Saturday, October 27, 2012

Η Πέγκυ Σου παντρεύτηκε: σκηνές από έναν γάμο…



Ήταν ένα όμορφο, ζεστό και ανθρώπινο απόγευμα. Με λίγα λόγια, ένα απόγευμα Ελληνικό. Ο τηλεπαρουσιαστής Φίλιππος Καμπούρης στέκεται αποφασισμένος, σαν έτοιμος από καιρό, εμπρός σε μια εκκλησιά του Πειραιώς, της γενέθλιας πόλης, περιμένοντας, θαρρείς με μια σχεδόν απόκοσμη στωικότητα ζωγραφισμένη στο  εύσαρκο πρόσωπό του, την εκλεκτή της καρδιάς του. Είχε αποφασίσει να αψηφήσει – έστω και κατά το ήμισυ – το απόφθεγμα του H. L. Mencken, ότι οι μόνοι πραγματικά ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι οι παντρεμένες γυναίκες και οι ελεύθεροι άνδρες. Σε λίγα λεπτά δεν θα δίσταζε να κάνει το μεγάλο βήμα – ένα πραγματικό πήδημα: να γίνει διπλός (όχι βέβαια από πλευράς σωματικού μεγέθους – αυτό το είχε καταφέρει ήδη, εδώ και κάμποσα χρόνια). 


Χαρά αλλά και αμηχανία δέσποζαν στον ιερό περίβολο. Χαρά, γιατί ο νεαρός παρουσιαστής θα βάδιζε πλέον με υπερηφάνεια στις αλέες του ήρεμου, γιομάτου από συναισθηματική και σωματική πληρότητα, έγγαμου βίου. Αμηχανία, γιατί οι καιροί είναι δύσκολοι (ειδικά για νεόνυμφους) και ένας γάμος μπορεί να ισοδυναμεί με βήμα στο κενό. Η αμηχανία γιγαντώθηκε, λαμβάνοντας μια έντονα κρεώδη μορφή, από τον προβληματισμό μια μεσόκοπης κυρίας (μάλλον συγγενούς των μελλονύμφων), η οποία σιγοψιθύρισε στη διπλανή της με τα εμπριμέ: «Τώρα που παντρεύεται ο Φιλιππάκος, πρέπει να προσέξει πολύ. Οι άντρες όταν παντρεύονται συνήθως παχαίνουν. Αλλά αυτός, απ’ ό,τι βλέπω, έχει ήδη παχύνει πολύ!». 


Ο Καμπούρης αποτελεί μια ανάλαφρη, χαριτωμένη (αλλά και, από μια άποψη, επαναστατική) παρουσία στο πληκτικό και σοβαροφανές ελληνικό τηλεοπτικό τσίρκο, φτιάχνοντας ένα κατάδικό του τσίρκο, χωρίς ακροβάτες, χωρίς ζογκλέρ που καταπίνουν φωτιές, χωρίς ασώματες κεφαλές, αλλά με μια ορμητική στρατιά από ενδιαφέροντες λοξίες με ματιές λοξές. Όσο και αν η παταγώδης αποτυχία του κατά την τελευταία τηλεοπτική σαιζόν (λόγω ακατανόητης σοβαροφάνειας του προσφερόμενου προϊόντος) σκόρπισε απογοητεύσεις και βαθιά χασμουρητά στους φίλους του σκληροπυρηνικού  εναλλακτικού θεάματος, ο underground παρουσιαστής κατέχει την πιο περίοπτη θέση στην πινακοθήκη του ελληνικού trash θεάματος-ακροάματος, το οποίο διακονεί χρόνια τώρα με συνέπεια, φιλοτιμία και αυταπάρνηση. 


Το trash είναι ένα δύσκολο είδος. Ειδικά σε κοινωνίες όπως η Ελληνική, όπου ξινοί σχολάρχες νουθετούν, δυσκοίλιοι θεματοφύλακες κανοναρχούν, αγρυπνούντες φρουροί της σοβαρότητας επιτιμούν. Ο φρονηματισμός του εκπεσόντος κοινού απαραίτητος. Οι Μπαμπινιώτηδες καιροφυλακτούν! Ταλαντούχος μεν ο παρουσιαστής απενοχοποιημένος και ακομπλεξάριστος. Οπωσδήποτε, όμως, δύσκολα θα ισχυριστεί κανείς ότι η καλλιέργεια ή η φινέτσα αποτελούν τα πιο θεμελιώδη χαρακτηριστικά του (μήπως δηλ. αποτελούν χαρακτηριστικά του γενικότερου ελληνικού τοπίου εντός του οποίου ενεργεί;). Άλλωστε, αν τα διέθετε κι αυτά, θα ήταν ο Antoine de Caunes και όχι ο Φίλιππος Καμπούρης, θα παρουσίαζε το Eurotrash και όχι το Δεν Ήξερες Δε ρώταγες;, ενώ το τηλεοπτικό κοινό θα αποτελείτο από επιδιδόμενους σε ενδοσκόπηση και αυτοκριτική πολίτες και όχι από γκαρίζοντες κακομαθημένους γκρινιάρηδες που κοπροσκυλιάζουν στις πλατείες βαρώντας κατσαρόλες. Πάντως, για Ελλάδα, μια χαρά είναι ο Φίλιππος. Bon pour lOrient.


