Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2017

Η εκμετάλλευση μιας γκαστρωμένης



«Ο πρώτος βαθμός σοφίας», έλεγε ο αββάς Dinouart, «είναι να γνωρίζεις να σιωπάς».  Ο Beckett, με τη σειρά του, ισχυριζόταν ότι «κάθε λέξη είναι σαν μια περιττή κηλίδα στη σιωπή». Ο Wittgenstein, πάλι, κατέθετε την πρόταση σύμφωνα με την οποίαν «εάν δεν μπορούμε να μιλήσουμε για κάτι, καλύτερα ας σωπαίνουμε». Αλλά γιατί να είμαστε ξενομανείς, όταν τα ίδια, πάνω κάτω, διατύπωσε κι ένας συμπατριώτης μας, ο Κώστας ο Καφάσης, και μάλιστα με λόγια πιο απλά και μεστά, χωρίς διανοουμενίστικες φιοριτούρες, τραγουδώντας, με την αδρή εκφραστική φωνή του, «Μη μιλάς»; Άσε που, πιο πρόσφατα, ένας (καραγκούνικης προέλευσης) προοδευτικός μουζικάντης, κάτοχος αραιής οδοντοστοιχίας (και γνωρίζουμε καλά όλοι οι φυσιογνωμιστές τι συνήθως δηλοί η αραιή οδοντοστοιχία εν σχέσει  προς τον δείκτη ευφυίας), συνάδελφος του Καφάση και –τώρα που στέρεψε η (όποια) καλλιτεχνική έμπνευση ενώ στην τέχνη δεν υπάρχουν, που να πάρει ο διάολος, και αρκετά λεφτουδάκια– διορισμένος κομματικός πρόεδρος της ΕΡΤ, κάλεσε κι αυτός από πλευράς του για σιωπή μ’ ένα στεντόρειο «σκάσε!», εκεί δίπλα στο μενίρ των δολοφονημένων αγωνιστών της εθνικής μας τηλοψίας/ραδιοφωνίας. 


Ναι, λοιπόν, συμμεριζόμαστε μια τέτοια ευνοϊκή προς τη σιωπή θεώρηση – ασυζητητί. Ειδικά στις σημερινές συνθήκες εκφραστικής διάρροιας και απόλυτης εκμαλάκυνσης, που η κατάθεση γνώμης και από τον τελευταίο κοινότοπο Θανάση, από τον κάθε σοσιαλμαλακιζόμενο simpleton, θεωρείται κεκτημένο δικαίωμα, και που η δημόσια σφαίρα κατακλύζεται από λόγο σακατηλίδικο, η σιωπή ίσως και να είναι ο προσφορότερος τρόπος αντίδρασης. Άλλωστε, τι να πει κανείς μέσα σ’ ένα περιβάλλον ακατάσχετης κενολογίας, γενικευμένης παράκρουσης, ατελεύτητης αρχιδολογίας; Σπασμένα νεύρα ανθρώπων βουτηγμένων στην απελπισία από τες ανεργίες και τες πλερωμές των φόρων, υστερία, συμπλεγματικός ψευτοκυνισμός, πλημμύρα από απόψεις/πεποιθήσεις (και σπάνις από αμφιβολίες/ερωτήσεις), απουσία σωτήρων που ο κοσμάκης οραματίζεται ως αντίδοτο στην ανημπόρια του, επινοήσεις εχθρών απόλυτα και αποκλειστικά υπεύθυνων για την γενικευμένη κατάντια (ο καθείς και τους δικούς του), με την επιστροφή στο τρυφηλό παρελθόν (που οι περισσότεροι, συνειδητά ή ασύνειδα, επιθυμούν) να μη φαίνεται στον ορίζοντα.


Τούτων δοθέντων, αντί να γράφουμε, το ρίξαμε κι εμείς στον ακτιβισμό προς αναζήτηση διεξόδου. Κι αποφασίσαμε να μετάσχουμε στο «Παραιτηθείτε» παρά τις «δυσθεόρατες» (όπως θα έλεγε και ο πρωθυπουργός μας) δυσκολίες. Δυσκολίες που είχαν να κάνουν με απόπειρες αποθάρρυνσής μας, εκπορευόμενες από γνωστά και άγνωστα κέντρα. Που επιχείρησαν να ευτελίσουν την κίνηση στα μάτια μας. Έως σημείου ανηθικότητας, αφού δεχθήκαμε πληροφορίες (από ταλαίπωρη παθούσα) μέχρι και για το ότι κάποιος από τους πιονέρους ακτιβιστές/αγωνιστές της κίνησης (μάλλον και ο πιο splashy), καταπιέζοντας τον εαυτό του να συνευρεθεί με το άλλο φύλο, δεν καταφέρνει να εκσπερματίσει παρά μόνον αφού δεχθεί δυναμική (έως και βίαιη, όπως μας την περιέγραψαν) πρωκτοδακτυλοθεσία από την παρτενέρ, και αφού πρώτα, προκειμένου να φτάσει στην ποθούμενη κορύφωση, σκεπάσει το πρόσωπό του με μαξιλάρι ώστε να μη βλέπει ότι μπροστά του βρίσκεται μια γυναίκα, φαντασιωνόμενος (σύμφωνα με τις καταγγελίες) ομοσεξουαλικές επαφές, αρνούμενος να δεχθεί την καταφανή φιλομοφυλία του και ταλαιπωρώντας έτσι, εκτός από τον εαυτό του, και δύστυχες κοπέλες που αναζητούν απεγνωσμένα το άλλο τους μισό!


Αφού, πρώτα, αντιδράσαμε με θυμό, καθώς δεν βλέπουμε πώς μπορεί να σχετίζεται η πολιτική/ακτιβιστική δράση με σεξουαλικές συμπεριφορές, μεμιάς καταλάβαμε ότι οι παραπάνω hush-hush πληροφορίες με τίποτε δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, και πως επρόκειτο, σίγουρα, για φεϊκνιούζ και για χόαξ και για ποστρούθ και, στο τέλος-τέλος, για λαϊκισμό – αυτόν τον διάολο που, όπως λένε αυτοί που ξέρουν, ενάμισο-δυο χρόνια τώρα μας ταλανίζει! Ακτιβισμός, λοιπόν, και εάν, εντούτοις, το αποτέλεσμα δεν μας δικαίωσε κολλώντας μας ακόμη και τα στάμπα του γραφικού, είθε εμείς οι ηρωικοί χίλιοι-χίλιοι εκατό που μαζευτήκαμε στο Σύνταγμα εκείνη την ιστορική καλοκαιρινή νυχτιά να αποτελέσουμε τη μαγιά για ακόμη μαζικότερες εκδηλώσεις δημοκρατίας σαν αποκαλοκαιριάσει. Μήπως έρθει μια ώρα αρχύτερα ο Κυριάκος με τις δυνάμεις αριστείας του και με τη Συμφωνία Αλήθειας και δούμε, επιτέλους, Θεού πρόσωπο.


Σιωπή, επομένως. Όσο, όμως, κι αν παρακολουθούμε σιωπηλοί, εξ αποστάσεως και με το κιάλι για λόγους ασφαλείας, το μαζικοδημοκρατικό freak show, είμαστε και άνθρωποι. Κι όταν αντικρίζουμε τ’ άδικο, πώς να σιωπούμε; Γι’ αυτό, λοιπόν, αναγκαζόμαστε να σπάσουμε τη σιωπή μας, βλέποντας μια σπαρακτική εικόνα, μια εικόνα εξαθλίωσης: μια ταλαίπωρη τηλεπαρουσιάστρια, τη Σία την Κοσιώνη, να συνεχίζει να εργάζεται σε κατάσταση προχωρημένης εγκυμοσύνης! Είναι να τη λυπάσαι τη φουκαριάρα την εργαζόμενη να ενημερώνει υπεργκαστρωμένη. Τι φρίκη να σου εκφωνεί τις –αναμφίβολα σημαντικές– ειδήσεις του ΣΚΑΪ μια δύστυχη γυναίκα σε τέτοια κατάσταση παραμόρφωσης λόγω προχωρημένου γκαστρώματος!


