Saturday, May 24, 2014

Λερμπαλέρ




«Δημοκρατικό τόξο», «Συνταγματικό τόξο», «Καταδικάζουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται», «Success story», «Λεφτά υπάρχουν», «Η κρίση ως ευκαιρία», «Το διακύβευμα των εκλογών», «Πρωτογενές πλεόνασμα», «Θεωρία των δύο άκρων», «Δεν υπάρχει μαγικό ραβδάκι», «Λάσπη στον ανεμιστήρα», «Ψόφος» – καζάνι το κεφάλι του έρμου Λερμπαλέρ. Στο vortex της ενημέρωσης. Όλα ανοιχτά: τηλεόραση, υπολογιστής, ραδιόφωνο – και όχι με το σταγονόμετρο. Απόψεις. Πολλές απόψεις. Σημαντικές απόψεις. Και ερμηνείες. Ερμηνείες πολλές. Ερμηνείες σημαντικές. Και εικόνες. Πολλές εικόνες. Εικόνες που φωτίζουνε απόψεις. Και απόψεις που φωτίζουνε εικόνες. Και γνώμες. Και σχόλια. Και πληροφορίες. Που φωτίζουν απόψεις κι ερμηνείες. Πολιτικοί. Αναλυτές. Σχολιαστές. Ομιλούσες κεφαλές. Με απόψεις κι ερμηνείες. Γνώμες και πληροφορίες. 

 

Ο Λερμπαλέρ ήταν ωχρός. «Να δούμε τι λέει κι ο Λαός». Και, ναι, ο Λαός, διάπυρος κι αυτός, θρηνούσε σχετλιαστικώς. Δρούσε και σχολιαστικώς. Με πλήκτρα και ποντίκια. Πρίαπος ενώπιον του συμμετέχειν. Γιατί καυλωτικόν της αληθείας το κατέχειν. Απόψεις. Σημαντικές απόψεις. Ventriloquist dummies. Λούπες λαϊκής γνώμης. Τα πάρτι των πληβείων. Τα ντεφιλέ των ηλιθίων. Θόρυβος συνεχής. Ουδείς κατέχει την τέχνη της σιωπής. «In the future everyone will be famous for fifteen people». Momus. 1991. Το μέλλον είναι ήδη εδώ. Με πλήκτρα και ποντίκια. Το πλήθος των «famous for fifteen» σχολίαζε και παρακολουθούσε. Παρακολουθούσε και σχολίαζε. Μαζικά. Μανιακά. Οπωσδήποτε δημοκρατικά. Εν απολύτω ελευθερία. «Η απόλυτη ελευθερία είναι η απόλυτη υποδούλωση». Blanchot. Οι Θανάσηδες κι οι Αντώνηδες, οι Χρήστοι κι οι Μανώληδες τα ’βλεπαν αλλιώς, όμως. Ίδια, αλλά αλλιώς. Με το ποντίκι στο ’να χέρι (και τ’ όργανο στο άλλο), εξαρτημένοι, σχολίαζαν τους πάντες και τα πάντα – εξαντλητικώς. Το traffic jam της έκφρασης. Του τίποτα η μέθεξις. Που δίνει ταυτότητα και υπόσταση. Που εξωραΐζει ασημαντότητα και αποτυχία. Που κρύβει την ανυπαρξία. Οι «famous for fifteen» έβρισκαν το νόημα των πάντων. Kαι το πληκτρολογούσαν κατά πάντων. «When people are finding meaning in thingsbeware». Edward Gorey.

 

«Θέλω κι εγώ να μάθω αυτό που ξέρω» είπε ο Λερμπαλέρ. Πεινούσε για ενημέρωση. Έπρεπε, λοιπόν, να παρακολουθεί, χωρίς σταματημό, τις εξελίξεις. Έπρεπε. Έστω κι αν δεν μπορούσε. «Πρέπει να συνεχίσω, δεν μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω» είπε –ως νέος Beckett– ο πεινασμένος Λερμπαλέρ. Είχε νυχτώσει πια. Σκότος βαθύ. Είχ’ έρθει η ώρα για να φάει το βραδινό φαί. Αβγά βραστά, τηγανητά, αλλά και ομελέτα. Κι αμέσως σαν απόφαγε, στην πολυθρόνα εκάθισε. Κρύωνε, και στο πρησμένο σώμα του έριξε μια κουβέρτα. Οι συσκευές πάντα ανοιχτές. Με θέσεις αντιπροσωπευτικές. Απρόσκοπτη η έκφραση. Ευκοίλια. Ανεμπόδιστη. Με απόψεις κι ερμηνείες. Με γνώμες και πληροφορίες. Γαλάζιο φως, τηλεοπτικό. Και blaring ηχητικό.


Μέσα στο θάλπος  το βαθύ, σαν να ’χε αποκοιμηθεί. Με ανοιχτά αυτιά και μάτια. «Ξιφίλ μαλέρ! Ξιφίλ μαλέρ!» έκραξε ξάφνου ο Λερμπαλέρ. Βαρύθυμος σηκώθηκε. Και παρευθύς τεντώθηκε. Η επαύριον προμηνυόταν το ίδιο συναρπαστική με τη σήμερον. Κι έσπευσε να κατακλιθεί κανονικώς. Για να ξυπνήσει φρέσκος, δυνατός· να ξαναπαρακολουθήσει. Των μέντια και του Λαού τη στύση.

 

Friday, May 23, 2014

ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΟΥΣ VAPSOMALLIADES Στάθης Πατσαντζής: «η Ιστορία εμένα τελικά θα δικαιώσει!»



Η αρχική ιδέα ήταν να καλέσουμε τον πιο hardcore πολιτικό αρχηγό της μεταπολίτευσης, τον πρόεδρο της Χριστοπιστίας και φίλο Στάθη Πατσαντζή, σε γεύμα στη Μ. Βρετάνια [sic], για μια συζήτηση «εφ’ όλης της ύλης». «Να ’μαστε και κοντά στη βουλή…» σχολιάζουμε αστειευόμενοι. Κατά τη διαδικασία οριστικοποίησης του ραντεβού, ωστόσο, κάτι δείχνει να προβληματίζει τον πρόεδρο. Προσπαθούμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει. Ο κ. Πατσαντζής φέρεται «βρετανικά» – με ευγενικές υπεκφυγές αποφεύγει να δηλώσει ευθέως την αιτία του προβληματισμού του. Με τα πολλά, ανοίγει την καρδιά του. «Ξέρετε, φοβάμαι μήπως βρέχει…» μας δηλώνει διστακτικά. «Αφού έχει καλοκαιρία. Προέβλεψε βροχοπτώσεις η ΕΜΥ;» τον ρωτούμε έκπληκτοι. «Μπορούν να προβλεφθούν ποτέ αυτά τα πράγματα;» απαντά. «Θέλετε τότε να το αφήσουμε για την προσεχή εβδομάδα;» τον ξαναρωτούμε. «Όχι, απλώς, εάν δεν σας δημιουργεί πρόβλημα, να συναντηθούμε κάπου κοντά στο σπίτι μου, ώστε, σε περίπτωση που βρέχει, να μην υπάρξει μεγάλο πρόβλημα. Μόνο τη βροχή φοβάμαι, ξέρετε. Τίποτε άλλο». Την Πέμπτη του ραντεβού μας, μια ηλιόλουστη μέρα με θερμοκρασία περί τους 25 βαθμούς καθησυχάζει ως προς την πιθανότητα δυσάρεστων καιρικών εκπλήξεων. Συναντούμε τον Στάθη Πατσαντζή στο ορισμένο από τον ίδιο σημείο. Μολονότι συνήθως «εγγλέζοι» στα ραντεβού μας, αυτή τη φορά έχουμε λιγάκι αργήσει, ωστόσο, πλησιάζοντας το σημείο συνάντησης, διαπιστώνουμε ότι ο πρόεδρος δεν έχει χάσει το χρόνο του: έχει εκμεταλλευτεί με τον καλύτερο τρόπο την ολιγόλεπτη αργοπορία μας κάνοντας πεζοδρόμιο! Πολιτικό πεζοδρόμιο ασφαλώς, καθώς στέκεται όρθιος, ακίνητος, με την προπαγανδιστική του ταμπέλα κρεμασμένη στο στήθος και τον κόσμο να έχει συγκεντρωθεί γύρω του και να τον παρατηρεί. «Πού θα καθίσουμε πρόεδρε;» τον ρωτούμε μετά τις θερμές χειραψίες. «Εδώ παρακάτω, σε μια καφετέρια. Είναι το στέκι μου» λέει. Καθώς κατηφορίζουμε αναλωνόμαστε σε ένα ενδιαφέρον small talk περί του αν φοβάται τις κατσαρίδες, οπότε και δηλώνει ευθαρσώς πως όχι «σε αντίθεση με τα κουνούπια που τα εξοντώνω μετά μανίας γιατί μεταδίδουν το AIDS», ενώ επίσης αποφεύγει τα εντομοκτόνα «γιατί εκτός από τα έντομα σκοτώνουν και τους ανθρώπους». Φτάνοντας, παρατηρούμε ότι, αν και οι παρακείμενες καφετέριες σφύζουν από ζωή, η δική μας είναι τελείως άδεια. «Ας περάσουμε επάνω, στο πατάρι, να τα πούμε με την ησυχία μας...» προτείνει ευγενικά ο πρόεδρος. Κάθεται απέναντί μας και βγάζει από τις τσέπες κάτι μικρά μακρόστενα χαρτιά πάνω στα οποία έχει διάφορες φράσεις σημειωμένες και τα απλώνει στο τραπέζι. «Έχω προετοιμαστεί για τη συζήτησή μας» σημειώνει χαμογελώντας. Δίνουμε την παραγγελία και η συζήτηση ξεκινά.