Επιστρέφουμε, όμως, στα της τελετής, επισημαίνοντας ότι η άφιξη της νύφης δεν άργησε πέραν του προβλεπομένου και όλα πλέον μπήκαν σε μια φυσιολογική ρότα, προκαλώντας στο εκκλησίασμα «ανάμεικτα συναισθήματα» – τα συνήθη σ’ αυτές τις περιπτώσεις: χαρά (στους στενούς  συγγενείς), φθόνο (στα παριστάμενα «ελεύθερα» κορίτσια που σκυλιάζουν όσο ο γάμος δεν είναι δικός τους), πλήξη (στους λοιπούς, από κοινωνική υποχρέωση, παρισταμένους).

 
 
 οι ευτυχείς νεόνυμφοι - στη μέση ο κουμπάρος κ. Θεμελάκης

Ορισμένα προβλήματα «διακρισιμότητας» δημιουργήθηκαν εξ αιτίας του γεγονότος ότι γαμπρός και κουμπάροι ήσαν παρόμοιου σωματικού εύρους. Έτσι, λ.χ., κάποιοι έσπευσαν να ευχηθούν όλα τα σχετικά («να ζήσετε», «πάντα ευτυχισμένοι» κλπ.) στον κουμπάρο – και ταξιδιωτικό πράκτορα – Μπάμπη Θεμελάκη συγχέοντάς τον με τον γαμπρό, παραβλέποντας το ότι από άποψη ύψους ήταν κατά 60 περίπου εκατοστά χαμηλότερος του veritable νυμφευομένου. Ωστόσο, τα προβλήματα αυτά γρήγορα ξεπεράστηκαν μετά τις αναγκαίες διευκρινίσεις και όλα μπήκαν στη θέση τους, αφήνοντας τους φίλους και συγγενείς του ζεύγους να απολαύσουν γαλήνια και ευφρόσυνα το μυστήριο.

 Τζίνα Ντρούλις: εκθαμβωτική! (ο Μίστερ Μπούτιας με μακρύ μανίκι)

Εντυπωσιακή, πράγματι, παρουσία αυτή της αδελφής του γαμβρού, της απαστράπτουσας (και με στρασάκια στους θελκτικούς της ώμους) Τζίνας Ντρούλις – μιας πραγματικής μαντάμ Ορτάνς. Αέρινη, μα συνάμα και επιβλητική – μια θεσπέσια, ερωτική παρουσία που γέννησε ανομολόγητους πόθους στους άρρενες παρισταμένους. Ερωτική μεν παρουσία, σε λαϊκά όμως μοτίβα, αφού με τη γαμήλια εμφάνισή της μπορεί να βγήκε νικήτρια η προκλητικότητα, αλλά τραυματίσθηκε θανάσιμα η διακριτικότητα και εφονεύθη βάναυσα η λιτότητα. Ειδικά, πάντως, το μπούστο της – το εκρηκτικό αυτό μπούστο – κόλαζε και άγιο, ενώ προσέφερε πλούσια τροφή για σκέψη (αλλά, γιατί όχι, και για δράση – δράση χειρονακτική). Δυστυχώς, όμως, δεν έλειψαν και τα κακεντρεχή σχόλια – συνήθη, πάντως, σε τέτοιου είδους τελετές. Η λαϊκή αοιδός (και πανελίστρια) Εύη Κρανιδέλη σχολίασε με μνησικακία την εμφάνιση της καλλιπύγου και καλλισφύρου αδελφής του γαμβρού, λέγοντας «Μα πώς είναι έτσι! Σαν τις παλιές π****νες του Can-can!..». Το μόνο που θα είχαμε, από πλευράς μας, να επισημάνουμε στην (εντυπωσιακή αρχισυντάκτρια του τηλε-ιατρού Φικιώρη) Τζίνα, είναι να αφήσει επιτέλους το όνειρο γάμου με γυμνασμένο καλαθοσφαιριστή και να αρκεστεί σε κάτι πιο προσιτό, καθόσον ο χρόνος περνά με τρόπο αμείλικτο και έχει αρχίσει ήδη να επικρέμαται ο κίνδυνος της οδυνηράς και ανεπίστρεπτης παραμονής στο ράφι.


Σημαντική τόνωση στην αύξηση του ειδικού βάρους της τελετής (με όποια έννοια και αν το πάρει κανείς…) εξασφάλισε η παρουσία του δημάρχου Πειραιώς, Βασίλη Μιχαλολιάκου. Επιπλέον, ο δήμαρχος προσέδωσε στην εικόνα του ιερού μυστηρίου αξιοσημείωτη αρμονία, καθώς το σωματικό του μέγεθος ομοίαζε εντυπωσιακά με αυτό του γαμπρού. 