Και ποιανού ευαίσθητου ανθρώπου η καρδιά δεν αλγεί μπροστά σ’ ένα τόσο απάνθρωπο θέαμα; Και ποιανού δεν σπαράσσει; Η δική μας καρδιά, πάντως, πονεί – και πονεί πολύ. Κι αμέσως σκεφτήκαμε πως πρέπει να καταγγελθεί η εργοδοσία για ασυγχώρητη αναλγησία. Όσο κι αν στελέχη του σταθμού, δίνοντας μια διαφορετική ερμηνεία, μας πληροφορούν ότι είναι η ίδια η γκαστρωμένη παρουσιάστρια που δεν επιθυμεί, αν και στον ένατο μήνα της κυήσεως, να απομακρυνθεί από την καρέκλα των ειδήσεων. Πρώτον, γιατί είναι υπερήφανη που έμεινε επιτέλους έγκυος και επιθυμεί πολύ την κοιλιά της να την επιδεικνύει, αλλά και λόγω ανασφάλειας, αφού εχθρεύεται και φθονεί όλες τις ανταγωνίστριές της (Εύα Αντωνοπούλου, Νίκη Λυμπεράκη κ.α.) φοβούμενη μη και της πάρουνε τη θέση. Ενώ οι ίδιες πηγές κάνουν λόγο και για μια αντιπαθέστατη υπερφιλόδοξη που μπροστά της βλέπει μόνο αναρρίχηση· για το πιστό poodle του βραχύσωμου καναλάρχη· αλλά και για αναιδή καουμποϊλίκια προς τους περισσότερους συναδέλφους της στηριζόμενη στις γνωστές πολιτικές και επιχειρηματικές πλάτες.


Προσωπικά, εντούτοις, αδυνατούμε να πιστέψουμε οτιδήποτε από τα παραπάνω για ένα τόσο συμπαθητικό άτομο. Και αποδίδουμε παρευθύς μια τέτοια φημολογία/σπερμολογία στην (πάντα συγγνωστή στην ανθρώπινη συνθήκη) μνησικακία, και ειδικά την ελληνικής κοπής, αφού, όπως έχει επισημάνει στο περί μνησικακίας έργο του και ο μακαρίτης φαινομενολόγος εκ Μονάχου, όσο μεγαλύτερη η αναπηρία τόσο μεγαλύτερη κι η μνησικακία – κι από αναπηρία, αναπηρία πνευματική, να φαν’ κι οι κότες σε τούτα δω τα χώματα. Υποθέτουμε, λοιπόν, πως, σε ό,τι αφορά τις παραπάνω πληροφορίες, θα πρόκειται μάλλον, και σ’ αυτή την περίπτωση, για φεϊκνιούζ και για χόαξ και για ποστρούθ και, εν τέλει, για λαϊκισμό – αυτή τη μάστιγα της εποχής!


Το χαρμόσυνο μαντάτο της ένωσης του ελπιδοφόρου ζεύγους με τα ιερά δεσμά του γάμου, που απασχόλησε επί μήνες τα μέσα ενημέρωσης, έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από το πανελλήνιο. (Άλλωστε, πάντα αρέσουν τα αισθηματικά και οι τελετουργίες στο μεγάλο κοινό.) Το μυστήριο επρόκειτο αρχικά να τελεστεί στην Αντίπαρο, για ευνόητους λόγους καθώς θρυλείται πως εκεί πρωτοέσμιξαν τα δυο κορμιά – τα δυο σημαντικά αυτά κορμιά. Στην Αντίπαρο ο γάμος ή μήπως στη Σαντορίνη; – να ένα ακόμη ερώτημα που απασχόλησε τον Τύπο. Εμείς, βέβαια, αν και δεν ρωτηθήκαμε, πιστεύαμε ότι πρέπον θα ήταν το μυστήριο να τελεστεί στο Καρπενησιώτικο Κέντρο Δημοκρατίας, το περίφημο αυτό κέντρο, για λόγους βαρβάτου συμβολισμού. Το σημαντικό, πάντως, είναι πως τελικά ετελέσθη στην ιστορική γη του Καρπενησίου – κι αυτό είναι που μετρά. Όπως και να ’χει, κι όπου κι αν έγινε ο γάμος, το πιο σπουδαίο είναι πως πρόκειται για ένα θαυμάσιο ζευγαράκι. Ταιριαστό πολύ. Που, κατά τη γνώμη μας, έχει πολλά να δώσει σε ενημέρωση και πολιτική. Πολλοί, μαζί με μας, το εθαύμασαν. Αλλά πολλοί και το εφθόνησαν, αφού σε τούτη τη ζωή είναι δύσκολο να βρεις ένα τόσο ιδανικό συνταίριασμα.


Θα πρόκειται για το πρώτο παιδί της νύφης. Αφού δεν ευτύχησε να αποκτήσει παιδιά από τον προηγούμενο γάμο. Σε ό,τι, ωστόσο, αφορά την πλευρά του γαμβρού δεν είμαστε απολύτως βέβαιοι, καθώς χάσαμε το μέτρημα, δεδομένου ότι είχε εμπλακεί και στις γνωστές περιπέτειες που είχαν απασχολήσει (και συνεχίζουν να απασχολούν) τo λαϊφστάιλ δημοσιογραφικό δυναμικό της χώρας μας. Έστω κι αν αργότερα έπραξε το καθήκον του και προέβη στις αναγκαίες αποκαταστάσεις. Ο Κωστάκης, πάντως, μοιάζει συμπαθητικό παιδί. Δεν είναι, δε, τυχαίο, ότι φίλος μας καλός τρέφει τέτοια αισθήματα συμπάθειας απέναντι σε τούτον δω τον αβρό νέο που, όπως μας αποκάλυψε, του έρχεται να του πιάσει το μάγουλο! – τόση τρυφερότητα του γεννά. Δεν ενστερνίζονται, όμως, οι πάντες αυτές τις απόψεις για τα γαλάζια παιδιά. Τα οποία ενίοτε τους δημιουργούν και βίαια συναισθήματα. Για παράδειγμα, άλλος φίλος, μερακλής πολύ, που σποραδικά ενδίδει δυστυχώς στο κωλομπαριλίκι, μας εκμυστηρεύθηκε ότι τα τρυφερά αγόρια της ΟΝΝΕΔ τού προκαλούν τόσον εκνευρισμό, που του γεννιέται συχνά η επιθυμία να τα απομακρύνει από τη μαμά τους και να ασελγήσει επ’ αυτών βιαίως και ανοικτιρμόνως!


Χαριτωμένος, λοιπόν, ο γαμπρός. Αλλά κι η νύφη δεν πάει πίσω. Μπρίο, χάρη, γοητεία, λυγίζει το λαιμό, πεταρίζει τα βλέφαρα, σε κοιτά με νόημα στα μάτια. «Σήκωνε τον αυχένα γοργωπός, κύρτωνε την κεφαλή γοργοτράνταχτα, μετεώριζε τα σκέλη με υγρή ευκινησία και ορθοτέντωνε την ουρά» γράφει ο εκλεκτός (και ιδιαίτερα αγαπητός σ’ εμάς) ποιητής Αντώνης Ζέρβας, σ’ ένα από τα σφύζοντα από στέρεο φιλοσοφικό στοχασμό έργα του, περιγράφοντας τον Κέλη Εφέντη, το άλογο το έτοιμο να καβαλικευτεί. Με την περιγραφή αυτή να μας θυμίζει τη χαρίεσσα τηλεπαρουσιάστρια που σε καλεί κι αυτή, με το σκέρτσο της, να την καβαλικέψεις. Να την καβαλικέψεις σαν άτι της ενημέρωσης για να σε ταξιδέψει, υπό τις αυστηρές οδηγίες του σταβλάρχη του Φαλήρου, στο συναρπαστικό ταξίδι με προορισμό την αλήθεια.