Μου προκάλεσε έκπληξη, πρόεδρε, όταν έμαθα ότι εσείς, ένας πολιτικός που κατεβαίνατε πάντα αυτόνομος, στις προσεχείς ευρωεκλογές συνεργάζεστε με το ΚΕΑΝ του «Ακρίτα» Ιπποκράτη Σαββούρα. Πώς προέκυψε η τιμητική αυτή πρόταση;

Ο Σαββούρας δεν μπορούσε να συμπληρώσει ψηφοδέλτιο και έψαχνε κόσμο. Είπε ότι όποιος έρθει στο ψηφοδέλτιό μου δε θα πληρώσει δραχμή και, πράγματι, δε μου ζήτησε τίποτα. Και εκάναμε συμφωνία να βάλει το όνομά μου ως «Πατσαντζής Ευστάθιος του Δημήτρη – Μονογενής». Ο Σαββούρας, όμως, αθέτησε τη συμφωνία και έβαλε το όνομά μου χωρίς το «Μονογενής». Και έτσι, ενώ έχει συμπεριλάβει το όνομά μου στη λίστα του, εγώ απέχω και ζητάω από τον κόσμο να απέχει κι εκείνος από τις εκλογές και να μην ψηφίσει ούτε καν εμένα.

Μήπως είστε αυστηρός με τον Ιπποκράτη; Μήπως δεν του επέτρεπε ο νόμος να βάλει το «Μονογενής»;

Μα αν είναι έτσι, τότε γιατί αυτός βάζει δίπλα από το δικό του όνομα το «Ακρίτας»; Μετά μου είπε ότι δεν έβαλε το «Μονογενής» γιατί δε χωρούσε. Αλλά αυτό είναι ψέμα. Το μέτρησα. Ε λοιπόν σας λέω ότι όχι μόνο χωρούσε αλλά και περίσσευε! Εγώ δεν ήθελα να μπω στο ψηφοδέλτιο χωρίς το «Μονογενής» κι έτσι επήλθε ρήξη. Ο κ. Σαββούρας με εξηπάτησε.

Τον γνωρίζατε από πριν τον Ιπποκράτη;

Εγώ τον Ιπποκράτη τον ήξερα χρόνια, από τότε που είχε το κτηνιατρείο του στο Κολωνάκι. Του είχα πάει, θυμάμαι, και ένα σακατεμένο σκυλί να το κάνει καλά, και μου άρχισε εκεί τα τρελά των ζωόφιλων. (γελάει) Δεν είπε, όμως, όχι στο παραδάκι. Μου πήρε πολλά λεφτά τότε.

Ο Ιπποκράτης είναι σίγουρα αγωνιστής. Δεν σας απέτρεψε, όμως, από τη συνεργασία το γεγονός ότι βάφει ανελέητα μουστάκι, γένια και μαλλιά; Μήπως αυτό δε δημιουργεί την πρέπουσα για πολιτικό εικόνα;



Ασφαλώς και έχετε δίκιο. Για μένα αυτά τα βαψίματα είναι γελοιότητες. Ο ντόμπρος άνθρωπος δε βάφεται. Να πλυθεί, να κουρευτεί, να χτενιστεί, να μυρίζει ωραία, ναι. Αλλά όχι και να βάφεται. Αυτά τα φτιασιδώματα δείχνουν ψεύτικο άνθρωπο. Άνθρωπο χωρίς αρχοντιά. Εσείς είστε άνθρωπος ειλικρινής και καταλαβαίνετε τι θέλω να πω.

Σας ευχαριστώ. Μου έχετε πει ότι κάνετε και θαύματα. Να το πιστέψουμε αυτό;

Ναι, κάνω. Και θα κάνω κι άλλα στο μέλλον. Γιατί αν δεν μπορώ να κάνω θαύματα, τι τη θέλω την ενασχόληση με την πολιτική;

Η πολιτική, πάντως, έχει πολλές πίκρες και σκοτούρες. Λογικά θα έχετε πολλές δυσάρεστες εμπειρίες να μας διηγηθείτε.

Θα σας πω κάτι. Σε μια από τις συμμετοχές μου στις εκλογές, είχα φτιάξει και ένα εκλογικό κέντρο. Ένα κιόσκι, το οποίο είχα πληρώσει μάλιστα από το υστέρημά μου.

Πού; Στο Σύνταγμα;

Όχι. Μπροστά από την Καθολική εκκλησία. Και είχαν έρθει οι Χρυσαυγίτες, ο Μιχαλολιάκος και οι άλλοι – εγώ δεν είχα πρόβλημα, μπορούσα και να τους φιλοξενήσω –, και μπήκαν αυτοί μέσα κι έβγαλαν εμένα έξω! (γελάμε)

Αδικία…

Αδικία δε λέτε τίποτα!

Τι δουλειά κάνατε, πρόεδρε, πριν πολιτευθείτε; Το κοινό μας διψά για τέτοιες μικρές αλλά σημαντικές λεπτομέρειες.

Είχα σπουδάσει δημοσιογραφία. Στη σχολή Αβραμίδη. Αλλά έγινα τελικά δημόσιος υπάλληλος. Στην Εργατική Εστία. Από εκεί συνταξιοδοτήθηκα για να πολιτευθώ.

Η μητέρα σας πώς δέχτηκε την απόφασή σας να ασχοληθείτε με την πολιτική;

Τι να πει… Πολύ αγαθός άνθρωπος η μητέρα... Μόλις της ανακοίνωσα ότι θα κατέβω στην πολιτική, το πρώτο πράγμα που μου είπε ήταν «και τι θα λέω παιδί μου αν έρθουν και μου χτυπάνε την πόρτα οι δημοσιογράφοι;». Φοβόταν πολύ τους δημοσιογράφους. (γελάει) Εγώ της έλεγα να τους λες «ελάτε μέσα παιδιά να βοηθήσετε να αλλάξουμε το γέρο» – ο πατέρας μου ήταν κατάκοιτος.

Άλλες περιπέτειες από την ανάμιξή σας στην πολιτική;

Το ότι μπήκα στη φυλακή.

Πώς έγινε πάλι αυτό;

Με έβαλε μέσα ο Παρασκευαΐδης. Ο Χριστόδουλος!


Δηλαδή; Για πείτε. Η υπόθεση δείχνει να έχει ψωμί...

Κάτι είχα γράψει, σε μια αφίσα Α3 που είχα βγάλει, έκανε κάτι προκλητικές πανάκριβες κρουαζιέρες τότε ο Παρασκευαΐδης, και με πήγαν στο δικαστήριο. Εκεί κατάλαβα αμέσως ότι το όλο πράγμα ήταν στημένο με τους δικαστές και ότι πήγαιναν να με καταδικάσουν. Οπότε κι εγώ στην απολογία μου, από αντίδραση, ζήτησα να μου επιβληθεί η αυστηροτέρα των ποινών! Υπουργός Δικαιοσύνης ήταν τότε η Κουτσίκου. Που μετά έμεινε κουτσή! Με καταδίκασαν και νόμιζαν ότι θα ζητήσω συγχώρεση για να πάρω αναστολή ή να εξαγοράσω την ποινή. Αρνήθηκα, όμως, όλα αυτά τα εξευτελιστικά και προτίμησα να πάω μέσα.

Σε ποια φυλακή;

Στις αγροτικές φυλακές Ναυπλίου. Δύσκολες φυλακές. Για επτά μήνες. Εκεί έμενα σε κελιά με τριάντα-σαράντα άτομα μέσα. Έλληνες και ξένους – κυρίως Αλβανούς. Εγκληματίες όλοι τους. Αυτοί, όσο βρισκόντουσαν μέσα, γυμναζόντουσαν για να είναι έτοιμοι, όταν θα ξαναβγούν έξω, να συνεχίσουν τις βρωμοδουλειές τους, προστασίες κλπ. Εγώ ο καημένος τι να κάνω εκεί μέσα; Ούτε να κοιμηθώ καλά-καλά δε μπορούσα. Να φανταστείτε ότι κοιμόμουν στο πάνω κρεβάτι και είχα από κάτω μου έναν Αλβανό που μου χτύπαγε συνέχεια τον σουμιέ από κάτω, με δύναμη! Χωρίς να του κάνω τίποτα. Για να μη με αφήνει να κοιμηθώ.

Τρομερά πράγματα...

Τρομερά δε λέτε τίποτα.


Εκεί ήταν που μου είχατε πει ότι ήθελαν να σας κακοποιήσουν;

Ακριβώς. Τα βράδια δε με άφηναν να κλείσω μάτι. Μαζευόντουσαν όλοι αυτοί οι εγκληματίες γύρω από το κρεβάτι μου και έκαναν «ηλεκτρόνιο»! Ήθελαν να με πηδήσουν! Ερχόσαντε κάθε βράδυ δίπλα μου και μου έλεγαν «θέλουμε να σε γαμήσουμε»!

Τι λέτε! Κι εσείς πώς τους αντιμετωπίζατε;

Τι να κάνω; Με βλέπετε πώς είμαι. Οι δυνάμεις μου είναι ελάχιστες. Εγώ νοιαζόμουν να μην ασελγήσουν ακόμη και στο πτώμα μου επάνω! Ήμουν έτοιμος να αμυνθώ με κάθε τρόπο. Σφιγγόμουν στο κρεβάτι και προσευχόμουν να μη γίνει κανένα κακό. Υπέφερα πολύ. Δε λέω ότι μου έβγαλαν και τα νύχια, αλλά πραγματικά δεινοπάθησα. Να φανταστείτε ότι, με όλα αυτά που πέρασα, πήγαινα στην τουαλέτα να ενεργηθώ και έβγαζα από παντού αίμα! Βγήκα μισός άνθρωπος από τη φυλακή. Είχα πλέον σακατευτεί...

Κάποιοι λένε για τον Χριστόδουλο ότι πέθανε από AIDS. Εσείς έχετε κάτι να καταθέστε επ’ αυτού;

Από AIDS… Δεν μπορώ να πω τίποτε γι’ αυτό. Πολλά λέγονται. Δεν ξέρω…

Ο πολιτικός σας λόγος ενσωματώνει πολλά χριστιανικά στοιχεία. Συγκρουστήκατε ποτέ με τον αείμνηστο Νίκο Ψαρουδάκη, δεδομένου ότι και εσείς και η Χριστιανική Δημοκρατία ψαρεύατε, τρόπον τινά, στα ίδια νερά;

Όχι, ήμασταν τελείως διαφορετικές περιπτώσεις. Εκείνος έπαιζε παιχνίδια με την εξουσία. Ενώ εγώ ήμουν πάντα εκτός. Ένας άνθρωπος πάντα μόνος. Να σας πω και κάτι νόστιμο αφού, αν και είστε τόσο νέος, μνημονεύσατε τον Ψαρουδάκη.