 

Αλλά και η παρουσία του δημοτικού συμβούλου (και καταξιωμένου μαχητή της δικηγορίας), Πέτρου Μαντούβαλου, δεν πέρασε απαρατήρητη. Ο έντιμος θεμιστοπόλος ευχήθηκε με θέρμη στον γαμβρό, προειδοποιώντας τον, όμως, ότι ο γάμος επ’ ουδενί θα πρέπει να  οδηγήσει τον νεόνυμφο σε παραμέληση των – το δίχως άλλο σημαντικών – αυτοδιοικητικών του καθηκόντων (καθόσον τυγχάνει εκλεγμένος δημοτικός σύμβουλος Πειραιώς με τον πολλά υποσχόμενο συνδυασμό Πειραιάς Πόλη Θρύλος του οποίου ηγείται ο κ. Μαντούβαλος).

 

Ο πολιτευόμενος δικηγόρος αρχικώς αυτο-τοποθετήθηκε στις εμπρόσθιες σειρές, δημιουργώντας, όμως, κάποια προβλήματα στους εκλεκτούς φωτογράφους του στούντιο Φλώκα που επιμελήθηκαν τη γαμήλια φωτογράφηση, καθώς το φως των πολυελαίων προκαλούσε ισχυρή αντανάκλαση επάνω στην ιδρωμένη ευρύτατη φαλάκρα του Μανιάτη πολιτευτού, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται η λήψη φωτογραφιών. Με τη διακριτική μετακίνηση του, όμως, δύο σειρές πιο πίσω και αριστερά, σε κάπως λιγότερο φωτεινό σημείο, το πρόβλημα λύθηκε οριστικά και αμετάκλητα. Φαίνεται, όμως, ότι εκείνο το ξεχωριστό βράδυ ο διακεκριμένος πολιτευόμενος ήταν και αρκετά κρυωμένος, όπως μπορούν να πιστοποιήσουν όσοι ιστάμενοι όπισθεν αυτού ταλαιπωρήθηκαν βάναυσα από τα συμπτώματα του κρυώματος.


Στη γαμήλια τελετή χοροστάτησε ο Μητροπολίτης Πειραιώς, Σεραφείμ. Σε αρκετά καλή φόρμα και με «στρωμένη», προπονημένη φωνή, σκόρπισε ικανοποίηση σε νεονύμφους και θεατές, τόσο με την επίδοσή του όσο και για το λόγο ότι η μητροπολιτική του παρουσία προσέδωσε ένα άλλο κύρος στο μυστήριο. Όταν, μετά το τέλος της τελετής, έσκυψε προς το μέρος του γαμπρού και με βλοσυρότητα κάτι του σιγοψιθύρισε στο αυτί, ορισμένοι υποπτεύθηκαν νουθεσίες περί των καταστροφικών παρενεργειών της πεολειχίας – του αγαπημένου δηλ. θέματος του αρχιερέως. Ο νεόνυμφος, όμως, έσπευσε αργότερα να καθησυχάσει τους παρισταμένους λέγοντας ότι ο σεβαστός ιεράρχης του ψιθύρισε απλώς ένα θερμό «να ζήσετε· ο Κύριος μεθ’ υμών».


Δυναμικό «παρών» έδωσε και η καλλιτέχνις Κάλη Φέρρη, συνοδευόμενη από τον σύζυγό της (και διακεκριμένο μαθηματικό) κον Μουσταφέρην. Αν και θεράποντες του γυμνισμού αμφότεροι, παρέστησαν στο ιερό μυστήριο ενδεδυμένοι. 

Κάλη Φέρρη

σύζυγος κ. Μουσταφέρης (δεξιά)  

 

Η εμφάνιση της Έφης Θώδη προσέδωσε, χωρίς αμφιβολία, μια γήινη, προσγειωτική νότα στη χαρμόσυνη τελετή. Η παρουσία του Μίστερ Μπούτια χάρισε, με τη σειρά της, έναν ανάλαφρο τόνο· αλλά, παραδόξως, και ένα έντονο στίγμα πολιτικότητας, αφού ο κ. Μπούτιας, ως άλλος Πέτρος Γαϊτάνος, διακήρυττε, προς έκπληξιν όλων, την συμπάθειά του προς το κόμμα της Χρυσής Αυγής! Φήμες, μάλιστα, ήθελαν τον εκλεκτό καλλιτέχνη με τα αγαλματένια πόδια να κοσμεί το ψηφοδέλτιο του νομού Κορινθίας του κόμματος, οψέποτε γίνουν οι εκλογές.