Το θέμα, πάντως, για κάθε τηλεπαρουσιάστρια, γκαστρωμένη-ξεγκαστρωμένη, είναι να λέει αλήθειες – και σ’ αυτό τουλάχιστον νομίζομε πως στη συγκεκριμένη παρουσιάστρια το παραμικρό δεν μπορείς να της προσάψεις. Αλήθειες, άλλωστε, θέλει ο κόσμος – αυτή είναι η αλήθεια. Τις δικές του, βέβαια, αλήθειες – και πάντα θα βρεθεί κάποιος να του τις προσφέρει. Είτε σε Κοσιώνειο, είτε σε Ακριβοπούλειο, είτε σε όποια άλλη εκδοχή. Αλήθειες να λέγονται, κι όλα τ’ άλλα τα βρίσκουμε. «Να πει τις αλήθειες, σύμφωνοι. Αλλά αυτή, έτσι που το πάει, θα καταλήξει να γεννήσει μέσα στο στούντιο!..» αναφωνούμε με οργή. Συναισθανόμενοι ότι κινδυνεύει να την ξεγεννήσει ο Πορτοκλάστε, με όποια τραυματική εμπειρία συνεπάγεται κάτι τέτοιο για την ψυχική υγεία του νεογνού. 



Λυπούμεθα μόνο που ο καλός λειτουργός της ενημέρωσης θα στερηθεί τη βοήθεια του  εκλεκτού αλλά απολυμένου συναδέλφου του, του Κώστα του Μπόγδανου, ο οποίος, χάρις στα λουκανικοειδή δάκτυλα που διαθέτει (αφού πρώτα τα ξέπλενε καλά στο λαβομάνο του ΣΚΑΪ), θα μπορούσε να βοηθήσει καθοριστικά την έγκυο τραβώντας αποτελεσματικά έξω το έμβρυο.


Αλγεινή εντύπωση, το λοιπόν, μας προκαλεί το θέαμα της φουσκωμένης τηλεπαρουσιάστριας να συνεχίζει να υπηρετεί, αν και τόσο γκαστρωμένη, το λειτούργημα της ενημέρωσης. Όσο κι αν, με τη δημοσιογραφία να έχει ψοφήσει, και με την (εκατέρωθεν) προπαγάνδα να σφυρίζει γύρω από τα κεφάλια μας, προσβλέπουμε στην Κοσιώνη και την παρέα της για πολλή και καλή ενημέρωση. Κι όσο κι αν οι γερές πινελιές λαϊφστάιλ που μας προσφέρονται απλόχερα για το θέμα λειαίνουν κάπως τη σκληρότητα της κατάστασης, αφού μας χαρίζονται, προσφέροντας τόνους ελαφρότητας, ακόμη και τα φωτογραφημένα ποδάρια της παρουσιάστριας βαλμένα μέσα στα παπούτσια του γάμου (και μάλιστα κομμένα στις γάμπες, ώστε να καλύπτεται τεχνηέντως το γνωστό πρόβλημα). Όπως και να ’χει το πράγμα, η ανάγκη για σωστές ειδήσεις παραμένει. Εξ ου και κάθε βράδυ, παρότι σ’ αυτή την κρίσιμη κατάσταση ίσως θα έπρεπε να βρίσκεται στο κρεβάτι, η τηλεπαρουσιάστρια παραμένει ξύπνια, συνεχίζοντας να δίνει ραντεβού με όσους διψούν για ενημέρωση. «Μια γυναίκα ευτυχώς ξυπνημένη σπάζει τα τελευταία καρύδια της νυχτιάς» έγραφε ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Και ως εκ συμπτώσεως, ξυπνητή στο τελευταίο δελτίο της νυχτιάς κι η Σία, κάθε βράδυ σπάει καρύδια.


Η δυσαρέσκειά μας απέναντι στο θέαμα της υπεργκαστρωμένης τηλεπερσόνας να εκφωνεί ειδήσεις λίγες μέρες προτού γεννήσει είναι έντονη και ειλικρινής. Ωστόσο, ενδέχεται να είναι και λαθεμένη. Καθώς πρόσφατη δημοσκόπηση του Πανεπιστημίου Μακεδονίας έδειξε ότι οι έγκυες είναι αποδεκτό να εργάζονται έως και τον ένατο μήνα της κυήσεως! Ενώ έρευνα της έγκριτης diaNEOsis [sic] αποδεικνύει με τη σειρά της, πέραν πάσης αμφιβολίας, την ορθότητα μιας τέτοιας επιλογής, αφού επ’ ουδενί επιτρέπεται να πέσει η παραγωγικότητα/ανταγωνιστικότητα ειδικά σε τούτους τους χαλεπούς καιρούς της οικονομικής κρίσης! 


Εμείς, πάντως, σταθερά ευαίσθητοι στα θέματα εγκυμοσύνης και αδυνατώντας να πιστέψουμε ότι μια τηλεπαρουσιάστρια παραμένει αλυσοδεμένη στην καρέκλα της, σε τέτοια οριακή κατάσταση, λόγω ανασφάλειας μη και ξεπεταχτεί κάποια συνάδελφός της και της πάρει τη θέση ή επειδή επιθυμεί διακαώς να επιδείξει τη φουσκωμένη κοιλιά της για την οποία αισθάνεται ασύλληπτα υπερήφανη, συνεχίζουμε να οργιζόμαστε με την απάνθρωπη εργοδοσία του ΣΚΑΪ. Και να αναρωτιόμαστε γιατί, στο τέλος-τέλος, δεν παρεμβαίνει δυναμικά ο σύζυγος Κωστάκης να απαιτήσει από τον εργοδότη άδεια για το γυναικάκι του. «Ποιος μωρέ, ο Κωστάκης; Μα αυτός καπνίζει ακόμα κρυφά από τη μαμά του...» μας απαντά, σε τόνους μάλλον ειρωνικούς, συνάδελφος της παρουσιάστριας. Εμείς, όμως, αψηφώντας το παραπάνω σχόλιο, πιστεύουμε ότι ο Κωστάκης είναι σκληρό καρύδι. Πραγματικό αντράκι! Και όταν θυμώσει, ο Θεός να σε φυλάει. Γιατί τότε αγριεύει. Κι αγριεύει πολύ. Αγριεύει, όπως λένε, στο στυλ του μπάρμπα του του Κυριάκου – ίσως κι ακόμη περισσότερο! Δημιουργώντας δέος σε όποιον έχει την ατυχία να βρίσκεται απέναντί του. Το σίγουρο είναι ότι τουλάχιστον εμείς δεν θα πάψουμε να αντιδρούμε με ευαισθησία μα και οργή απέναντι στο απάνθρωπο θέαμα μιας τόσο γκαστρωμένης παρουσιάστριας να συνεχίσει να εργάζεται. Όσο κι αν το δελτίο της αποτελεί τη μόνη ίσως εναλλακτική ενημερωτική λύση –ένα πραγματικό υπόδειγμα ενημέρωσης– απέναντι στο όργιο προπαγάνδας που μας καταπλακώνει. Απευθυνόμαστε, λοιπόν, στο αφεντικό της γκαστρωμένης τηλεπαρουσιάστριας, στον κυρ Γιάννη της πλουραλιστικής ενημέρωσης και του Σαρβάιβορ, στον κυρ Γιάννη των Ρουβάδων και των Αυτιάδων, στον κυρ Γιάννη του «ελληνικού BBC», με μιαν έκκληση: Όχι στο ξεζούμισμα δύστυχων εργαζομένων. Όχι στην απάνθρωπη εκμετάλλευση ακόμη και υπεργκαστρωμένων τηλεπαρουσιαστριών. Όχι στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017

Είναι οριστικό: στο ΠΑΣΟΚ ο Κώστας ο Μπαργιώτας!



Μετά από πολύμηνη κι επώδυνη επώαση, συνάμα δε και σκληρές, σκληρότατες διαπραγματεύσεις, οι καμπάνες αντήχησαν χαρμόσυνα. Η συμφωνία επετεύχθη. Ναι, είναι πλέον οριστικό: ο Κώστας ο Μπαργιώτας θα ενισχύει από τούδε και στο εξής το ΠΑΣΟΚ! Χαράς ευαγγέλια τόσο για τον σοσιαλιστικό χώρο όσο και για τον ίδιο τον Λαρισαίο πολιτικό – ασφαλώς, δε, και για πατρίδα και λαό.