Ασχολούμαι από παιδί με όλους τους αντισυστημικούς πολιτικούς αρχηγούς, πρόεδρε, γι’ αυτό.

Και πολύ καλά κάνετε. Ο παππούς μου, λοιπόν, της μητέρας μου ο πατέρας, Καρατζάς στο επίθετο, ήταν πολύ θρήσκος. Είχε καλέσει κάποτε και τον Ψαρουδάκη στο σπίτι και είχε φέρει ένα μεγάλο ψάρι.

Ποιος; Ο Ψαρουδάκης;

Όχι, ο παππούς. Ο πατέρας μου, όμως, ήταν και λίγο πειραχτήρι και είχε πάρει είδηση τι καπνό φουμάρει ο Ψαρουδάκης. Οπότε και έλεγε «ταΐστε ψάρι τον Ψαρουδάκη!» (γέλια)

Καταπληκτικό.

Μα σας είπα, ήταν μεγάλο πειραχτήρι ο πατέρας! Πάντως θέλω να πω ότι τον είχα γνωρίσει από κοντά τον Ψαρουδάκη, σε ανύποπτο χρόνο. Φαινόταν ο πονηρός άνθρωπος.

Πονηρός ο Ψαρουδάκης;

Oυου, αφάνταστα πονηρός. Και φιλοχρήματος.

Μπα;

Ασφαλώς.

Θυμάμαι, πάντως, να πλανάται κάποτε μια φήμη για συνεργασία σας με τον αείμνηστο πρόεδρο.

Σωστά θυμάστε. Εμένα βέβαια με θεωρούσαν πάντα αμελητέα ποσότητα. Και μια φορά που είχαμε συναντηθεί με τον Ψαρουδάκη και κάτι άλλους για να συζητήσουμε την πιθανότητα κοινής εκλογικής καθόδου, μίλησαν υποτιμητικά για μένα.

Μπροστά σας;

Και μπροστά μου και πίσω μου!

Δυσάρεστη εμπειρία αυτή...

Δυσάρεστη δε λέτε τίποτα! Γι’ αυτό και αρνήθηκα τελικά να συνεργαστώ.

Πώς βλέπετε σήμερα τα πράγματα; Πού πάει η χώρα κ. Πατσαντζή;

Όλα θα έχουν ένα τέλος. Εκτός από την Χριστοπιστία και τους Χριστόπιστους. Και υπό αυτήν την έννοια να είστε σίγουρος ότι η Ιστορία εμένα θα δικαιώσει!

Δίνετε, τελικά, γραμμή γι' αυτές τις εκλογές;

Αποχή.

Πάλι αποχή, πρόεδρε; Κουραστήκαμε με την ξινή, απολιτίκ, κωλοπαιδίστικη αποχή. Κι έλεγα για μια φορά ας ψηφίσω κι εγώ, αν μη τι άλλο για να δω πώς αισθάνεται κανείς μετέχοντας σ' αυτή τη γιορτή. Ειδικά σ’ αυτές τις εκλογές, που είναι και κρίσιμες, με καθάρια διλήμματα...

Δεν είναι τώρα η ώρα για ψήφο. Εν όψει εκλογών καλώ κι εσάς και όλο τον κόσμο να μην ψηφίσει, για να γίνει έτσι η μεγάλη αλλαγή που θα αναδείξει μεγάλους και ισχυρούς του μικρούς.

Κανείς, λέτε, από τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς δεν είναι της προκοπής; Ο Σαμαράς, ο Τσίπρας, ο Βενιζέλος δε μπορούν να προσφέρουν;

Κανείς τους. 

Ούτε ο Καμμένος;

Κι αυτός μια απ’ τα ίδια είναι.

Ούτε καν ο Ομπάμα της Αγια Βαρβάρας με το Ποτάμι;

Είναι όλοι τους ίδιοι. Κάτω του μετρίου.


Μετείχατε σε πάρα πολλές εκλογικές αναμετρήσεις. Θα ήθελα να μάθω αν τα Σάββατα, πριν από τις Κυριακές της ψηφοφορίας, είχατε άγχος. Μένατε, αλήθεια, ξάγρυπνος πρόεδρε;

Πάντοτε! Εγώ, άλλωστε, για να ξέρετε, μένω άυπνος 24 ώρες το 24ωρο. Για να είμαι έτοιμος να επικρατήσω.

Δείχνετε να διακατέχεστε από ανυπέρβλητη πίστη. Αυτή η πίστη είναι που σας επιτρέπει να στέκεστε όρθιος και αμίλητος στην πλατεία Συντάγματος με τις ώρες μεταφέροντας το μήνυμά σας;

Ασφαλώς. Θα σας αναφέρω κι ένα ωραίο περιστατικό, αφού ενδιαφέρεστε. Εγώ, ξέρετε, είχα σπουδάσει και δραματική τέχνη.


Α, δε μου το είχατε αποκαλύψει αυτό. Σε ποια σχολή πήγατε; Πριν ή μετά τις σπουδές δημοσιογραφίας;

Πριν από τη δημοσιογραφία. Είχα πάει στη σχολή του Πέλου Κατσέλη. Πίστευα ότι μέσω της υποκριτικής θα μπορούσα να μεταδώσω τις σκέψεις και τους προβληματισμούς μου, γιατί, ξέρετε, άμα κλείνεται κανείς στο σπίτι του δεν καταφέρνει τίποτα. Βέβαια, ήμουν ήδη υπάλληλος στην Εργατική Εστία τότε.

Ενδιαφέρον.

Εκεί, λοιπόν, είχα γνωρίσει διάφορους ηθοποιούς που μας έκαναν μάθημα, τον Λυκούργο Καλλέργη...

Αρκετά στομφώδης ο Λυκούργος.

Ναι, πράγματι. (γελάει)


Προσπαθούσε να σας προσηλυτίσει στο ΚΚΕ; Σαν τους Ιεχωβάδες είναι οι κομμουνιστές.

Μπα όχι. Ήτανε κύριος απέναντί μου. Εκεί, λοιπόν, είχα γνωρίσει και τον Μάνο Κατράκη. Μου είχε, μάλιστα, προτείνει να πάω και στον ιππόδρομο.

Ναι, ήταν αλογομούρης ο μακαρίτης.

Τέλος πάντων. Μου είχε προτείνει να παίξω και μαζί του, κομπάρσος, αλλά για κάποιους λόγους είχα αρνηθεί. Μια μέρα, λοιπόν, ήμουν στην πλατεία Συντάγματος και στεκόμουν ακίνητος όπως το συνηθίζω. Θυμάμαι έκανε πολύ κρύο, χιόνιζε κιόλας, είχε ασπρίσει ο τόπος. Ερημιά τελείως, μόνο κανα τρόλεϊ περνούσε με κανα δυο επιβάτες μέσα. (γελάει) Κι εκεί που εγώ στεκόμουν μόνος μου, όρθιος, μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη, να σου μπροστά μου ο Μάνος Κατράκης! Καθόταν έκπληκτος, μέσα στο χιόνι, και με κοίταζε!

Θα σας πέρασε για τρελό…

Χίλια τοις εκατό!


Ποια είναι η πιο ευχάριστη και ποια η πιο δυσάρεστη μέχρι τώρα εμπειρία στη ζωή σας;

Η πιο ευχάριστη ήταν όταν ήμουν ανέμελο παιδί, και λίγο χαζοχαρούμενο, και νόμιζα ότι όλα ήταν ωραία και καλά. Η πιο δυσάρεστη είναι όταν βλέπω ακόμη και μικρά παιδιά να βλαστημάνε «τον Χριστό σου, την Παναγία σου». Γι’ αυτό και μια φορά είχα πιάσει ένα τέτοιο παιδί από το πόδι και το κρατούσα κρεμασμένο ανάποδα πάνω από μια ρεματιά! (γελάμε) Ήταν κι ο πατέρας του εκεί και μου φώναζε «Πατσαντζή, θα σε ντουφεκίσω!». Όμως εγώ δεν άφηνα το παιδί από το πόδι!

Και πώς έληξε αυτό το περιπετειώδες περιστατικό;

Έβλεπα αυτό το παιδί να είναι έντρομο, είχε ασπρίσει ολόκληρο, και έτσι το άφησα. Αλλά αυτό ανέβηκε αμέσως μετά σε έναν κοντινό λόφο και ξανάρχισε να μου φωνάζει «τον σταυρό σου, την Παναγία σου»! Ήτανε λάθος μου. Θα έπρεπε να το αντιμετωπίσω με πραότητα. Επίσης, να πω ότι ο κυκλικός διπλός σταυρός είναι το σύμβολο της ειρήνης του κόσμου.

Ψηφίσατε ποτέ άλλο κόμμα εκτός απ’ το δικό σας, πρόεδρε;

Όχι. Ποτέ!

Ποτέ; Ούτε καν πριν ιδρύσετε τα κόμματά σας Ολυμπιακή Δημοκρατία, Βασιλομάχος και Χριστοπιστία; Θέλω την αλήθεια.

Πραγματικά σας λέω. Δεν ψήφισα ποτέ άλλο κόμμα! Σας βεβαιώνω.

Θα ήθελα να μου πείτε, κάπως συνοπτικά, τη γνώμη σας για συναδέλφους σας αρχηγούς άλλων μικρότερων κομμάτων: Βασίλης Λεβέντης.

Ο Λεβέντης είναι ένα διαπλεκόμενος!


Κι ας έχει ονομάσει την εφημερίδα του Αντιδιαπλοκή;

Ναι. Είναι καναλάρχης.

Μα δεν έχει πια κανάλι. Το πούλησε. Και πήρε και πολλά λεφτά, μάλιστα…

Μάλιστα, πήρε πολλά λεφτά. Πάντως έχει και τώρα δική του εκπομπή, εβδομαδιαία.