Την επομένη του γάμου οι φήμες επιβεβαιώθηκαν. Είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι έλαβε χώρα συνάντηση, με έντονο τον χαρακτήρα της πολιτικής ζύμωσης, μεταξύ του σφριγηλού καλλιτέχνη με τις εθνικές ανησυχίες και της αγαπημένης εξαδέλφης του Γ.Γ. του κόμματος Ν. Μιχαλολιάκου, κυρίας Σταυρούλας Μιχαλόλια. Εν μέσω μεζέδων και άφθονου οίνου, φαίνεται ότι κλείστηκε τελικά η συμφωνία της στοίχισης του Μίστερ Μπούτια στις γραμμές της Χρυσής Αυγής και της εκλογικής καθόδου του με το ψηφοδέλτιο του ιδιαιτέρως δημοφιλούς στους Έλληνες κόμματος.


Για την ιστορία και μόνο, συναισθανόμενοι την ιστορικότητα των στιγμών, ας πληροφορήσουμε ότι η κρίσιμη συνάντηση έλαβε χώρα στο ταβερνείο Η Κόκκινη Ντομάτα, στο Ν. Ηράκλειο, από το οποίο ο εικονοκλαστικός καλλιτέχνης αποχώρησε αργά το βράδυ εξαιρετικά ικανοποιημένος από την έκβαση των συζητήσεων. Να δούμε μόνο πότε θα αποφασίσει να εισέλθει και ο ίδιος στην συνομοταξία των παντρεμένων, αφού πιστεύουμε ότι προσεγγίζει την ηλικία εκείνη, που του επιτρέπει πλέον την προοπτική ενός ανέφελου και δημιουργικού γάμου.

Ο κ. Σταυρόπουλος στην Κόκκινη Ντομάτα

Αίσθηση προκάλεσαν ορισμένες χτυπητές απουσίες. Ο Γιάννης Τσιριγώτης έλειπε για τις ανάγκες κάποιου ρεπορτάζ, η Μάρω Σαρίφ είχε μάθημα φωνητικής με τον καθηγητή της κ. Κλόγκα και είχε ενημερώσει τον γαμπρό ότι, εν όψει εξετάσεων, δεν μπορούσε καθόλου, ούτε για λίγο, να διακόψει τη μελέτη της, ο Γιάννης Κουλάκης μπέρδεψε την ημερομηνία του γάμου, ο Βαγγέλης Χαβελές είχε υπέρταση και προτίμησε την οικογενειακή θαλπωρή, ο Νότης Βολανάκης επ' ουδενί επιθυμούσε να συναντήσει την κυρία Κρανιδέλη γιατί παραμένουν ψυχραμένοι, η κυρία Κορτέση βρέθηκε αντί του Αγίου Νικολάου Πειραιώς σε ομώνυμη εκκλησία της Αττικής, ο Νότης Κομνηνάκης απείχε, λόγω συντριβής, γιατί το ίνδαλμά του και φωνητικός «σωσίας» του, Νίκος Χατζηνικολάου, είχε πνίξει, σε ραδιόφωνο και εφημερίδα, το θέμα του καρτέλ πετρελαίου  (Κύριος οίδε διατί – που λέει ο λόγος…).

 
 Γιάννης Τσιριγώτης

Αλλά και η Μίνα Ιορδανίδου (η λατρεμένη μας «Νικόλ») δεν μπόρεσε τελικώς να παραστεί, καθώς την ώρα εκείνη παρέδιδε σε πελάτη-μαθητή της έκτακτα μαθήματα φλάουτου (καθηγήτρια γαρ).


 Μίνα Ιορδανίδου

Πιο ηχηρή, πάντως, υπήρξε η απουσία του Εθνικού Σταρ Ανδρέα Ευαγγελόπουλου, ο οποίος εμφανίσθηκε χολωμένος, δεδομένου ότι το ζεύγος των Καμπούρηδων δεν εδέησε να του αποστείλει ταχυδρομικώς προσωπικό προσκλητήριο. Άστραψε και βρόντηξε ο Εθνικός Σταρ, ενώ τις αρές εναντίον του γνωστού τηλεπαρουσιαστή-γαμβρού έκλεισε με τη ευχή «το στεφάνι να του γίνει αγκάθι και να του μπει στο κεφάλι που δεν μου έστειλε προσκλητήριο!»…  


Μετά το πέρας της τελετής οι παριστάμενοι διαλύθηκαν ησύχως, καθώς δεν παρετέθη γαμήλιο γεύμα. Γεγονός που έκανε έξαλλη την κυρία Κρανιδέλη (και πάλι), η οποία κατηγόρησε τον νεόνυμφο ως… τσιγκούνη. «Δεν γίνονται αυτά! Ο σπάγκος! Άκου γάμος χωρίς τραπέζι!..», σχολίαζε, απορρίπτοντας τον ισχυρισμού του γαμπρού ότι το τραπέζι αναβάλλεται λόγω πρόσφατου θανάτου του πολυαγαπημένου του παππού. Φανταζόμαστε την ηφαιστειώδη αντίδρασή της, όταν πληροφορηθεί ότι τελικώς παρετέθη γεύμα, σε κάπως πιο στενό κύκλο, που οπωσδήποτε δεν περιελάμβανε την πληθωρική καλλιτέχνιδα του λαϊκού πενταγράμμου.