Πρέπει να θεωρηθεί σημαντική η μεταγραφή Μπαργιώτα – τουλάχιστον εάν πιστέψουμε τον διευθυντή της Φώφης, τον Μανώλη τον Όθωνα, ο οποίος, όπου σταθεί κι όπου βρεθεί, ειδικά τις τελευταίες ώρες, ξεχειλίζει από ενθουσιασμό για το Λαρισαίικο απόκτημα. «Πιστεύω ότι με τον Μπαργιώτα, τον άξιο Κώστα Μπαργιώτα, θα μπορέσουμε να πάμε ακόμη καλύτερα, ακόμη ψηλότερα!» δηλώνει ο δυναμικός Κρης. Και ποιος μπορεί να τον μεμφθεί για μια τέτοια πρόβλεψη;


Ωστόσο, δεν έλειψαν και οι παρενέργειες. Δεν θα επεκταθούμε στις διάφορες εσωκομματικές, αλλά θα περιοριστούμε στις πιο πικάντικες, όπως αυτή του διαγραφέντος από τον ΣΥΡΙΖΑ, Στάθη Παναγούλη. Ο οποίος έγινε έξαλλος, όταν πληροφορήθηκε τις σχετικές εξελίξεις. Και ευλόγως (εάν, φυσικά, μας επιτρέπεται από τους αναγνώστες η σχετική κατάθεση γνώμης), δεδομένου ότι ο παλαίμαχος αγωνιστής της πολιτικής (μετά και την ανεξαρτητοποίησή του και ευρισκόμενος κι αυτός σε πυρετώδη αναζήτηση κόμματος, ασφαλώς προκειμένου να προσφέρει) έχει θέσει, εδώ και μήνες, εαυτόν στη διάθεση του ΠΑΣΟΚ (προσφερόμενος να γαβγίζει ασταμάτητα εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ ως ένας ΠΑΣΟΚικός Άδωνις), καταβάλλοντας φιλότιμες προσπάθειες (κάποιοι λένε ικετεύοντας) για ένταξη στους κόλπους του ιστορικού σοσιαλιστικού κόμματος· πλην όμως η πρόεδρος Φώφη τον έχει εδώ και μήνες στο «περίμενε». (σ.σ. Στη Β Αθηνών κατεβαίνει κι ο Λοβέρδος, καημένε Στάθη – έτσι εξηγείται, πάντα κατά τη γνώμη μας, η σχετική αδράνεια της ΠΑΣΟΚικής ηγεσίας· εξόν κι αν αποφασίσεις να πολιτευτείς σε άλλη, άγνωστή σου περιφέρεια, ως μπάλωμα / τσόντα.) Και επί τη ευκαιρία, μια επισήμανση προς τα ηγετικά κλιμάκια του κόμματος: Ο Στάθης έχει υψηλό σάκχαρο και δύσκολα ελέγχει τα νεύρα του (ειδικά, δε, και μετά την καταστροφή του προποτζίδικου του γιου του), γι’ αυτό κάμετε γλήγορα ό,τι είναι να κάμετε, εάν, φυσικά, επιθυμείτε να σταματήσουν οι τυχόν εναντίον σας χριστοπαναγίες από το απύλωτο στόμα του πάντα οργισμένου Στάθη...


Πίσω στον Μπαργιώτα, όμως. Που είναι και το θέμα μας. Στο «Πουτάμ’», όπως το λένε στα μέρη του, ανεζήτησε αρχικά καταφύγιο ο Κώστας. Βρίσκοντας θαλπωρή κάτω από τις στοργικές φτερούγες του Σταύρου του Θεοδωράκη, ενός ηγέτη που ίσταται (από επιλογή και όχι από έλλειψη προσόντων) μακριά από μοντέλα αυθεντίας και πεφωτισμένης ηγεσίας, ενός «ανθρώπου της διπλανής πόρτας». Εντούτοις, τάχιστα κατέβαλε τον Λαρισαίο η απογοήτευση, αφού ο συμπαθής αρχηγέτης έδειξε, δυστυχώς, από πολύ ενωρίς ότι δεν τραβάει. Ούτε καν η προσθήκη / συστράτευση του «καλύτερου δημοσίου υπαλλήλου του κόσμου» φαίνεται να τον ξελάσπωσε. Με αποτέλεσμα την πολιτική περιθωριοποίηση του ίδιου του –αποψιλωμένου πλέον– «Σταύρου» και του νεότευκτου κομματιδίου του. Κι έτσι ο Μπαργιώτας, φτιαγμένος για αγώνες από στέρεα μετερίζια, αποφάσισε, κάνοντας την καρδιά του πέτρα, να ταξιδέψει για πιο σίγουρα λιμάνια (έστω κι αν έτσι πίκρανε τόσο άσπλαχνα τον πρώην δημοσιογράφο / εστιάτορα και ευεργέτη του, ο οποίος τον έκαμε και βουλευτή). Γιατί επιθυμία του είναι να πολιτευτεί σοβαρά κι όχι να καταλήξει στο περιθώριο της πολιτικής, εκεί όπου κυριαρχούν απελπισία και γραφικότητα, πλάι σε στελέχη που, διακρινόμενα από παιδισμό και ερασιτεχνισμό, κάνουν πολιτική με φαιδρά, παιδαριώδη σποτάκια που ενθουσιάζουν τον χαζοχαρούμενο πληθυσμό της απολιτικότητας και τα οποία σε κάνουν, όταν τα βλέπεις, να πλημμυρίζεις από αμηχανία.


Θα μπορέσει, άραγε, να σηκώσει στις πλάτες του τις ευθύνες που γεννά η κρισιμότητα των καιρών ο Μπαργιώτας; Θα μπορέσει να δώσει αυτό το κάτι παραπάνω, μιαν ώθηση για τη συνένωση, και συνακόλουθη εκτόξευση, της ταλανισμένης Κεντροαριστεράς; Στον βαθμό που του αναλογεί, ναι, ας είμαστε σίγουροι ότι θα το μπορέσει. Και πάντως είναι βέβαιον πως θα κάμει ό,τι καλύτερο μπορεί. Αφού κατεβαίνει με μεταρρυθμιστική ατζέντα ο Κώστας  ξηγημένα πράγματα. Ωστόσο, ας μη ζητούμε πολλά από τον δύστυχο Μπαργιώτα. Ας μην έχουμε υπερβολικές απαιτήσεις. Ο Λαρισαίος πολιτικός δεν υπόσχεται θαύματα. Ένας απλό περιφερειακό στέλεχος είναι, ένα μυρμήγκι της πολιτικής, όπως προστάζουν οι καιροί – όχι ένας σύγχρονος πολιτικός Άτλας. Σίγουρα, μπορεί να δώσει πολλά· όχι, όμως, και τα πάντα. Επομένως, ας υποδεχθούμε την μετεγγραφή Μπαργιώτα με μικρό καλάθι στα χέρια, αλλά όμως και με πολλήν ελπίδα στην καρδιά.