Είχε παρεξηγηθεί με τον Βρυώνη που του είχε κόψει για κάποιο διάστημα την εκπομπή, αλλά υπάρχει μια δέσμευση λόγω του συμβολαίου αγοραπωλησίας της συχνότητας. Τέλος πάντων, άλλη συζήτηση αυτή. Σημαντική, αλλά άλλη.

Τέλος πάντων, ναι. Ο κύριος αυτός, με τόσες χιλιάδες ώρες εκπομπών, δε μπόρεσε να κάνει τίποτε. Ο κόσμος δεν είναι τρελός. Ο κόσμος είδε ότι αυτός ο κύριος κάπου χάνει. Ο κόσμος είδε ότι είναι ο μαέστρος της διαπλοκής. Τον Δεκέμβριο, πριν μπούμε στη νέα χιλιετία, αυτός, μαζί με έναν εφοπλιστή δικό του, δεν ήθελαν να με αφήσουν να μιλήσω. Ήμουν στην ΕΡΤ κι ετοιμαζόμουν να βγω σε εκπομπή προεκλογική, βάσει του νόμου, και δεν ήθελαν να με αφήσουν να εμφανιστώ. Τελικά ο παρουσιαστής, ο Φάνης Παπαθανασίου που ήτανε καλό παιδί, δεν τους άκουσε και με έβγαλε στην εκπομπή. Εγώ, όμως, ήμουν τόσο συγχυσμένος από το περιστατικό που τελικά δεν τα είπα καλά, παρότι τα είχα και μπροστά μου γραμμένα. Και δυστυχώς μετράει η εικόνα, ξέρετε. Επιπλέον εγώ, αν μη τι άλλο, επειδή τα υπολογίζω όλα, είχα πάρει και ταξί για να πάω μέχρι την ΕΡΤ το οποίο και είχα πληρώσει ακριβά. Μου είχε στοιχίσει δηλ. αρκετά χρήματα. Και πήγαν χαμένα. Και να σκεφτείτε ότι τον Λεβέντη τον είχα κάποτε στηρίξει. Και είχα πάει και σε μια συγκέντρωσή του στον Πειραιά. Αλλά είναι εγωκεντρικός και θέλει να φαίνεται μόνο αυτός.

Ο Δημοσθένης Βεργής, όμως, είναι άλλος άνθρωπος. Αλέγρος…

Ο Δημοσθένης ο Βεργής είναι ταλαντούχος. Τον θυμάμαι μια μέρα, μάλιστα, να σταματάει στον δρόμο, με μια Mercedes που είχε, και να μου φωνάζει «Πρόεδρε! Πρόεδρε!». (γελάει) Είναι έξυπνος, πανέξυπνος, αλλά όχι μπεσαλής.

Γιατί; Τι σας έκανε ο Δημοσθένης;

Είχαμε βγει και σε μια εκπομπή του Σπύρου του Καρατζαφέρη στο EXTRA. Τότε ήταν στην επικαιρότητα το θέμα της Τσιλέρ, και ο Βεργής είχε βγάλει τη γνωστή αφίσα. Ίσως να τη θυμάστε.


Ασφαλώς. Ξεχνιέται τέτοια αφίσα;

Ο Καρατζαφέρης, λοιπόν, μας είχε καλέσει μαζί και τους δυο μας. Και αφού ο Βεργής μιλάει και λέει τα δικά του για τη γυμνή του φωτογραφία, ο Καρατζαφέρης δίνει το λόγο σε μένα, δηλ. τον άλλο φαιδρό. (γελάει) Τότε εγώ λέω «ας μην ασχολούμαστε με τα γεννητικά όργανα του κ. Βεργή!». (γελάμε)

Πολύ ωραίο. Ο Δημοσθένης, επί τη ευκαιρία, είναι και καλός φίλος του Γιωργάκη Παπανδρέου, του ετεροθαλούς αδελφού τού Ανδρέα και φίλου σας...

Ο Γιωργάκης ο Παπανδρέου είναι πανέξυπνος. Έχει βέβαια πρόβλημα, το ξέρει κι ο ίδιος. Ο Λεβέντης τον είχε βάλει αντιπρόεδρο της Ένωσης Κεντρώων κάποτε, γιατί νόμιζε ότι έτσι θα πάρει τις ψήφους των κεντρώων. Να σας πω κι ένα ωραίο, απ’ αυτά που σας αρέσουν... Σε μια προεκλογική περίοδο τού είχε δώσει ο Λεβέντης και έκανε μια εκπομπή στο Κανάλι 67. Τον έπαιρναν οι τηλεθεατές τηλέφωνο – δεν άκουγε και καλά – και του έλεγαν «ο κ. Λεβέντης αυτό, ο κ. Λεβέντης το άλλο». Και σε μια στιγμή τού λέει κάποιος: «ο Λεβέντης είναι μαλάκας!» (ξεκαρδίζεται) Ο Γιωργάκης είναι ευαίσθητος άνθρωπος. Είχε μάλιστα στεναχωρεθεί τόσο πολύ επειδή ο πατέρας του είχε χωρίσει τη μητέρα του, που πήγε να αυτοκτονήσει. Και μάλιστα, στην προσπάθειά του αυτή, το ένα του δάχτυλο εκόπηκε.

Α, μπα!

Βέβαια. Γι’ αυτό σας λέω. Του είχε στοιχίσει πολύ ο χωρισμός των γονέων του.


Πάντως η γυναίκα του, η Μαρία Σόκαλη, ένα βράδυ που την είχαμε πάρει με το αυτοκίνητο του Αλέξανδρου Βέλιου,  του δημοσιογράφου, να την πάμε σπίτι της μετά από ένα πάρτι αν θυμάμαι καλά – ήταν σε διάσταση τότε με τον Γιωργάκη – και καθόμουν μαζί της στο πίσω κάθισμα και της έλεγα «μην τον αφήνεις, πρέπει να γυρίσεις πίσω στον Γιωργάκη, σε αγαπάει» ήταν ανένδοτη και μου έλεγε συνέχεια «ο Γιώργος είναι ανυπόφορος!».

(γελάει) Ήξερα τον πατέρα του Αλέξανδρου. Ήταν διευθυντής στο στρατιωτικό σανατόριο. Και είχαμε πολύ καλές σχέσεις. Μάλιστα υπήρχε κι ένας στρατηγός εκεί, που ήθελε πολύ να με υιοθετήσει. Έκτοτε, λόγω της σχέσης μου με τον πατέρα του, παρακολουθούσα πάντα με ενδιαφέρον τις εκπομπές του Αλέξανδρου.

Ναι, είχε δυνατότητες, ήταν ανορθόδοξος, πρωτότυπος και ενδιαφέρων κάποτε, αλλά για τα λεφτά έγινε κι αυτός σφουγγοκωλάριος, και κατέληξε πλέον, ο δυστυχής, της καρπαζιάς. Γενικά, οι δημοσιογράφοι είναι...

Τα λεφτά... Άσχημο πράγμα τα λεφτά... Πολύ ωραία το είπατε. Πάντως, τη Μαρία τη Σόκαλη την είχαν σκόπιμα ρίξει δίπλα στον Γιωργάκη. Όλα ήταν φτιαχτά!

Δηλαδή;

Αφήστε, είναι δυσάρεστα πράγματα και δεν θέλω να μιλήσω περισσότερο.

Κάτι πρέπει να αποκαλύψετε. Μοιάζει να ξέρετε πολλά…

Εκείνο που μπορώ να πω είναι ότι αυτή και η αδελφή της έκαναν μεγάλο κακό στον Γιώργο που ήταν πολύ ευαίσθητος χαρακτήρας. Διέδιδαν ότι θέλει να αυτοκτονήσει κλπ. Επιτρέψτε μου να μείνω εδώ. Και πέντε ευρώ να δώσετε στη Σόκαλη, είναι ευπρόσδεκτα. Δεν πρόκειται να θυμώσει…


Πάντως ο Γιωργάκης μού είχε πει, εκείνη την περίοδο πάνω-κάτω, ότι την είχε αγαπήσει πολύ τη Μαρία.

Έτσι είναι. Τα δίνει όλα όταν αγαπάει ο Γιώργος. Τέτοιος άνθρωπος είναι…               

Εσείς πρόεδρε, για να επανέλθουμε στα δικά σας, φαίνεται ότι τελικά χωρίς εκλογές δεν κάνετε.

Αυτό είναι αλήθεια. Κάποτε έλεγαν «εκλογές χωρίς Πατσαντζή δε γίνονται». (γελάει) Το έλεγαν βέβαια για να με σατιρίσουν, αλλά δεν έχει σημασία. Μου το έλεγε και ο Σπύρος ο Καρατζαφέρης αυτό.

Σας ψήφισε ποτέ ο Σπύρος;

Δεν το ξέρω, αλλά τουλάχιστον με έχει καλέσει στην εκπομπή του. Σ’ εκείνο το κανάλι που είναι στον Ταύρο, στην οδό Δήμητρος. Όπου έκανε εκπομπή και η κυρία Μιχαλονάκου, η οποία και αυτή με έχει καλέσει σε εκπομπή της.