Γενικώς, επρόκειτο για μια ζεστή τελετή. Και βαθιά Ελληνική. Με τα κομμωτήριά της, με τις θείτσες της, με τα εμπριμεδάκια της. Αλλά και με το υπερχείλιση γνήσιων συναισθημάτων. Άξιζε σίγουρα τον κόπο. Θείον δώρον ο γάμος. Θεόσταλτον. Εξ ου και οι ειλικρινείς ευχές μας στους νεονύμφους για «βίον ανθόσπαρτον». Η Μπαλζακική Φυσιολογία του Γάμου ας αποτελέσει, εφεξής, το χρηστικό εγχειρίδιο στο προσκεφάλι των Καμπούρηδων, έχοντας να προσφέρει πολλά στην κατήχηση του ζεύγους στα μυστικά της γαμικής συνυπάρξεως και διώχνοντας, σαν ενοχλητικά χνούδια, όλες τις μεταξύ τους τριβές μαζί με όλες τις ψευδαισθήσεις. «Αν φοβάσαι τη μοναξιά, απόφυγε τον γάμο», συνιστούσε βέβαια ο Τσέχωφ. Αλλά, κι αν ακόμα έλθει η φθορά και η απευκταία εντός γάμου μοναξιά (όπως, άλλωστε, στους περισσότερους γάμους), θα υπάρχει πάντα ο Μπούτιας, ο Κωλοτούμπας, η Κρανιδέλη και οι λοιποί colourful characters, η πλουμιστή αυτή Καμπούρεια entourage, για να συντροφεύει πιστά τον παχουλό παρουσιαστή στα κακοτράχαλα μονοπάτια του βίου. Μακάρι η ζωή να επεφύλασσε και σ' εμάς τέτοια τύχη αγαθή…



Monday, October 15, 2012

Δύσκολες ώρες για τον Γιάννη Τραγάκη…


 

Δυσάρεστη έκπληξη προκάλεσε στην ελληνική αλλά και τη διεθνή κοινότητα η ανακοίνωση περί της ξαφνικής ασθενείας του βουλευτού της ΝΔ και Αντιπροέδρου της Βουλής, Γιάννη Τραγάκη. Ο συμπαθέστατος και προσηνής κυρ-Γιάννης βρισκόταν στην Κύπρο σε κοινοβουλευτική αποστολή, όταν ένιωσε ξαφνική αδιαθεσία που οδήγησε σε λιποθυμικό επεισόδιο. «Δεν μπορώ, σβήνω…», ακούστηκε να λέει λίγες στιγμές προτού χάσει τις αισθήσεις του. Ο Τραγάκης διεκομίσθη εσπευσμένα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου και του έγιναν οι αναγκαίες εξετάσεις, ενώ νοσηλεύεται πλέον στην Εντατική της καρδιολογικής κλινικής. Πάθος για την Ελλάδα και άγχος για επίτευξη των εθνικών στόχων διέγνωσε ως αιτία του καρδιακού επεισοδίου το ιατρικό επιτελείο. Βέβαια, είχε φάει και πολύ. Εντύπωση στους θεράποντες ιατρούς προκάλεσε το σθένος αλλά και η ανιδιοτέλεια του Γιάννη Τραγάκη. «Αφήστε με εμένα. Την Ελλάδα… Την Ελλάδα και τα μάτια σας!» ψέλλισε, σύμφωνα με πληροφορίες, ο διακεκριμένος πολιτικός από το κρεβάτι του πόνου προτού ξαναχάσει τις αισθήσεις του. 


Ο Γιάννης Τραγάκης έχει διακριθεί, όλα αυτά τα χρόνια, για την ευδόκιμη παρουσία του στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Για την απλότητα, το κύρος, την αποτελεσματικότητα, αλλά και την αδιαπραγμάτευτη προσήλωσή του στα ζητήματα της πατρίδος. Το πολιτικό του γραφείο κατακλύστηκε από ευχετήρια τηλεγραφήματα, ενώ «έσπασαν» και τα τηλέφωνα όχι μόνο από διεθνείς και εγχώριους παράγοντες που ζητούσαν να πληροφορηθούν για την πορεία της υγείας του καταξιωμένου Έλληνα πολιτικού, αλλά και από απλούς, αγνούς ψηφοφόρους – πράγμα που αποδεικνύει το πόσο αγαπητός υπήρξε και παραμένει.