Βέβαια, υπάρχουν και ορισμένοι ξερόλες, οι οποίοι και διατυπώνουν ενστάσεις για την επιλογή Μπαργιώτα: «Κι αφού διαφωνεί, γιατί δεν πάει σπίτι του;» ρωτούν εξυπνακίστικα. «Συνήθως βυθιζόμαστε σε έναν νύκτιο βόρβορο, σε ένα σκότος τόσο μέτριο όσο και το φως» σχολιάζει ο μεμψίμοιρος φιλόσοφος. Για μια στιγμή, όμως. Μήπως ακριβώς ένας τέτοιος προβληματισμός ήταν που ώθησε τον Κώστα τον Μπαργιώτα στην ΠΑΣΟΚική ένταξη; Μήπως εκεί φρονεί ότι θα βρει το φως, το φως το πραγματικό, το φως το ανέσπερο, το φως το πλέριο, που θα καταυγάσει  πατρίδα και λαό; Ίσως, λοιπόν, ειδικά σ’ αυτούς τους κρίσιμους καιρούς, η ανάγκη για προσφορά να είναι εκείνη που οδηγεί τα βήματα (και) του Λαρισαίου πολιτικού. Και του απαγορεύει κατηγορηματικά απόσυρση και ιδιώτευση, παρά την πικρία που δοκίμασε από τους Ποταμίσιους ερασιτεχνισμούς και τις Σταυροθεοδωρακικές γραφικότητες. Επιβάλλοντας, ως πράξη ευθύνης, την συνέχιση της παρουσίας του στα δημόσια πράγματα. Γιατί, εδώ που τα λέμε, χωρίς διάθεση υπερβολής και με το χέρι στην καρδιά, μπορεί εύκολα να φανταστεί κανείς ετούτη ή και την επόμενη βουλή χωρίς την παρουσία του Κώστα του Μπαργιώτα;

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Οι γαλακτώδεις (ΙΙ)


Το νέο του δυστυχήματος τον βρήκε τον καθέναν μονάχο του, στο υποφωτισμένο του δωμάτιο, in flagrante, ωστόσο έπρεπε άμεσα να υπάρξει τοποθέτηση. («Σχολιάζω άρα υπάρχω!» είπε ο Κουρτέσης.) Η πυραμίδα έχει γυρίσει τούμπα, εδώ και καιρό, δικαιώνοντας τους λαϊκούς αγώνες. Εκφραστικός συνωστισμοπληθωρισμός. Να υπάρχει, άραγε, κάτι απάνου στο οποίο ο Joe Blow from Kokomo δεν έχει άποψη; «Θα σέβεστε» ακούς –για εκατομμυριοστή φορά τις τελευταίες μέρες– από τον μέσο αποφαινόμενο που «πρωτοτυπεί», σπάζοντάς μας πολύτιμους αδένες. Η Πόρσε, ευκαιρία για νέες (εκφραστικές) λούπες. Μπορεί, άραγε, κάποιος μέσος άνθρωπος, κάποιος μη ειδικός, να μην έχει άποψη για τα ακριβή αίτια του δυστυχήματος; Επιτρέπεται να μην έχει γνώμη – και, κυρίως, να μην επιθυμεί να τη μοιραστεί; Μπα, το Πορσικό συμβάν είναι εδώ και ζητά σχολιασμό. «Jaccuse!», ο κακιασμένος μπατίρης αριστεριστής. Το ανάποδο (η καρδούλα του το ξέρει...), ο δυστυχής γουοναμπής που πασχίζει να κρύψει τη δική του –λόγω αδεκαρίας– μνησικακία μέσα από την υπεράσπιση της φαντασιακής του ταυτότητας. («Ο καπιταλισμός επιτρέπει και σ’ εμάς να ονειρευόμαστε – και, ποιος ξέρει, ίσως κάποια μέρα κι εμείς… ενδεχομένως... κάποτε...») Συν ο φόβος μη και δείξει τη συμπλεγματικότητά του [ο φόβος του βλάχου με τονε πούνε (οι βλάχοι) βλάχο]. Διαφορές, γεννημένες, όμως, από το ίδιο εύφορο έδαφος (που παράγει, μονοκαλλιέργεια, τη ζηλοφθονία). Από την ίδια γαστέρα βγαίνουν οι (υποτίθεται αντιτιθέμενες) απόψεις. Ο Masaccio δείχνει προς τον ορθολογισμό· ο Fra Angelico προς τον μυστικισμό. Αλλά κι οι δυο τους –επισημαίνει ο Καΐμη– έμαθαν το πινέλο ως τέκνα της ίδιας Τζιότικης παράδοσης. Πέριξ της ηθικής και της τεχνικής η συζήτηση, αλλά μήπως θα μπορούσε να προστεθεί και μια διάσταση αισθητική; Μπορεί, λ.χ., τη Silver Shadow που οδηγεί στο Surrey ο κύριος Prichard (που παρόμοιο αμάξι οδηγούσε κι ο προπάππος του) να την οδηγεί κι ο (new money) Θανάσης στους δρόμους της ιστορικής Λεβαδειάς; Είναι συμβατή, με τα κλασσικά, παραδεδεγμένα κριτήρια αισθητικής, η εικόνα πολυτελών αυτοκινήτων να βολτάρουν στις Βαλκάνιες λεωφόρους – και δη με κάγκουρες στο τιμόνι; Ο Ιαβέρης, οργίλος, μιλά, για χιλιοστή φορά, ακάματα, σχεδόν εμμονικά, για έλλειψη οδηγικής συνείδησης (με τη γραφικότητα, δυστυχώς, να παραμονεύει στη γωνιά). Ο τηλεπαρουσιαστής αναλύει (στους διψασμένους για επιβεβαίωση της προειλημμένης τους απόφασης θεατές) τις κρίσιμες λεπτομέρειες για το συμβάν «που σκόρπισε το πένθος» («πρέπει να παίζει η εικόνα του δυστυχήματος;» – να ένα ακόμη ερώτημα). Υπάρχει κάποιος που θέλει να ρωτήσει και όχι να απαντήσει; (Σιγή από το εκκλησίασμα.) «Έτρεχε το κωλόπαιδο», στο καφενείο. «Όχι στην ταξική ανάλυση του δυστυχήματος», στα fora της πρεταπορτέ διανόησης. Και ο (αναπόφευκτος) ορθολογισμένος, ο εκφραστής της γενικώς αποδεκτής αιρετικότητας, ο «μοναχικός πολυπράγμων» να διευκρινίζει ότι «δεν φταίει η Πόρσε», διαφωτίζοντας (ευτυχώς!) όσους πλανεμένους πίστευαν πως για το δυστύχημα ευθύνεται ο κινητήρας, το τιμόνι κι ο λεβιές του «πολυτελούς οχήματος». Επανάληψη μήτηρ μαθήσεως, αλλά κι η πρωτοτυπία έχει τη χάρη της. Γι’ αυτό και, παρακολουθώντας βαριεστημένα την επαναλαμβανόμενη επικαιρότητα, ενθουσιαστήκαμε από μια νέα οπτική που κατατέθηκε (πραγματικά ή στη φαντασίας μας;) αφιλοκερδώς (τι έκπληξη!) από τον κύριο Τάδε, τον καθηγητή των Μπίζνες Οικονόμικς Ακάουντινκ εντ Λοτζίστικς γουίθ Φάινανς εντ Μάρκετινκ: «Χάθηκε ένας νέος άνθρωπος. Έχουμε σκεφτεί ότι, εάν δεν έφευγε τόσο πρόωρα, θα μπορούσε να είναι παραγωγικός για πάνω από σαράντα χρόνια, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα της χώρας;» Πρωτότυπη παρατήρηση, χωρίς αμφιβολία, ωστόσο το ερώτημα του «τίς πταίει;» για το «τραγικό δυστύχημα» παρέμενε μετέωρο. «Ο λαϊκισμός!» αποφαίνεται ξάφνου ο αναπόφευκτος (γκρεκοφιλελεύθερος) επιστήμονας, εμπλουτίζοντας καθοριστικά τη δημόσια συζήτηση.