Για τη Βίκυ τι γνώμη έχετε;

Η Βίκυ παίρνει γραμμή από το Ηνωμένο Βασίλειο. Από εκεί αντλεί τη δύναμη…


Η γυμνή της φωτογράφιση, το πάλαι ποτέ, τότε που ήθελε να εντυπωσιάσει τον δικηγόρο – και μακαρίτη πλέον – Φουσέκη, πώς σας είχε φανεί; Την αποδεχτήκατε ή σας είχε σοκάρει;

Πραγματικά δεν είχα δει αυτές τις φωτογραφίες. Αποφεύγω. Στεναχωριέμαι. Πάντως, τη δουλειά που κάνει την κάνει καλά. Με είχε καλέσει και μια φορά μαζί με αυτόν τον τραγουδιστή που λέει το «πειράζει που είμαι πολύ ωραίος», πώς τον λένε να δεις…

«Πειράζει που είμαι μεγάλη φίρμα»; Τον Φλωρινιώτη λέτε;

Μπράβο. Στην εκπομπή η Βίκυ είχε εκείνον σαν τιμώμενο πρόσωπο κι εμένα μ’ έβλεπε σαν… σαν παρακατιανό. Και τότε πήρα το λόγο και είπα κι εγώ μια ατάκα: «όταν με καλέσατε, δεν μου είπατε ότι θα είναι μαζί μου και ο κ. Φλωρινιώτης!». (γελάει)

Εθίγη ο καλλιτέχνης;

Βέβαια. Έγινε τούρκος! Εν πάση περιπτώσει, επειδή ξέρω από θέματα εικόνας, όταν βγαίνει αρνητική εικόνα για μένα, θεωρώ σκόπιμο να την ξηλώνω. Ο Σπύρος ο Καρατζαφέρης, όμως, μου έκανε καλή εντύπωση. Με σεβάστηκε.


Ναι, είναι υπερβολικά έντιμος ο Σπύρος. Μια που τον αναφέρατε, ο Γιώργος ο Καρατζαφέρης πώς σας φαίνεται;

Όπως όλοι, και χειρότερος. Μ’ αυτόν είχαμε συνυπηρετήσει στον Άραξο. Είναι υπερβολικά φιλόδοξος. Και εγωιστής πολύ. Τίποτα απ’ όσα λέει δεν πιστεύει. Τίποτα!

Από τ’ αδέλφια Σπύρο και Γιώργο, ποιος θα λέγατε ότι είναι καλύτερος;

(σκέφτεται πολύ) Ίσως ο Σπύρος. Μάλλον ο Σπύρος. Κανονικά είναι παρ’ τον έναν και χτύπα τον άλλον. (γελάμε) Αλλά, εν πάση περιπτώσει, δε νομίζω ότι το ζητούμενο είναι τα γεννητικά όργανα του Δημοσθένη Βεργή…

Καλά, τα είπαμε πιο πριν για τον Δημοσθένη, ας μην επανέλθουμε. Τον Ιπποκράτη τον Σαββούρα, αλήθεια, πώς τον αξιολογείτε;

Ήρωας της καραβάνας! Μονογενής, που είμαι εγώ, σημαίνει αυτόν που έχει ένα γένος. Μόνο άντρας ή μόνο γυναίκα. Ο Ιπποκράτης Σαββούρας είναι Ακρίτας. Δηλ. Διγενής. Έχει δύο γένη. Το παίζει δηλ. και αρσενικός και θηλυκός. Είναι δίψυχος, είναι δίγλωσσος, τη μια λέει το ένα και την άλλη λέει το άλλο. Έτσι ήταν και ο Σαρτρ. Τον θυμάμαι παλιά να ανεβαίνει για να μιλήσει πάνω σε ένα πιθάρι και έλεγα «τώρα θα πέσει μέσα!» (γελάει)

Κι ο Βαλλιανάτος είναι πρόεδρος μικρού κόμματος. Πώς τον βλέπετε τον Γρηγόρη;

Ήμασταν σε μια εκπομπή μαζί με τον Γρηγόρη. Και με ρώτησαν πώς βλέπω τις δραστηριότητές του.

Τις σεξουαλικές ή τις πολιτικές;


Γενικά. Και είπα ότι εγώ δεν έχω τίποτα με τον Γρηγόρη τον Βαλλιανάτο. Ο Χριστός μπορεί να έχει. Τον έχω συναντήσει αρκετές φορές τον Γρηγόρη. Ήμασταν μια φορά μαζί και με την Ελένη τη Φιλίνη, την ηθοποιό. Και με την κόρη του Δημήτρη του Ψαθά. Και μάλιστα είπα τότε στην κόρη του Ψαθά ότι, μπροστά στα δικά μου γραπτά, αυτά που έγραφε ο πατέρας της είναι μπούρδες. Επίσης ο Ψαθάς κατηγορούσε τον Ωνάση. Και μια φορά που ήρθε ο Ωνάσης στην Ελλάδα, ο Ψαθάς έβαλε λυτούς και δεμένους να τον συναντήσει. Για τέτοιους ανθρώπους μιλάμε. Ο Γρηγόρης, πάντως, είναι ευγενέστατος και πολύ συνεργάσιμος. Έχει βέβαια ένα πάθος που δεν συμβιβάζεται με τη διδασκαλία του Χριστού. Αλλά εγώ δεν του κρατάω καμιά κακία γι’ αυτό.

Είναι ικανός, ωστόσο. Και ευφυής.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι είναι ικανότατος. Όμως το ίδιο του το ελάττωμα είναι που τα χαλάει όλα. Ο Γρηγόρης θα μπορούσε να βάλει μία τελεία στο παρελθόν και να βάλει τα δυνατά του να λυτρωθεί επιτέλους απ’ αυτό το πάθος του.

Τον καλείτε, δηλ., να αγαπήσει τη Γυναίκα;

Ασφαλώς.

Το μπορεί;

Όλοι το μπορούνε. Αρκεί να θέλουνε. Ο Γρηγόρης, αν θέλει, σ’ αυτό το πράγμα είναι ικανός να κάνει θαύματα! Δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο από τη μεταμέλεια, αρκεί να το πιστέψει και να αγωνιστεί γι’ αυτό.

Πιστεύετε ότι έτσι ίσως και να βρει στην ψυχή του τη γαλήνη;

Ασφαλώς θα βρει τη γαλήνη. Αλλά και την αιώνια ζωή.

Καλά, αυτό δεν ξέρω αν θα τον ενδιέφερε... (γελάμε)

Οπωσδήποτε δεν τον ενδιαφέρει. Αυτό δείχνει με τον όλον βίο του.


Κλείνοντας, εν όψει και των δημοτικών εκλογών, ποια γνώμη έχετε για τους υποψήφιους δημάρχους Αθηναίων; [η συζήτηση έγινε πριν από τον πρώτο γύρο των δημοτικών εκλογών]

Ο ένας έχει φανερά τις επιθυμίες του Γρηγόρη!

Μόνο ο ένας; Μήπως και περισσότεροι;

(γελάει) Και περισσότεροι. Έχετε δίκιο. Όλοι αυτοί είναι δίψυχοι και δίγλωσσοι. Κι από δω κι από κει.

Εσείς ποιον θα ψηφίσετε;

Εγώ απ’ αυτούς κανέναν.


Δεν θα μου ξεφύγετε έτσι. Απαντήστε μου, τουλάχιστον, αν είχατε να ψηφίσετε μεταξύ των δύο ανδρών, Κακλαμάνη και Σπηλιωτόπουλου, ποιον θα επιλέγατε;

Αν μου βάζετε το πιστόλι στον κρόταφο και πρέπει να σας απαντήσω υποχρεωτικά κάτι, οπωσδήποτε θα έλεγα Σπηλιωτόπουλο. Για πολλούς λόγους.

Πείτε μου τον σημαντικότερο.

Με τον πατέρα του ήμασταν συμμαθητές στην Πάτρα. Ήταν δυνατό παιδί. Αδύνατος αλλά πολύ δυνατός. Κι εγώ ήμουν δυνατό παιδί τότε, αλλά δεν μπορούσα με τίποτα να τον βάλω κάτω. (γελάει)

Να τον βάλετε κάτω; (!!!) Γιατί; Παλεύατε;

Ναι. Πού έβρισκε ο άτιμος αυτή την ευκινησία και τη δύναμη και μ’ έβαζε κάτω ακόμα δε μπορώ να το καταλάβω…

Κι από έναν τόσο δυνατό πατέρα πώς βγήκε ο Άρης;

Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα! Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα!


Το γεύμα με τον κ. Πατσαντζή, που τελικά, μετά από επιθυμία του ιδίου, μετατράπηκε σε καφέ, πραγματοποιήθηκε σε καφετέρια της Κυψέλης, το όνομα της οποίας ο πρόεδρος, για λόγους διατήρησης της ησυχίας του, επιθυμεί να μη δημοσιευτεί. Ήπιαμε ένα earl grey και έναν ελληνικό βαρύ γλυκό και ο λογαριασμός ανήλθε στα πέντε (5) ευρώ. Δόθηκε πραγματική μάχη για το ποιος θα πληρώσει, με τον λογαριασμό να αλλάζει χέρια συνεχώς, αλλά ο ευγενέστατος και γλυκύτατος κ. Πατσαντζής υπήρξε ανένδοτος πληρώνοντας τελικά εκείνος. Η δική μας συνεισφορά υπήρξε μονάχα ένα κέρμα των είκοσι (20) λεπτών που εναποθέσαμε διακριτικά στο σχετικό ποτηράκι μαζί με το πεντάευρο που άφησε ο πρόεδρος.

Monday, May 19, 2014

Η πρώτη Κυριακή πήγε καλά· να ιδούμε και η δεύτερη...



Γιορτή της αντιπροσώπευσης πάντα οι εκλογές, και μάλιστα αυτή τη φορά απλόχερη, double bill, σε δύο instalments – δηλαδή μπόλικη λαϊκή έκφραση! Χοντρό, ατέλειωτο γέλιο με «τας εκλογάς». Και τελικά, παραδόξως, στον πρώτο γύρο απογοήτευση στους ζηλωτές της ιερής ψήφου που θέλουν – και μπορούν – να πάρουν τις τύχες στα χέρια τους και να δώσουν λύσεις, αφού μονίμως ξεχνούν ότι σε τελική ανάλυση το πρόβλημα δεν είναι οι τσαρλατάνοι του κομματικού τσίρκου αλλά οι ίδιοι οι εκλογείς-εντολείς τους, που θέλουν να αντιπροσωπευθούν και όχι να κυβερνηθούν, σ’ αυτό το δυσεπίλυτο πρόβλημα διακυβέρνησης· με το ένα μισό του εκλογικού σώματος να κατηγορεί, με πικρία, το άλλο μισό ως ανόητο, ανάλογα με την ορθοδοξία του καθενός· και με όλους μαζί να λιθοβολούν τους απέχοντες.


