ταράζοντας ανεπανόρθωτα τις κοιμισμένες συνειδήσεις με τα τετριμμένα κουρέματα/χτενίσματα.


Το στυλ που λάνσαρε (με την δεύτερη ταινία του «City across the River») με πρωτοφανή επιτυχία ο Tony είναι το περίφημο «duck’s arse». O τίτλος μιλά από μόνος του… Το στυλ αυτό έχει ως εξής: Αφήνουμε, δεξιά και αριστερά, τα πλάγια μαλλιά αρκετά μακριά – τόσο μακριά ώστε, αν τα χτενίσουμε προς τα πίσω, να μπορούν να ενωθούν μεταξύ τους στο μέσον του οπισθίου μέρους της κεφαλής· κατόπιν χτενίζουμε το (αρκετά μακρύ) εμπρόσθιο μέρος της κόμης σε στυλ «κοκοράκι»· και όλα αυτά τα καρυκεύουμε με μια γερή δόση στερεωτικού υλικού – κυρίως τζελ ή brylcreem – που παρέχει όχι μόνο στήριξη, αλλά και γυαλάδα.

 

Το στυλ αυτό ονομάζεται και «pompadour» λόγω του επηρεασμού του από τον τρόπο που εκαλλωπίζετο σε θέματα κόμης η διάσημη μαιτρέσσα Madame de Pompadour.


Η επιρροή αυτού του χτενίσματος υπήρξε τεράστια και συγκλονιστική, μολονότι η συγκεκριμένη κόμμωση γεννήθηκε τυχαία. Ο μεγάλος μας ηθοποιός έχει, σε ανύποπτο χρόνο, δηλώσει ότι το χτένισμα αυτό ανέκυψε λόγω… ανάγκης: η ανέχεια δεν επέτρεπε στον νεαρό Tony να επισκέπτεται τους κουρείς με την συχνότητα που θα επιθυμούσε και που επέβαλλαν τα ήθη της εποχής. Έτσι, προσπαθούσε να τακτοποιηθεί εκ των ενόντων. Αργότερα, όμως, άλλαξε βιολί. Παρ’ ό,τι απέκτησε κάποια χρήματα, δεν επιθυμούσε τα συχνά κουρέματα, ακολουθώντας την αντίληψη του Σαμψών: «Πίστευα ότι αν κόβω συχνά τα μαλλιά μου θα χάσω, σαν τον Σαμψών, την καλλιτεχνική μου ρώμη…», είχε δηλώσει με τόλμη. Η κόμμωση του Tony επηρέασε τον μεγάλο εκπρόσωπο του rock’n’ roll, Elvis Presley, ο οποίος και έσπευσε πάραυτα να την υιοθετήσει.


Επηρέασε, όμως, και αμέτρητους άλλους νέους της εποχής, όπως τον James Dean, ο οποίος πρωταγωνίστησε στο «Rebel without a Cause» (την ταινία-ευαγγέλιο των επαναστατών του γλυκού νερού) λανσάροντας κομμωτικά - και αυτός - το στυλ «Curtis»...


... ενώ, αναμφιβόλως, λάτρης της συγκεκριμένης coiffure υπήρξε και ο μακαρίτης Dirk Bogarde.


Δεν περιορίστηκε, όμως, σε μεμονωμένες περιπτώσεις η επιρροή του χτενίσματος του Tony. Διαμόρφωσε ολόκληρη την κομμωτική στιλιστική του rockabilly, ενώ οδήγησε σε στιλιστικές επιρροές τεράστιας εμβέλειας στο «κίνημα» των Greasers.


Επρόκειτο για τους νεολαίους από τα κατώτερα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα που αναζητούσαν στον ήλιο μοίρα, εκφράζοντας παραλλήλως και μια έντονη (ψευδο) επαναστατικότητα. Το μαλλί ήταν τύπου Curtis, αρκετά άλουστο, αλλά οι Greasers προχωρούσαν και σε επιπλέον αισθητικά statements: μεγάλες και φαρδιές φαβορίτες, στενά τζινς, μαύρες μπότες, T-shirts και από πάνω μαύρα δερμάτινα jackets (ή «πέτσινα», όπως τα έλεγαν οι παλαιότεροι στη χώρα μας).

  

Η χτένα (ή «τσατσάρα») υπήρχε μόνιμα στην κωλότσεπη των Greasers και έβγαινε με την πρώτη ευκαιρία να στρώσει το μαλλί, ενώ το τσιγάρο στεκόταν αναμμένο μόνιμα στα χείλη των λαϊκών αυτών παιδιών.


Αναφερόμαστε, φυσικά, στο στυλ που έκανε ίσως ευρύτερα γνωστό στο πλατύ κοινό ο John Travolta με το περίφημο Grease (το film που παιζόταν μέχρι και πριν από μερικά χρόνια, ανελλιπώς, κάθε καλοκαίρι, στους θερινούς σινεμάδες της χώρας μας με τα εκνευριστικά - καθότι χιλιοτραγουδισμένα - γιασεμιά), αλλά και ο pop καλλιτέχνης Morrissey (εκείνος, όμως, αντί για χτένα, στην κωλότσεπη τοποθετούσε λουλούδια...).



Ίσως, πάλι, επηρεασμένος από το συγκεκριμένο στυλ να μπορεί θα θεωρηθεί και ο εναλλακτικός κινηματογραφικός σκηνοθέτης Jim Jarmusch.


Πάντως, η πιο πρόσφατη ισχυρή έκφραση αυτής της pompadour κoμμώσεως μάς χαρίστηκε από τον φινλανδό σκηνοθέτη Aki Kaurismäki, με την θαυμάσια ταινία του Leningrand Cowboys Go America.


Με την πάροδο των ετών, ο Tony άλλαξε τροπάριο. Αναγκαστικά. Το κεφάλι άρχισε να αποχωρίζεται τις τρίχες με ταχύτατους ρυθμούς, μέχρι που έμεινε τελείως γυμνό. Το χτένισμα pompadour ήταν πλέον ανέφικτο. Ο Tony επέλεξε η λύση της περούκας. Περούκες και περουκίνια σε μια τεράστια γκάμα σχεδίων και χρωμάτων στόλιζαν το κεφάλι του μεγάλου ηθοποιού.



Μέχρι που στις 17 Απριλίου του 2008, σε μια επίσκεψή του στα Harrods του γραφικού Al Fayed (με τα λαχουρένια πουκάμισα και τα σταυρωτά σακάκια), ο δημοφιλής ηθοποιός εμφανίστηκε χωρίς περούκα (αν και με καουμπόικο καπέλο, σαν κι αυτά τα τεξανικά που συνήθιζε να φορά στην σαπουνόπερα Dallas ο Larry Hagman).



Κρανίου τόπος... Χρειάστηκε να καβατζώσει τα 83 του χρόνια για να συμβιβαστεί με την απόλυτη φαλάκρα ο Tony. Η ωριμότητα άργησε, αλλά έφτασε. Από κει και πέρα, δεν είχε τίποτε άλλο να περιμένει ο καλλιτέχνης. Aπεβίωσε δύο χρόνια μετά, στο Las Vegas, η αισθητική του οποίου τόσο πολύ ταίριαζε στα γούστα του. Θα ταφεί τη Δευτέρα, στην πατρίδα των καζίνων που τόσο πολύ αγάπησε – χωρίς περούκα. Tony Curtis, αγαπημένε μας Danny Wilde, αιωνία σου η μνήμη…