/σχετικά άρθρα/
Οι γαλακτώδεις

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

Οι γαλακτώδεις



Τρεις εκτονώσεις, τρεις πολιτικές εκτονώσεις, είχε καταφέρει ήδη, και μάλιστα παλικαρίσια, ενώπιον της κομπιουτερίστικης οθόνης ο γαλακτώδης – και να σκεφτείς ότι ακόμη δεν είχε απομεσημεριάσει. Πόσον πολύ χρόνο –αλλά και διάθεση– είχε για κάμποσες ακόμη! Από τον υπολογιστή του, επομένως, δεν έλεγε να ξεκολλήσει. Θα ’ρχονταν κι άλλες εκτονώσεις ίσαμε το βράδυ – αυτό ήταν βέβαιο. Εκτονώσεις διόλου μοναχικές, καθότι κατορθώνονταν και σε συνεργασία με άλλους πληκτρολόγους γαλακτώδεις. Κάποιοι ισχυρίζονταν πως δεν ήταν η εναντίωσή του στις χαμηλές προδιαγραφές του κυβερνητικού τσίρκου και της κωμικής στελέχωσής του, αλλά η διατήρηση της επιβολής του ΕΝΦΙΑ για το προικώο αλλά και για το πατρικό στο χωριό, συν κάποιοι φόροι παρεπάνω τους οποίους εκλήθη να πλερώσει, που αυτόν, έναν μέχρι πρότινος απολίτικο, έναν αλαφρύ, τον είχαν, εδώ και καιρό, ριζοσπαστικοποιήσει, τον είχαν τρέψει σε ιντερνετικό ακτιβιστή – έναν αντιΣΥΡΙΖΑ militant από τους λίγους. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δύσκολα μπορούσε να γίνει πιστευτό, δεδομένου ότι είχε βρει διέξοδο κι ελπίδα στη στήριξη Κυριάκου και συνεργατών, άρα οι απαιτήσεις για υψηλές προδιαγραφές φαίνεται πως πράγματι υπήρχαν – και με το παραπάνω.


Απαιτήσεις που σίγουρα δεν ικανοποιούνταν από το κυβερνών κόμμα, πράγμα, άλλωστε, που τον είχε κάμει έναν ορκισμένο διώκτη του λαϊκισμού και του ποστρούθ, έναν δυναμικό αγωνιστή υπέρ της Αλήθειας, ο οποίος απάνω στα πεπραγμένα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του. Πόσο τον εξόργιζε το κόμμα ετούτο ως κυβέρνηση! Μα πόσο τον εξόργιζε! Εκτός εαυτού τον έβγαζε! Μήπως ως ένα τυπικό κόμμα του Ελληνικού θιάσου, ένα κόμμα απολύτως αντιπροσωπευτικό – ένα κόμμα βγαλμένο από μας για μας; Μπα, όχι, προς Θεού όχι. Τον εξόργιζε δυνατά ως κάτι το όλως άλλον! Το ιδιαίτερο. Το πρωτοφανές. Που θα το ’παιρνε –Θεούλη μου!– παραμάζωμα ο Κυριάκος με το μέτωπο λογικής και τη συμφωνία αλήθειας, ώστε να πέσει (αμήν και πότε!) ο ολοκληρωτισμός και να ’ρθει η δημοκρατία. («Όχι στους συμψηφισμούς ρε μαλάκα!» ακούγεται από μια καρέκλα του Free Thinking Zone να μας εγκαλεί πίνοντας καπουτσίνο –με μπόλικο γάλα– ένας σκεπτόμενος γαλακτώδης.) Κι έτσι, σ’ αυτό το κλίμα, το πληκτρολόγιο έπαιρνε φωτιά. Τι αγώνας ήταν ετούτος! Τι μάχη για τη μεγάλη ανατροπή! Τίποτε δεν είχε αφήσει ασχολίαστο ο γαλακτώδης. Τι Καρανίκα είχε στηλιτεύσει με λόγους πύρινους. Τι ΝΑΣΑ είχε ειρωνευτεί με αστεϊσμούς ευφάνταστους. Στη συνέχεια, οργίλος, προχωρούσε και σε (γαλακτώδεις) καταγγελίες περί πρωθυπουργικού ταξιδιού στη Ντίσνεϋλαντ! Τι όμορφα καλαμπούρια είχε σκαρώσει με τούτη τη Γεωργιάδικη (δι’ αντιπροσώπων) αποκάλυψη! Πλημμύρα κανονική πικάντικων, συνάμα δε και εύστοχων, αστεϊσμών από τον αυτοαρμεγόμενο διαμαρτυρόμενο (που τον έπνιγε, εξόν από το γαλακτώδες, και το δίκαιο©).


Σε μιαν άλλην άκρη των Αθηνών, παραλλήλως, κάποιος δύσμορφος, αγωνιστής κι αυτός της Αλήθειας, κολυμπούσε αχόρταγα μες στο δικό του γαλακτώδες. Υποσχόμενος και νέες αποκαλύψεις. Το «σπίτι του Βολταίρου» (sic, lol και γαλακτώδες) φημολογείτο πως όχι μόνο είχε αγοραστεί, αλλά είχε μετατραπεί και σε μπουρδέλο πολυτελείας! Στο οποίο, μάλιστα, σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες που ο έγκριτος ερευνητής διέθετε, η νέα του ιδιοκτήτρια εκδιδόταν κιόλας! Αποκλειστικά, μάλιστα, σε στελέχη της Siemens! Και, απ’ ότι τουλάχιστον έλεγαν κάποιοι, ο σύζυγός της και αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως– όσο κι αν ακουγόταν απίστευτο– ήταν ο προαγωγός της! Και, σαν να μην έφτανε αυτό, κατά τη διάρκεια της επαφής με τους πελάτες την έπαιρνε και μάτι! Και μάλιστα αυνανιζόμενος! Ενώ τον θώπευε φιλήδονα και κάποιος Χριστοφοράκος! Όλα τούτα θα αποτελούσαν το αποκλειστικό της ερχόμενης εβδομάδος. Και καμπόσοι πληκτρολόγοι γαλακτώδεις, φίλοι και μαχητές της ντοκουμενταρισμένης εκδοχής της Αλήθειας, ετοιμάζονταν να πιάσουν τα πληκτρολόγια και να δώσουν μάχη πολιτική με τους αντιπάλους γαλακτώδεις. Η αντιπαράθεση ανεμένετο σκληρή – μέχρι τελικής πτώσεως! Σκότος. Έρεβος. Μόνη αντίθεση στο κυρίαρχο μαύρο, το λευκό χρώμα του μαζικά παραγόμενου, και ως εκ τούτου εν αφθονία προσφερόμενου, γαλακτώδους.

/σχετικά άρθρα/
Λερμπαλέρ
Οι γαλακτώδεις (II)

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017

Η δικαίωση του Απόστολου



Η τιμητική, όπως οι πάντες συνομολογούν, απόφαση της (ανεξάρτητης) Ελληνικής δικαιοσύνης περί μη εκδόσεως των οκτώ τούρκων στρατιωτικών στην χώρα τους έβγαλε ασπροπρόσωπο όλον τον Ελληνισμό. Τώρα πια ο Έλληνας, με καθαρό το κούτελο, μπορεί να παινεύεται, άνευ δισταγμών, ότι ζει σε μια χώρα ευρωπαϊκή (πλέον και με τη βούλα), με τη διάκριση των εξουσιών της και με τα όλα της, όπου πολιτικές και άλλες πιέσεις δεν περνούν. Δεν περνά, επίσης, απαρατήρητο το γεγονός ότι η σωστή ρότα που οδήγησε στην άκρως τιμητική απόφαση ακολουθήθηκε, κατά πάσα βεβαιότητα, από τη στιγμή που ένας ιδιώτης, ο Αποστόλης ο Δοξιάδης, με έναν εντυπωσιακό (αστικό) ακτιβισμό, εκείνο το παγωμένο απόγευμα σε πάρκο πλησίον δημοφιλούς μπαρ-ρεστοράν, δημιούργησε κινητοποίηση φέρνοντας τους πάντες προ των ευθυνών τους. Ήταν η ιδέα που τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα του εφησυχασμού. Η πρωτοβουλία-τομή που έφερε τα πάνω κάτω. Η κίνηση-ματ που άλλαξε τον ρουν των εξελίξεων. Από κει και πέρα τα υπόλοιπα ήσαν λεπτομέρειες, αφού τα πράγματα είχαν ήδη πάρει τον δρόμο τους...