«Δεν ξέρει να ψηφίζει ο λαός!» λένε δύσθυμοι και απορημένοι, ασφαλώς μετά την κάλπη, ο καθένας από τη δική του σκοπιά, οι κορδωμένοι της εκλογικής συμμετοχής· επειδή ο λαός δεν ψήφισε «το σωστό» (να ψηφίσει τι δηλαδή;), εννοώντας το κατά τη γνώμη τους επιθυμητό. Και οι κυβερνητικοί ατζέντηδες των οικονομικών συμφερόντων παραμένουν στα πράγματα, οι επαναστάτες του γλυκού νερού απέτυχαν να κάνουν την ποθούμενη ανατροπή, οι νεαντερτάλιοι της Χρυσής Αυγής μάς δείχνουν τα υπερτροφικά όργανά τους, μαουνιέρηδες και υπόδικοι του ποδοσφαιρικού υποκόσμου τιμήθηκαν πανηγυρικά από τους ινδιάνους του εκλογικού σώματος, οι θλιβεροί γκαλοπατζήδες ζήτουλες, χρόνια στην υπηρεσία των κομμάτων και των χρηματοδοτών τους – εντελώς αναίσχυντα και απροσχημάτιστα πια τα τελευταία χρόνια –, (ξανα)πάτωσαν (αλλά θα ξαναϋπάρξουν), και τα μήντια, απολύτως προβλέψιμα, να τραγουδούν το χιλιοτραγουδισμένο ντουμπλαρισμένο ρεπερτόριο.


Φυσικά θα (ξανα)ακουστούν από τους «θεσμικούς» και τους «συνειδητοποιημένους» (ορισμένοι απ’ αυτούς καλών προθέσεων, συνήθως εν τη αφελεία τους) τα περί «σοφού λαού που με την ψήφο του ζήτησε συνεργασίες», καθώς και οι απαραίτητες ιερεμιάδες για τους λεπρούς της αποχής συλλήβδην, του στυλ «είμαστε ως λαός άξιοι της μοίρας μας», «πότε επιτέλους θα σηκωθούμε από τους καναπέδες» και άλλα πληκτικά ευτράπελα. Και όλα αυτά για ένα τοπίο σαρακωμένο από παντού, που θα το θεραπεύσει, υποτίθεται, η (διά της ψήφου) απάντηση στο δίλημμα Τσίπρας ή Αντωνάκης· Δούρου ή Σγουρός· κόουτς ή Τζιτζικώστας· «παλιά κόμματα» ή Ποτάμι· καθώς, επίσης, και το ψευδοσασπένς αντιπαράθεσης που καλλιεργούν οι κομματικοί στρατοί με τους μηντιακούς τζουτζέδες τους για να μαγκώσουν την ψήφο των αφελών ή καλοπροαίρετων, που εκστασιάζονται επειδή έχουν προσκληθεί τιμητικά, για μια Κυριακή (ή και για δύο), σ’ αυτό το σημαντικό εκλογικό γιορτάσι.


Μια απ’ τα ίδια, λοιπόν. Όλοι νικητές και όλοι ηττημένοι, μ’ αυτή την ευρυχωρία που μπορεί και προσφέρει η μαζικοδημοκρατική αγκάλη. Μηδέν από μηδέν μηδέν, αυτή η στάνη αυτό το τυρί βγάζει και άλλα θυμόσοφα θα μπορούσαν να ειπωθούν, αλλά καλύτερα ας μιλήσουν άλλοι, αρμοδιότεροι ημών, δηλαδή κανένας έμπειρος της μάχιμης πολιτικής. Γι’ αυτό και αποφασίσαμε να προσφύγουμε στη σοφία πολύπειρου πολιτικού, με αναρίθμητους εκλογικούς αγώνες στην πλάτη, για μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης η οποία θα δημοσιευθεί μάλλον εντός της εβδομάδος (και πάντως ανάλογα με τα κέφια μας και το χρόνο μας για να κάνουμε την απομαγνητοφώνηση) μπας και μας διαφωτίσει. Κατά τα άλλα, στις αυστηρές και άτεγκτες Πουλχερίες της εκλογικής συμμετοχής που ανατριχιάζουν ενώπιον της «ανεύθυνης» αποχής και διακρίνουν υπολογίσιμες διαφορές ανάμεσα στις προτεινόμενες λύσεις, να τους θυμίσουμε ότι τίποτα δε χάθηκε... Υπάρχει, ευτυχώς, και δεύτερη εκλογική Κυριακή για να στείλουν ακόμη πιο ευδιάκριτα μηνύματα και να αλλάξουν επιτέλους, διά της ψήφου τους, τα πράγματα, τοποθετούμενοι με δημοκρατικό σθένος απέναντι στα σοβαρά διλήμματα, όπως τα έχει διαμορφώσει ετούτος ο ευλογημένος τόπος. Keep on voting!

Friday, May 16, 2014

Οι εκλογές και η Φωτούλα



Και σ’ αυτή την προεκλογική περίοδο μύρισε τσίκνα· μύρισε Ελλάδα. Στρατιές οι σημαντικοί υποψήφιοι και ανθυποψήφιοι, εξευτελιζόμενοι (οι περισσότεροι ανεπιγνώστως) ενώπιον ακόμη πιο σημαντικών «λειτουργών της Ενημέρωσης», ασημαντολογούν κενολογώντας ακαταπαύστως.


Τηλεοράσεις, πληρωμένες ηλεκτρονικές και έντυπες φυλλάδες, νοικιασμένες ραδιοφωνικές φωνές μάς έχουν γεμίσει ξύγκι, αφού η γουρουνοκεφαλή και τo θεόρατο σβέρκο του ματσωμένου μαουνιέρη του Πειραιά έχουν γεμίσει τον τελευταίο καιρό το σύμπαν (πάντα με το αζημείωτο). Αν, μάλιστα, έχει κανείς το βίτσιο να είναι μελετητής – ή, τουλάχιστον, παρατηρητής – της ανθρώπινης φύσης, χάνει κάθε ελπίδα για το ανθρώπινο είδος, βλέποντας στρατιές παραγόντων και ανθυποπαραγόντων να μας έχουν γεμίσει, εκτός από ξύγκια, και σάλια, παίρνοντας, διαγκωνιζόμενοι, σειρά για το ποιος θα πρωτογλείψει το – πιθανότατα μόλις και μετά βίας διακρινόμενο – μέλος του χοντρομπαλά των θαλασσομεταφορών, μήπως και ελεηθούν οι δυστυχείς, σε τούτους τους δύσκολους καιρούς, με κανένα φιλοδώρημα. Και φυσικά ο ψηφοφόρος, μονίμως εντός θέματος, φωνάζει «Ο-λυ-μπιακός!» και ψηφίζει, εις υγείαν ασφαλώς της αντιπροσώπευσης. 


Οι συριζαίικες αφίσες για την περιφέρεια Αττικής της ξεπλυμένης οικολογοευαίσθητης εξαφανίζονται μυστηριωδώς, με τους γονείς να διαμαρτύρονται ότι τα παιδιά τους τις συλλέγουν (αφού τις κατεβάσουν πρώτα από τοίχους και κολόνες) για να τον κάνουν σφεντόνα με τη συριζαία μιλφάρα, ενώ παρόμοια συμπεριφορά παρατηρείται και στους λαϊκούς ενήλικες που ερεθίζονται και εκτονώνονται στη θέα της μαύρης ρίζας του κοριτσιού από το Αιγάλεω – της τυπικής «ομορφονιάς» της επαρχιακής γειτονίτσας, με το υποσχόμενο ύφος, το σκέρτσο, της ψευτοσπουδές, και την εκτυφλωτική πείνα για εξουσία και κοινωνική άνοδο. Και με τις ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως του Ξυδάκη και κανά δυο άλλων, να προσπαθούν, καίτοι πλατσουρίζοντες στους κομματικούς βόθρους, έχοντας πλήρη επίγνωση της οδυνηρής (αλλά αναγκαίας) προεκλογικής σύμβασης, να διατηρήσουν μια κάποια αξιοπρέπεια μέσα στον ωκεανό της μαλακίας, να πουν (ό,τι μπορούν, όσο μπορούν) έξω από τα συνήθη λεκτικά τικ των κομματικών παραπληγικών εγγαστρίμυθων.


Η μεγάλη στιγμή (ξανα)έφτασε. Το δικαίωμα του εκλέγειν συντηρεί τις αυταπάτες. Οι έγκαυλοι της ψήφου (της ψήφου που μπορεί ν’ αλλάξει, και πάλι, τα πράγματα) στριμώχνονται για το ποιος θα πρωτοκαθίσει στο τραπεζάκι της fast-food μαζικοδημοκρατικής ευωχίας. Κι ας παραμένει το μεγάλο πρόβλημα (το χωρίς σχέση με δεξιές και αριστερές «ιδεολογίες»), δηλ. οι νανοειδείς προδιαγραφές του πολιτικού προσωπικού αυτής της βαλκανικής απόφυσης (κατ’ αναλογίαν, άλλωστε, και ολόκληρης της παρηκμασμένης Δύσης), όχι μόνο άλυτο, αλλά και εκτός κάποιου στοιχειωδώς σοβαρού προβληματισμού. 


Το πλήθος που, ερεθισμένο, αδημονεί να ψηφίσει (για να αλλάξει φυσικά τα πράγματα) στρέφεται κυρίως προς τις αριστερόστροφες (στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ) και προς τις δεξιόστροφες (στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής) εκδοχές του μικροαστικού ριζοσπαστισμού, αποδεικνύοντας ότι, εν τέλει, ολόκληρη σχεδόν η Ελλάδα ήταν και παραμένει ΠΑΣΟΚ. Με τσόντα της τελευταίας στιγμής το γραφικό χαζοχαρούμενο κομματίδιο, με αρχηγό τον γλυκερό νεανίζοντα μεσήλικα με το σακίδιο, σάρκα εκ της σαρκός του ελληνικού χυλού, αμαθή, επηρμένο, νάρκισσο, τερατωδώς ματαιόδοξο. Και ταυτοχρόνως, κανένα εμφανώς διατυπωμένο από την κοινωνία αίτημα για τη δημιουργία κάποιου ρεύματος άλλων προδιαγραφών· καμιά «κρίσιμη μάζα» που να μπορέσει να αιτηθεί (και να δημιουργήσει) κάτι διαφορετικό.