Ο Γιάννης Τραγάκης ενημέρωσε τους οικείους του ότι ένιωσε τέτοια δυσφορία που προς στιγμήν νόμισε ότι θα αποδημούσε. Τελικά, όμως, η καρδιά – η Ελληνική αυτή καρδιά – του Κορυδαλλιώτη βουλευτή δεν τον πρόδωσε. Δυναμικός πολιτικός, δεκαετίες τώρα, είμαστε βέβαιοι ότι θα βγει νικητής και από τούτη τη μάχη και θα επιστρέψει σύντομα κοντά μας δυνατός και ακμαίος, όπως τον γνωρίσαμε και τον αγαπήσαμε. Τον συνοδεύουν οι ευχές των απανταχού Ελλήνων για ταχεία ανάρρωση και άμεση επάνοδο στην πολιτική δράση. Η πατρίς τον χρειάζεται.

Sunday, October 7, 2012

«Μας κλέβουν τα όνειρά μας!»: το ιδεολογικό υπόβαθρο της εν Ελλάδι αυτοκτονίας



Το πρόσφατο κύμα αυτοκτονιών που χτυπά τόσο μανιασμένα την ανυπεράσπιστη στην Κρίση χώρα-καρυδότσουφλο και τους παλικαρίσιους κατοίκους της δεν αφήνει – δεν μπορεί να αφήνει – ασυγκίνητο κανέναν. Τουλάχιστον, κανέναν από όσους μπορούν και παραμένουν ανθρώπινοι· κανέναν από όσους δεν έχουν βάλει μια πέτρα στη θέση της καρδιάς. Μέγα «ζητούμενο» το να σταλούν μηνύματα ολούθε· να αφυπνισθούν οι κοιμώμενες συνειδήσεις. Στην χώρα μας είχαμε γερή παράδοση μόνον στην «επώνυμη» αυτοχειρία. Ο Νικόλας Άσιμος δεν άντεξε την σκληρότητα τούτου του άδικου ντουνιά· ο Νίκος Πουλαντζάς αισθάνθηκε τι πάει να πει υπαρξιακό αδιέξοδο βλέποντας τις σημαντικές ιδέες του να μένουν χωρίς εφαρμογή· ο Περικλής Γιαννόπουλος καταβυθίστηκε καβάλα πάνω στ’ άλογο, συγκλονισθείς από την αδυναμία του Ελληνισμού να σταθεί στο ιστορικό του ύψος· η Ρένα Παγκράτη κατέρρευσε ένεκα της μη αναγνώρισης του υποκριτικού της τάλαντου· ο Μιμίκος και η Μαίρη ένιωσαν την απόγνωση που τους γέννησε το δυνατό και πολύτιμο συναίσθημα που ονομάζεται έρωτας. Και βεβαίως υπάρχουν μπόλικοι ακόμη επώνυμοι αυτόχειρες, της ίδιας πάνω-κάτω ψυχοδομής. 


Κάποιοι μιλούν για στριμμένη βίδα. Κάποιοι άλλοι δεν διστάζουν – παρά την επί μέρους αξία κάποιων προσώπων – να κάνουν λόγο για ψώνια· για γραφικούς· για παθολογική αδυναμία, για κραυγαλέα εγωπάθεια, για παντελή έλλειψη χιούμορ. Ας μας επιτραπεί να έχουμε μια διαφορετική άποψη. Η αυτοκτονία αποτελεί μια οριακή επιλογή των ευαίσθητων και των γενναίων – όσων διαβιούν / φυτοζωούν στις εσχατιές της απόγνωσης· μια επιλογή που παραδίδει ακριβά μαθήματα ζωής – σε όσους, φυσικά, μπορούν να δουν πέρα κι έξω από το διαρκές κυνήγι του χρήματος, την φροντίδα του σαρκίου και άλλων ιδιοτελών ασημαντοτήτων τούτης της ζήσης. Η αυτοκτονία, στον δικό μας τόπο – στον δικό μας τρόπο (© Ζουράρις / Γιανναράς) – είναι συνδεδεμένη με  τους συνεπείς, τους αισθαντικούς, τους ιδεολόγους – με τους λεπταίσθητους της ύπαρξης. Δεν άντεξαν όλοι οι προαναφερθέντες – και άλλοι πολλοί – ευαίσθητοι συνάνθρωποι τη ματαίωση των υψιπετών προσδοκιών, το γκρέμισμα των ευγενών φιλοδοξιών – το θάψιμο των ονείρων που τους επεφύλασσε η μοίρα. Κρίμα – πολύ κρίμα… Και καλά οι φορείς της «επώνυμης» αυτοκτονίας. Η πλεμπάγια, όμως, τι έπαθε τα τελευταία χρόνια και αυτοκτονεί; Τι συγκλονίζει, έως θανάτου, την ευαίσθητη καρδιά του μέσου Έλληνα αυτόχειρα; 