Από δικαστικές, μάλιστα, πηγές (θείο μας αρεοπαγίτη), οι οποίες μας εξήγησαν, χωρίς πολλές φιοριτούρες, το τι συνέβη και οδηγηθήκαμε σε τούτη την ιστορική απόφαση, πιστοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, και το ότι η πρωτοβουλία του Απόστολου ήταν που έγειρε αποφασιστικά την πλάστιγγα, που έκλινε καθοριστικά την παλάντζα. «Από πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες πιέσεις δεν δεχόμεθα. Μην έχεις αμφιβολίες. Όταν, όμως, μιλούν οι πολίτες, τότε, ναι, αφουγκραζόμεθα. Αν δεν είχε πραγματοποιηθεί η εκδήλωση Δοξιάδη, δεν ξέρω ποια θα ήταν η απόφαση. Η κοινωνία των πολιτών παιδί μου! Η κοινωνία των πολιτών!» επεξήγησε ο θείος. Με το ηθικό δίδαγμα να μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, όταν ακόμη και διανοούμενοι / καλλιτέχνες με άφθονο χρόνο στη διάθεσή τους, αντί να αφιερώσουν αυτόν τον ατέλειωτο χρόνο στις συνήθεις αργόσχολες μπονβιβερικές ενασχολήσεις, τον διαθέτουν στην υπηρεσία της κοινωνικοπολιτικής μάχης μετατρεπόμενοι σε αποφασισμένους ακτιβιστές που σηκώνουν τη σημαία του αγώνα και τραβούν μαχητικά μπροστά, η νίκη δεν είναι δεν μπορεί να είναι– μακριά.

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2017

Τα μαλλιά του Μουλόπουλου



Θανάσης, ένα Ελληνικότατο όνομα· το σήμα κατατεθέν, θα λέγαμε, της Ελληνικότητας στον τομέα των ονομάτων  κατά την προσωπική μας, πάντα, αξιολόγηση. Χθες, λοιπόν, ανήμερα του Αγίου Αθανασίου, δεν θα μπορούσαμε να λείπουμε από το εορταστικό τσιμπούσι που έλαβε χώρα σε στενό αλλά ζεστό στέκι της οδού Σωκράτους, επί τη ονομαστική εορτή του καλού φίλου Θανάση Κρομμύδα. Η παρουσία λίγων αλλά εκλεκτών φίλων, εκείνο το μεσημεράκι, συνοδεία πικάντικων καραμανλίδικων μεζέδων (λουκάνικα, τυριά, παστουρμάδες, αβγά Βαρνάβα σαγανάκι), παρουσία και άφθονου οίνου, τσίπουρου και ούζου, και με το κέφι στο κατακόρυφο (Θεέ μου, τι ευωχία ήταν ετούτη!), δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια γνήσια Ελληνική συζήτηση.


Τι γίνεται με τον διωκόμενο ΔΟΛ, η ΕΛΕΝΗ που έδωσε προσφορά η αστική φυλλάδα, οι χοντρές γάμπες της Κοσιώνη, εάν περπατά και χωρίς στήριξη ο ετοιμόρροπος Ψυχάρης, ποιος έκανε παρέα στον Λαμπράκη, ποια (τότε δημοσιογράφος και νυν βουλευτής) ήταν η νοσοκόμα που τον ξεσκάτιζε για να κερδίσει την εύνοιά του, αλλά και το εντυπωσιακό, πράγματι, γεγονός, ότι ο νέος κουμανταδόρος του Συγκροτήματος, ο Βασίλης ο Μουλόπουλος, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, διαθέτει στιλπνά καστανόχρωμα μαλλιά, αποτελώντας ένα θαύμα της φύσης, καθώς αποκλείστηκε, χωρίς δεύτερη σκέψη, η πιθανότητα ένας τόσο σοβαρός άνθρωπος, όπως ο Βασίλης, να βάφει τα μαλλιά του. Ωστόσο δεν θα το κρύψουμε αισθανθήκαμε να ανιούμε με την πνιγηρή Ελληνική επικαιρότητα και τα παρελκόμενά της. Κι έτσι, αποφασίσαμε να δώσουμε μια νέα τροπή στη συζήτηση, θα λέγαμε μια νέα πνοή, θέτοντας, ξαφνικά αλλά και αποφασιστικά, ένα άλλης τάξεως ερώτημα: Ποιος Έλληνας καλλιτέχνης διαθέτει τα πιο κοντά πόδια; Η συζήτηση, ξεπερνώντας τις προσδοκίες μας, άναψε μεμιάς, με τις απόψεις του καθενός να πέφτουν στο τραπέζι βροχηδόν και με τη βεβαιότητα διά της οποίας ο Έλληνας έχει συνηθίσει να αποφαίνεται. Και πού καταλήξαμε μετά από ωριαία και βάλε συζήτηση; Να γίνει κατά πλειοψηφία αποδεκτή η άποψή μας ότι τα πιο κοντά ίσως και παχιά– πόδια της ελληνικής showbiz τα διαθέτει πιθανότατα ένας Θανάσης – ο Μικρούτσικος.


Στη συζήτηση, ωστόσο, δεν υπήρξε ομοφωνία, καθώς επιτρέψαμε να διεξαχθεί σε δημοκρατικά πλαίσια, αφήνοντας μεγάθυμα ούλες τις απόψεις να ανθίσουν. Υπήρξαν, επομένως, και κάποιες ενστάσεις.Τις οποίες δεχθήκαμε να ακούσουμε ανενδοίαστα. Κάποιος, επί παραδείγματι, έθεσε την υποψηφιότητα του Θύμιου του Καρακατσάνη, αλλά ο συμπαθέστατος ηθοποιός μας δεν βρίσκεται πια εν ζωή και δεν επιθυμήσαμε να τον εμπλέξουμε σε ματαιόδοξους διαγωνισμούς του κόσμου ετούτου. Άλλη φίλη έριξε στο τραπέζι το όνομα του Μίμη Ανδρουλάκη (με την ιδιότητα του λογοτέχνη). Σύμφωνοι, έχει πολύ κοντά πόδια και ο Μίμης, αλλά το να ισχυριστεί κανείς ότι διαθέτει και τα κοντύτερα θα ισοδυναμούσε σίγουρα με υπερβολή. Διανοούμενος συνδαιτημών προέκρινε την περίπτωση του Γιώργου Βέλτσου, υποστηρίζοντας, μάλιστα, ότι όχι μόνο έχει δει ολόγυμνα τα πόδια του Γιώργου σε μια παραλία της Μυκόνου, αλλά ότι τα εμέτρησε κιόλας! Επειδή, όμως, το ψέμα έχει κοντά ποδάρια, καταθέτουμε ως απόδειξη υπέρ της δικής μας άποψης τη συγκεκριμένη φωτογραφία, που αποδεικνύει του λόγου το αληθές πέραν πάσης αμφιβολίας.


Άλλωστε, το ότι ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης μας τυγχάνει τόσο αντιπαθής και ανυπόφορος επ ουδενί θα μπορούσε να του στερήσει μια πρωτιά  έστω και σχετιζόμενη όχι με τέχνη αλλά με πόδια. Το τελικό συμπέρασμα κατατέθηκε από τον (ορθολογιστή) εορτάζοντα, Θανάση: «Ευτυχώς που έχει εξαιρετικά κοντά πόδια ο Θάνος ο Μικρούτσικος, γιατί έτσι υψιπετής που είναι ως καλλιτέχνης, με τη φαντασία του να τον οδηγεί σε ασταμάτητες πτήσεις, τα κοντά του πόδια τον προσγειώνουν στη γης και τον ρεαλισμό της, εξασφαλίζοντας μαυτόν τον τρόπο την πολυπόθητη ισορροπία που, ομολογουμένως, ψάχνουμε όλοι οι άνθρωποι». Ίσως, λοιπόν, τα τόσο κοντά πόδια του συγκεκριμένου, αχαλίνωτου ως προς τη φαντασία, καλλιτέχνη να αποτελούν μια πρόνοια της σοφής Μάνας Φύσης με στόχο την αρμονία...