Κομματάνθρωποι και ψηφοφόροι, σίγουροι και υπερεπαρκείς μέσα στη χαυνωτική τους αυταρέσκεια, διαθέτοντας μονάχα απαντήσεις και ουδέποτε ερωτήσεις, ερίζουν ξιφομαχώντας με τσίγκινα σπαθιά. Επιστροφή στο καθησυχαστικό παρελθόν, για τους αντιμνημονιακούς καθυστερημένους της αριστερο(ακρο)δεξιάς («μαρξιστικής», εναλλακτικής, βλαχοδεξιάς, νεο-ορθόδοξης, εθνικοπατριωτικής) μπαρουφολογίας· μνημονιακός «εκσυγχρονισμός» και «μεταρρυθμίσεις», για τα γεμάτα μειονεξία κωμικά βλαχοεπαρχιώτικα ρεντίκολα (με τις γραβάτες και, ως επί το πλείστον, τους μισθούς του χιλιάρικου) της ψοφοδεούς «χρηματοπιστωτικής» ορθοδοξίας και της καρπαζοεισπρακτικής. Και οι πολτώδεις μαζάνθρωποι της εξ επαγγέλματος αυτιστικής καταγγελίας, της μόνιμης γκρίνιας χωρίς αντίκρισμα και της εξυπνακίστικης σχολιογραφικής γυμναστικής, να προσπαθούν, εξ ενστίκτου, να συγκαλύψουν  τη μετριότητα και την αποτυχία τους τουιτερομαλακιζόμενοι, σχολιάζοντας εξαντλητικώς, από πρωίας μέχρι νυκτός, χαμένοι στον μικρόκοσμό τους, το ρέψιμο του Τίποτα.


Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. Γι’ αυτό και η 35χρονη Φωτούλα από την Αμαλιάδα δε δίνει δεκάρα για την πολιτική. Και γράφει στο αγαπημένο της Facebook κουρασμένα, αλλά θαρρείς με μια κρυμμένη ελπίδα να διαφαίνεται στο ύφος, ότι «εγώ έναν άντρα θέλω, έναν δεσμό, να κάνουμε πράματα μαζί». Ίσως η ελπίδα δε χάθηκε ακόμα...

Friday, May 9, 2014

Το βαμμένο μαλλί στο δημοτικό μας τραγούδι: Τάκης Καρναβάς


 

Είναι εξαιρετικά αμφίβολο κατά πόσον το Ξηρόμερο Αιτωλοακαρνανίας (εκεί κοντά που πετούσε κάποτε η περίφημη σαγιονάρα-«φάντασμα» των Ρεπόρτερς) θα ασκούσε τη σημερινή γνωστή σε όλους γοητεία, εάν δεν είχε βγάλει απ’ τα σπλάχνα του έναν από τους αυθεντικότερους πιονέρους του δημοτικού (ή λαϊκοδημοτικού) μας τραγουδιού, τον Τάκη Καρναβά.


Κάτω από πόσο φρικτές δυσκολίες μεγάλωσε ο νεαρός τότε Δημήτρης σε εκείνη την κακοτράχαλη γωνιά της Αιτωλοακαρνανίας, την Κανδήλα Ξηρομέρου, που έτυχε να είναι η γενέτειρά του… Οι αντιξοότητες, όμως, ουδέποτε τον επτόησαν. Αντίθετα, τον πείσμωσαν και τον οδήγησαν στο να δώσει μάχες για την επιβίωση – μάχες σκληρές, όπως ίσως μονάχα οι Ξηρομερίτες ξέρουν να δίνουν. Αγρότης έγινε στην αρχή, για τον επιούσιο, ο Καρναβάς, χωρίς ποτέ, όμως, να λείπουν οι φιλοδοξίες για κάτι σημαντικότερο. Και πράγματι, η περίοδος της εφηβείας φαίνεται ότι έκρυβε ευχάριστες εκπλήξεις… Τότε ήταν που ο νεαρός Ξηρομερίτης ξεπέρασε τις αναστολές και πρωτάρχισε να τραγουδά, δημιουργώντας ευφρόσυνες καταστάσεις στους λάτρεις του καλού δημοτικού τραγουδιού. Η φήμη του, αργά αλλά σταθερά, άρχισε να απλώνεται σε ολόκληρη την Αιτωλία και Ακαρνανία, αλλά, με το πέρασμα του χρόνου, και σ’ άλλα μέρη της πατρίδας μας που γνωρίζουν να εκτιμούν το καλό δημοτικό τραγούδι, όπως, μεταξύ άλλων, την Άρτα και την Πρέβεζα.


Η ώρα της δισκογραφίας δεν άργησε να έρθει. Ο (μέλαινας κόμης) Βασίλης Σούκας θα του ανοίξει την πόρτα των δισκογραφικών εταιριών. Αλλά και της πρωτεύουσας. Υπήρχε πράγματι αγορά για το συγκεκριμένο μουσικό είδος, αφού, λόγω των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων και της μαζικής καθόδου ανθρώπων της επαρχίας στην πρωτεύουσα προς αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης, γέμισε κι η Αθήνα από διψασμένους για δημοτικό τραγούδι συμπατριώτες μας που όχι μόνο αγόραζαν αγόγγυστα τις κασέτες του Καρναβά και άλλων ομοτέχνων του, αλλά ζητούσαν να τους ακούσουν και ζωντανά! Έτσι, με εντυπωσιακή ταχύτητα, ο «Τάκιας» θα καταπλήσσει τα πλήθη που συρρέουν να τον απολαύσουν, πότε στον Έλατο, πότε στην Ελληνική Λεβεντιά, πότε στον Κότζακ και τη Βοσκοπούλα και πότε στον ιστορικό Πετροκότσυφα, όπου ο δωρικός Καρναβάς θα κρατά το κέφι των θαμώνων (των διψώντων για καλό δημοτικό τραγούδι) αμείωτο μέχρι το ξημέρωμα.

 

Δε θ’ αργήσει, δε, να φτάσει και η ώρα του εξωτερικού. Ουδέποτε φαντάστηκε ο καλλιτέχνης, ως νεαρός Ξηρομερίτης, ότι θα πέρναγε τα σύνορα της ιδιαίτερης πατρίδας του – πόσο μάλλον τα ελληνικά σύνορα. Κι όμως. Οι Έλληνες τον αποζητούσαν παθιασμένα και εκτός Ελλάδος, και ο δοτικός καλλιτέχνης ήταν απρόθυμος να τους χαλάσει το χατίρι. Έτσι, με την αποδοχή κάθε τιμητικής πρόσκλησης, παίζοντας και τραγουδώντας στους Έλληνες μετανάστες, παρείχε εθνική προσφορά ανεκτίμητη. Γιατί απάλυνε τον πόνο της νοσταλγίας στους ξενιτεμένους αδελφούς μας, γεννώντας στις καρδιές τους την ελπίδα για ταχεία επιστροφή στη γλυκιά πατρίδα. Άλλωστε, μόνο όποιος δεν έχει ζήσει στην παγωνιά του εξωτερικού αδυνατεί να καταλάβει τι σόι ευαίσθητες χορδές κρούει σε κάθε Ελληνική ψυχή το άκουσμα ενός καλού δημοτικού τραγουδιού.


Θα έμενε «στο εξωτερικό» ο Καρναβάς; Θα επιθυμούσε μια τέτοια εξέλιξη; Ιδού ένα μεγάλο ερώτημα. Οι ευκαιρίες, πάντως, δεν έλειψαν. Ωστόσο, η καρδιά του καλλιτέχνη χτυπούσε μονάχα σε ρυθμούς Ελληνικούς! «Καλό και το έξω ρε παιδιά, δε λέω, αλλά τίποτα σαν το Ξηρόμερο! Αθάνατη Αιτωλοακαρνανία! Πουθενά μωρέ σαν την Ελλάδα!» συνήθιζε να λέει ο Τάκης, κάθε που επέστρεφε από το εξωτερικό στην ιδιαίτερη πατρίδα του, μ’ εκείνη τη χαρακτηριστική βαριά αιτωλοακαρνανική του προφορά.


Πέρασαν τα χρόνια με δόξες και τιμές για τον Καρναβά. Δισκογραφία, νυχτερινά κέντρα, αλλά και άφθονα πανηγύρια θα τον οδηγήσουν, πανάξια, στον Παρνασσό του δημοτικού μας τραγουδιού. Ο καλλιτέχνης μεγάλωσε, ωρίμασε, αλλά ευτυχώς ουδέποτε κατέθεσε τα όπλα, δίνοντας πάντα στο πάλκο τον καλύτερό του εαυτό. Έτσι, σε εμποροπανήγυρι του Αιγίου, εν έτει 1995, ο «μπαρμπα-Τάκης» θα υποστεί, ίσως λόγω υπερπροσπάθειας, σοβαρό εγκεφαλικό που θα βάλει οριστικό τέλος σε μια αξιοζήλευτη καριέρα, σκορπώντας θλίψη σε εκατομμύρια πιστούς του δημοτικού μας τραγουδιού. Μετά το δυσάρεστο αυτό συμβάν, η ρουμελιώτικη φωνή του Καρναβά θα σιγήσει οριστικά. Ο καλλιτέχνης, ωστόσο, ολοκλήρωσε την καλλιτεχνική του πορεία όπως ακριβώς το επιθυμούσε. Έπεσε μαχόμενος. Μπροστά από ένα μικρόφωνο· μ’ ένα κλαρίνο στο χέρι. Γιατί αυτός ήταν ο Τάκης Καρναβάς: ένας θεράπων του δημοτικού μας τραγουδιού ίσαμε το τέλος.