«Οι συνθήκες του ευτυχισμένου ανθρώπου βρίσκονται μόνον στην Ταϊτή», θα πει – πριν κάμποσα, βέβαια, χρόνια – ο Diderot. Ίσως γιατί δεν μπόρεσε (εξ αντικειμένου) να επισκεφτεί τη νεότερη Ελλάδα, θα συμπληρώναμε εμείς. Έλληνας ίσον ευτυχισμένος – και αντιστρόφως. Αξιωματικά. Γι’ αυτό η κοινότης των Ελλήνων είχε παραδοσιακά από τους χαμηλότερους δείκτες αυτοκτονιών διαπλανητικώς. Λογικό αυτό. Πολύ λογικό. Είναι δυνατόν να είσαι Έλληνας και να αυτοκτονείς; Να στερείσαι – και μάλιστα οικιοθελώς – όλες τις ανυπέρβλητες ελληνικές προνομίες; Μα πού πήγε η παροιμιώδης ευτυχία του Έλληνα; Γιατί το διάσημο και ζηλευτό ελληνικό κύτταρο έγινε τόσο ευαλλοίωτο ώστε να αυτοκτονεί – και μάλιστα σε μαζική κλίμακα; Η πρόσφατη άνθηση του αθλήματος της αυτοχειρίας στη χώρα μας δεν αρδεύεται από την ίδια πηγή με τους «ιδανικούς αυτόχειρες». Ούτε σχετίζεται με τις δυσώδεις προδιαγραφές αυτής της χώρας και των λερών γηγενών. Αίτιό της, πέραν πάσης αμφιβολίας, η οικονομική κρίση και η συνεπαγόμενη καταβαράθρωση των επαγγελματικών φιλοδοξιών, το σμπαράλιασμα των οικονομικών προοπτικών – εν τέλει, η κλοπή των ονείρων. Ο Έλληνας πονεί. Δεν αντέχει την οικονομική πίεση, την ανέχεια, το ψαλίδισμα των ονείρων. Θέλει να ζήσει! Γι’ αυτό και αυτοκτονεί. Γιατί θέλει μεν να ζήσει, αλλά με τους δικούς του όρους· όχι οικονομικά ζορισμένος και υποδουλωμένος στα σχέδια άλλων, μακριά από τον ανέμελο, υπερέχοντα τρόπο του ελληνικού βίου. Το είπε, άλλωστε, και ο Λευτέρης Πανταζής: «Να πούμε ένα μεγάλο ΟΧΙ σε όσους κλέβουν τις ελπίδες μας, τα όνειρά μας. Η κρίση μάς έχει γονατίσει. Στις πίστες όχι λουλούδι, αλλά ούτε κοτσάνι πια δεν πέφτει…».


Η επιλογή της αυτοκτονίας (υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι προέρχεται από την οικονομική κρίση και την κλοπή των ονείρων) δείχνει να συγκλονίζει τους πάντες – πολιτική και πνευματική ηγεσία, Τύπο και Λαό. Πολλές  πρόσφατες αυτοχειρίες (υπαλλήλων, δικηγόρων, επιχειρηματιών, εφοπλιστών κλπ.) ανθρώπων με «οικονομικά προβλήματα» δεν άφησαν ασυγκίνητους τους Έλληνες. Η πιο κομπλέ, όμως, αυτοκτονία, η αυτοκτονία που συγκίνησε αφειδώλευτα, ήταν εκείνη του συνταξιούχου φαρμακοποιού, που, εκτός από το καουμπόικο στοιχείο με το πιστόλι, εμπεριείχε δίκην δώρου και «μήνυμα» – ολάκερο πολιτικό μανιφέστο. Ράγισε καρδιές το σπάραγμα-Ευαγγέλιο του σύγχρονου ακτιβισμού γραμμένο από τα χέρια  του 77χρονου φαρμακοτρίφτη, ο οποίος χάρισε στον Χάρο τη χαρίεσσα ζωή, αφού δεν μπορούσε να ζήσει, όπως ήθελε και όπως του άξιζε, με την πενιχρή σύνταξη των μόλις 1500 ευρώ.