Ανενεργός πλέον καλλιτεχνικά και με το ηθικό τσακισμένο, θα επιστρέψει στο αγαπημένο του Ξηρόμερο όπου και θα τον ξεπαστρέψει ο καρκίνος. Πολλοί αποδίδουν το θάνατό του στο μαράζι που δεν μπορούσε να βρίσκεται πλέον μ’ ένα μικρόφωνο στο χέρι. Διόλου απίθανο. Έκτοτε, κάθε που παίζονταν οι μεγάλες επιτυχίες που έκαναν διάσημο τον Ξηρομερίτη βάρδο του δημοτικού μας τραγουδιού, οι αναμνήσεις προκαλούσαν συγκίνηση στους πανέλληνες. «Ρούσα Παπαδιά», «Πού ήσουν πέρδικα κρυμμένη», «Μικρός που είν’ ο Καρβασαράς» κι άλλα τεράστια σουξέ έφερναν στη μνήμη των τυχερών ακροατών τη φιγούρα του Καρναβά πάνω στο πάλκο, ολοζώντανη, να ερμηνεύει τις μεγάλες του επιτυχίες δίνοντας ακόμα και την ψυχή του.


Ο Τάκης Καρναβάς πέρα από σπουδαία φωνή (κατά τη γνώμη μας, η σημαντικότερη του δημοτικού τραγουδιού) ήταν και μερακλής. Ήθελε ακόμη και η εξωτερική του εμφάνιση να είναι στην εντέλεια. Γι’ αυτό και συνήθιζε να εμφανίζεται στο πάλκο – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων – κουστουμαρισμένος και γραβατωμένος, ενώ το μαλλί του (όπως, άλλωστε, και το περιποιημένο «Εrrol Flynn» μουστάκι του) ουδέποτε γνώρισε την λευκότητα και την αφροντισιά, φέρνοντας έναν κορακίσιο αέρα λεβεντιάς, στη μεγάλη παράδοση των σκουρόχρωμων βιρτουόζων του λαϊκοδημοτικού μας τραγουδιού (Γιώργος Κόρος, Βασίλης Σούκας, Αλέκος Κιτσάκης, Βασίλης Σαλέας κ.α.). Ήταν, με άλλα λόγια, μεγάλος σε όλα ο Καρναβάς – στα μικρά και τα μεγάλα. Γι’ αυτό και οι Ξηρομερίτες, απανταχού της γης, αλλά κι όσοι διαθέτουν καρδιά Ελληνική, δεν ξεχνούν στιγμή, ακόμη και σήμερα, την καλλιτεχνική του προσφορά, τιμώντας τον απεριόριστα. Αιωνία σου η μνήμη Ξηρομερίτη μπαρμπα-Τάκη!

Sunday, May 4, 2014

Ο Νίκος Χατζηνικολάου βασανίζεται...



Προσέβλεπε στο CD-δώρο του Πάριου ο Νίκος Χατζηνικολάου. Εκ βάθους καρδίας. Για άνοδο κυκλοφοριακή – και μάλιστα σημαντική. Οι προσδοκίες, όμως, διαψεύστηκαν. Ο Πάριος δεν περπάτησε. Η προσφορά δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Σκορπίζοντας απογοήτευση στο επιτελείο της Real News. Κρίμα, και είχε επενδύσει πολλά στο CD αυτό ο Νίκος. Για παγίωση της εφημερίδας στην τέταρτη-πέμπτη θέση της πανελλήνιας κυκλοφορίας των κυριακάτικων εφημερίδων. Και ίσως κατάκτηση – γιατί όχι – και μιας ακόμα υψηλότερης θέσης. 


Οι προσδοκίες μιλούσαν για 160 χιλιάδες φύλλα – ίσως κι ακόμη περισσότερα! Ένας Πάριος θα έδινε αυτό το κάτι παραπάνω που χρειαζόταν το φύλλο· τη χρειαζούμενη τονωτική ένεση. Έτσι τα είχε υπολογίσει ο Νίκος. Να όμως που τα πρώτα (ανεπίσημα) δείγματα γραφής από το πρακτορείο δεν προσέφεραν αφορμές για πανηγυρισμούς. «Δεν πάμε καλά» ψέλλισε ο Μπάρλας. «Φαίνεται ότι δεν πάμε καθόλου καλά...». Ο Νίκος έδειξε δύσθυμος. Άνοιξε ρουθούνια, έσφιξε γροθιές. Τα μάτια σπινθηροβόλησαν. Είχε πιστέψει πολύ σε τούτη την προσφορά. Είχε πιστέψει στη δύναμη του Πάριου να ανεβάσει τις πωλήσεις. Μέχρι που ήρθαν και τα επίσημα στοιχεία. Η προσγείωση υπήρξε απότομη. Οι αρχικές εκτιμήσεις αποδείχθηκαν υπερβολικά αισιόδοξες. Ο βάρδος δεν έδειξε να ανταποκρίνεται στις υψηλές προσδοκίες του Νίκου και του επιτελείου του. Το κοινό τούς είχε γυρίσει την πλάτη. Γύρω στα 80 χιλιάρικα, και με το ζόρι, σκόραρε η καλή εφημερίδα. Κι ας είχε και Πάριο. Κι ας έκανε και τόση ρεκλάμα...


Η αλήθεια είναι ότι ο Νίκος δίνει σκληρούς αγώνες για να κρατήσει ζωντανή την εφημερίδα. Έστω κι αν χρειάζεται να καταφύγει σε ορισμένα τερτίπια – κάποιοι τα λένε και πουστιές – προκειμένου και να διατηρεί μιαν αξιοπρεπή κυκλοφορία και να κονομάει. Όπως το ότι βγάζει αποκλειστικά «κομπλέ» φύλλο και όχι απλό, αναγκάζοντας την πελατεία να αγοράζει αναγκαστικά την «πλούσια», ακριβή έκδοση.


Θα αποτολμήσουμε μια παραίνεση προς τον έμπειρο παρουσιαστή, με όλη την αγάπη και εκτίμηση που του έχουμε. Να αφήσει τελείως τις προσφορές. Να ακούσει τις προτάσεις Μπόμπολα και Ψυχάρη και να συναινέσει στην κατάργηση των ενθέτων χωρίς να τρέμει την κυκλοφοριακή κατρακύλα. Δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Μια εφημερίδα σαν την δική του, μια καλή λαϊκή εφημερίδα, μόνο ψηλά μπορεί να κινείται. Κανείς σχεδόν δεν αγοράζει Real για τις προσφορές πετώντας το κυρίως φύλλο. Έτσι τουλάχιστον πιστεύουμε. Άλλωστε, το κοινό μεγάλης ηλικίας (που αποτελεί και τη ραχοκοκαλιά της καλής εφημερίδας) δε θέλει δώρα. Να απολαύσει τους αγαπημένους του αρθρογράφους μονάχα θέλει. Κι εδώ που τα λέμε, άδικο έχει;


Η δύναμη της μαχητικής εφημερίδας είναι οι άνθρωποί της. Ισχύς της το περιεχόμενό της. Το ψύχραιμο – ψύχραιμο συχνά έως πλήξης – σχόλιο του «ψευτοεγγλέζου» Γιάννη Παπαδόπουλου· η ασυμβίβαστη κραυγή αγωνίας του polemicist Στάθη· η κολοκοτρωναίικη αρθρογραφία του αιθαλούς Χρήστου Πασαλάρη· το ανεξάρτητο, ανεπηρέαστο από κυβερνητικές δεσμεύσεις και καθοδηγήσεις ρεπορτάζ της πάντα νέας Χριστίνας Κοραή· η εμβριθής παρέμβαση της γοητευτικής Κάτιας Μακρή· η καθηλωτική ανάλυση του αμερόληπτου Σταύρου «δεξιότερα Κουροπάτκιν» Λυγερού· τα λιγωτικά «σεντόνια» του αενάως λυρικού Γιώργη Λιάνη· το ανεπανάληπτο ευθυμογράφημα του αστείρευτου Γιάννη Κακουλίδη· κυρίως, όμως, το καταλυτικό editorial του πάντα έγκυρου Νίκου Χατζηνικολάου.


Εντάξει, πολλοί (που δεν γνωρίζουν πώς ακριβώς λειτουργεί ένα καλό κύριο άρθρο) μπορεί να βρίσκουν το σχόλιο του Νίκου παιδικό· το γράψιμό του έως και νηπιακό. Αν ζούσε, μάλιστα, σήμερα ο αείμνηστος Βλαχογιάννης και είχε την τιμή να απολαύσει ένα τέτοιο editorial, μπορεί και να πίστευε ότι ο συγγραφέας του είναι άνθρωπος «τόσον απλούς το νου, στερούμενος παντελώς παιδείας οιασδήποτε, μόλις δε μαθών δι’ αδεξίας χειρός να χαράττη και συνδέει εις συλλαβάς τα γράμματα του αλφαβήτου». Αυτά, όμως, μόνο για όσους δεν ξέρουν την τεχνική και τη στόχευση του επιτυχημένου editorial. Το οποίο, για να κάνει τη δουλειά του, πρέπει να είναι απλό, θα ’λεγε κανείς απλοϊκό, ώστε να μιλάει κατ’ ευθείαν στην καρδιά του μέσου αναγνώστη, του απλού κοσμάκη. Τίποτε λιγότερο. Και – κυρίως – τίποτε περισσότερο. Αυτό το έργο επιτελεί, ως αρθρογράφος, ο Χατζηνικολάου – και μάλιστα με τον καλύτερο τρόπο. Και γι’ αυτό του βγάζουμε, χρόνια τώρα, το καπέλο.


Κατά τ’ άλλα, δύσκολοι καιροί για επενδυτές των media, για τους μπροστινούς και τους πισινούς τους. Αλλά όχι και για τον Νίκο – τον Νικολάκη, όπως τον λέμε από αγάπη – ο οποίος επιχειρηματικά δεν κινδυνεύει. «Όλα είναι πληρωμένα, κι ο μbαμbάς έχει για μένα, και ο μήνας τριάντα ένα».

/σχετικά άρθρα/
"Να γιατί κέρδισε ο Murray!": ο Νίκος Χατζηνικολάου ακτινογραφεί τον μεγάλο ολυμπιακό τελικό στο Wimbledon

Τι δήλωσε ο Χατζηνικολάου