Μέχρι τώρα αυτοκτονούσαν μαζικά μόνο κάτι παρακατιανοί λαοί (δευτερεύοντες, βόρειοι) που, απ’ ό,τι μας έλεγαν, δεν ετύγχαναν του προνομίου του ελληνικού φωτός (να ’τος πάλι ο Αλεπουδέλης…). Και καλά να αυτοκτονούν οι λαοί-δευτεράντζες. Αλλά τώρα να αυτοκτονούμε κι εμείς, οι Έλληνες; Οι στιβαροί; Οι λουσμένοι (πατόκορφα) σε φως και θάλασσα; «Κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας» (που λένε και οι δημοσιογράφοι, παίζοντας στα δάχτυλα τον Σαίξπηρ). Πάντως, η μαζικότητα του αυτοκτονικού φαινομένου εν Ελλάδι ενδεχομένως να υπογραμμίζει και την ανωτερότητα της ελληνικής φυλής, διατρανώνοντας την παροιμιώδη ευαισθησία της. Γιατί, λ.χ., κάτι λαθρομετανάστες («δεν υπάρχουν λαθραίοι άνθρωποι, μόνο λαθραία τσιγάρα», αντηχεί στ’ αυτιά μας η στεντόρεια φωνή του συμπαθέστατου Δημήτρη Στρατούλη), κάτι Σομαλοί, κάτι Ινδοί, κάτι Πακιστανοί, δεν αυτοκτονούν – παρά την ανέχεια. Χοντρόπετσοι, ζωώδεις, χωρίς τις ελληνικές εκλεπτύνσεις, στερούνται προφανώς της ημετέρας ευαισθησίας ώστε να αφαιρέσουν αυτοβούλως της δική τους ζωή. Αντιθέτως, προτιμούν (όσοι, τέλος πάντων, απ’ αυτούς εργάζονται και δεν σουφρώνουν) να περνούν την ώρα τους στα χωράφια, τα πεζοδρόμια, τα φανάρια και τις οικοδομές για την επιβίωση, κάτω από το ελληνικό λιοπύρι – το ιερουργούν Ελληνικό φως.


Συνήθως, η υπαρξιακή κύρτωση – η προϋπόθεση, δηλαδή, της αυτοκτονίας – πηγαίνει φούστα-μπλούζα με τα αφράτα χέρια, με τα ροδαλά μάγουλα, με τα πλαδαρά κωλομέρια (ωσαύτως οι ψυχαναλύσεις και τα ρέστα). Τα παιδιά της ανάγκης δεν αποδίδουν καλά στο συγκεκριμένο σπορ. Δεν είναι αρκούντως ευαίσθητοι, καταπώς φαίνεται. Όπως και να’ χει, τουλάχιστον οι δημοσιογράφοι, πάντα φρουροί των Λαϊκών δικαίων, γρηγορούν. Αλυχτούν, πρωί και βράδυ, ζητώντας να σταματήσει η κλοπή ονείρων και οι Έλληνες να μην αυτοκτονούν. Και να κάνει επιτέλους κάτι η «Πολιτεία» – απαραίτητο αυτό. «Κάθε μέρα έχουμε κι από μία αυτοκτονία! Τι κάνουν επιτέλους οι κρατούντες;», όπως δικαιολογημένα αναρωτιέται, μέρα μπαίνει-μέρα βγαίνει, με ιερή αγανάκτηση σε καρδιά και χείλη, κι ο Ευαγγελάτος (προτού ή και αφού μετρήσει τις δεκάρες των διαφημίσεων)· φορώντας, εκτός από το άνετο κοστούμι της ιερής, υπέρ Λαού, οργής, και στενό γυαλιστερό κοστούμι μπαλκανέζου λεβεντο-εστέτ, μυτερά σκαρπίνια και slim γραβάτα, η οποία μάλιστα ξεπερνά το ύψος της ζώνης και του κρέμεται μέχρι τους όρχεις – εκεί, δηλαδή, όπου έχει γραμμένη (αυτός και οι όμοιοί του), εκτός από τη φινέτσα, κάθε επαγγελματική και προσωπική αξιοπρέπεια.

 

Την οδυνηρή κατάσταση θα συνοψίσει, με απλότητα αλλά και μοναδική ενάργεια, η κατάθεση ψυχής της νεαρής – σφόδρα απογοητευμένης και ονειροψαλιδισμένης – σπουδάστριας Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (στις σχολές Μανώλα): «Πιστέψτε με, σε λίγο όλοι θα αυτοκτονούμε! Βιώνουμε ένα αδιέξοδο! Είχαμε συνηθίσει σε έναν άλλο τρόπο ζωής. Δύσκολο τώρα που τόσα χρόνια συνηθίσαμε να ξεσυνηθίσουμε. Νιώθω ότι μου κλέβουν την ελπίδα! Νιώθω [σ.σ. πάντα κάτι «νιώθουν» οι ευαίσθητες ψυχές – και δη οι γυναικείες] ότι μου κλέβουν τις προοπτικές μου! Φέρτε μου πίσω τα όνειρά μου!», θα πει σπαραχτικά η Μαίρη. Πάντως, αν κρίνουμε από τη συχνότητα της επίκλησης περί «κλεμμένων ονείρων», οι Έλληνες πρέπει να έχουμε μπόλικα όνειρα – και πολύτιμα, for that matter, για να μας τα κλέβουν τόσοι πολλοί και με τόση μανία.

 

Ο Ελληνικός Λαός καταρρέει από την οικονομική κρίση και την κλοπή των ονείρων – και αυτοκτονεί. Αλλά, όσο οι Έλληνες θα αυτοκτονούν μαζικά, ένα αμείλικτο ερώτημα θα πλανάται πάνω από την ιστορική και ευλογημένη χώρα: Καταρρέουν μωρέ οι Έλληνες;..