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

Η Πρωτοχρονιά του Νίκου Δήμου



Βαρύθυμος σηκώθηκε και τούτη την Πρωτοχρονιά ο Νίκος Δήμου. Συνάμα, δε, κι οξύχολος. Τίποτε πάλι δεν του πήγαινε καλά, που να πάρει ο διάολος. Μα απολύτως τίποτα! Όχι, δεν ήταν μόνο ότι, λόγω της οικονομικής κρίσης, είχε βάλει στο blog του διαφημίσεις της Google, τις οποίες, ως φαίνεται, πατούσε τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του καταφέρνοντας απανωτά «κλικ», σίγουρα εκ λάθους, με αποτέλεσμα η εταιρία να του μπλοκάρει τη δυνατότητα τοποθέτησης ρεκλάμας λόγω παραβίασης των κανόνων χρηστής χρήσης. Ήταν και το ότι ο πλανήτης είχε πέσει στις δαγκάνες των δυνάμεων του λαϊκισμού· ο ορθός λόγος έμοιαζε να υποχωρεί· ο φιλελευθερισμός, και μάλιστα ο α λα γκρέκα που πρέσβευε ο συμπαθής δημοσιολόγος, αποτύγχανε να γοητεύσει τις πλατιές λαϊκές μάζες. Άσε που αναρωτιόταν: Δεν θα μπορούσε να παίξει εκείνος τον ρόλο του οργανικού διανοούμενου / προπαγανδιστή του αστικού νεοαυριανισμού αντί για τον Ράμφο, και να κάνει αυτός τον βαστάζο του Πορτοκλάστε, αφού, τον καιρό εκείνο τον παλιό που ο Στέλιος υμνούσε παπάδες και Γεροντικά κει πάνω στην Πεντέλη, προτού αλλαξοπιστήσει και αποφασίσει να υπηρετήσει με τον παλιό φανατισμό το νέο δόγμα, ο δημοσιογράφος Δήμου εκθείαζε εγκαίρως τον λιμπεραλισμό; Ίσως, πάλι, να είχε πληρώσει την απόφασή του να εκφράζει αταλάντευτα τις μεγάλες αλήθειες, όπως τότε, με την αποκάλυψή του για την απάτη με το Άγιο Φως (σε ένα κρεσέντο ειλικρίνειας μα και επιθυμίας για δια-Φωτισμό, που δυστυχώς παρεξηγήθηκε ως πατεντάτη απολιτικότητα, παιδικότητα, και διάθεση να κάνει, ως συνήθως, τον έξυπνο σε ολέθριο timing), η οποία και του στοίχισε, νωρίς-νωρίς, την κλωτσηδόν εκπαραθύρωσή του από το Ποτάμι και την απώλεια του επίζηλου τίτλου του πολιτευτή. Επιπλέον, το να ισχυριστείς ότι τα πονήματα του δεν βρίσκονταν και στην πρώτη γραμμή της ζήτησης θα ισοδυναμούσε με ένα πελώριο understatement...


Το χειρότερο; Δεν είχε προς ποιον να τα ψάλλει, χρονιάρα μέρα· πού να μεταφέρει την πολύτιμη γνώση του· ποιον να νουθετήσει. Μόνος του είχε μείνει, κι αυτές τις γιορτές, ο γκρεκοφιλελεύθερος. Αφού όλοι απομακρύνονταν από κοντά του φοβούμενοι, τάχατες, πληκτικούς διδακτισμούς και ανιαρούς μονολόγους με έντονο το χρώμα της πνιγηρής εγωπάθειας,της ενοχλητικής περιαυτολογίας, της απωθητικής μονομανίας, της ανυπόφορης κοινοτοπίας, ενώ, στην πραγματικότητα, δεν άντεχαν την Αλήθεια. Προς στιγμήν του ήρθε μια ιδέα, ιδέα ορθολογική πέρα για πέρα απ’ όποια σκοπιά κι αν την έβλεπε κανείς: να καλέσει τον Γιάννη τον Μαρίνο να κάνουν μαζί  Πρωτοχρονιά· τον παλαίμαχο δημοσιογράφο, ο οποίος, μετά και τον θάνατο της μητέρας του, περνούσε κι εκείνος τις γιορτές μόνος. Αμέσως, όμως, μετέβαλε γνώμη. Ποιος ανέχεται τον ξερόλα και γρινιάρη Μαρίνο, που όλο θέλει να μιλάει, έχει πάντα δίκιο, ενώ νιώθει μονίμως αδικημένος, ωστόσο και (αυτο)δικαιωμένος; Δύο παρόμοιοι χαρακτήρες, άλλωστε, δύσκολα κάνουνε χωριό γύρω απ’ το ίδιο τραπέζι, κι έτσι η συνύπαρξη θα καθίστατο δυσχερής. «Μπα, άσε, καλύτερα μόνος, παρέα με τον εαυτό μου, τον καλύτερό μου φίλο που δεν με απογοητεύει ποτέ...» σκέφτηκε, με σύνεση και ορθολογισμό.


Η δυσθυμία, ωστόσο, ίσως και η μοναξιά, τον οδήγησαν σε κατά ριπάς αναπολήσεις ματαιώσεων. Έφερε, για παράδειγμα, με ένταση στον νου του μιαν απογοήτευση που ακόμη δεν μπορούσε να ξεπεράσει. Τότε, την περίοδο ακμής των 4Τροχών, όταν ο εκδότης Κ.Κ. με τον μπερέ, στις απαρχές της διάζευξής του από το καλό γούστο και συνάντησής του με την Ελληνολαγνεία (κάποιοι ισχυρίζονται και με τη γραφικότητα), αφαίρεσε από την ενότητα με τις στήλες γνώμης κάθε σφρίγος και ενδιαφέρον, περιθωριοποιώντας τον Δήμου και πουσάροντας γραφίδες ατόφια Ελληνοκεντρικές, τουτέστιν Τριαντικές, Ζουραρικές, και ασφαλώς τις πολυαγαπημένες μας Σαραντοκαργαγικές. Με αποτέλεσμα το περιοδικό, έκτοτε, να μοσχοβολά ευωδιαστή μυτζήθρα και τίμιο Ελληνικό ιδρώτα αποτυπωμένο απάνω σε κοντομάνικα φροντιστηριακά υποκάμισα, αντί για την εσάνς κοσμοπολιτισμού, ζωντάνιας, συχνά και λυρισμού, που χάριζαν τα ελκυστικότατα κείμενα του Δήμου, τότε που μας προσέφερε ό,τι καλύτερο έχει παραγάγει έως σήμερα, αναδεικνυόμενος σε έναν ημεδαπό LJK Setright (τηρουμένων, πάντα, των αναλογιών).


Δεν θα μπορούσε, λ.χ., αρνούμενος τον διδακτισμό και την πολιτικολογία που από ένα σημείο και πέρα τον καθόρισαν, να εξελιχθεί σε έναν γραφιά των προδιαγραφών του εξαίρετου Τηλέμαχου Μαράτου ή του ανυπέρβλητου Πάρι Τακόπουλου; Ίσως και να μπορούσε, εάν βεβαίως διέθετε και λίγο παραπάνω χιούμορ, αφού οι προαναφερθέντες διακονούν, μεταξύ άλλων, το αναρχοσυντηρητικό χιούμορ – αυτή την πολύτιμη προσφορά της αγγλικής κουλτούρας στην ανθρωπότητα. Εντάξει, το χιούμορ, κατά βάσιν, το έχεις ή δεν το έχεις. Και για την έλλειψη χιούμορ δεν ευθύνεται ο μη κάτοχός του. Έστω κι αν (αυτο)προσδιορίζεται ως συνεχιστής του Ροΐδη. Στο κάτω-κάτω, ο συγκεκριμένος σχολιογράφος διέθετε τόσα άλλα προσόντα που αντιστάθμιζαν την (κάποια) χιουμοριστική έλλειψη. Πέραν αυτού, όμως, εξ επόψεως εμπορικής, ο άτεγκτος κανονάρχης καλά έκαμε και ακολούθησε τον δρόμο που ακολούθησε. Γιατί το κοινό στο οποίο και απευθύνθηκε, το σεπτό μέσο Ελληνικό κοινό, προς το εγγλέζικο χιούμορ σαν να τρέφει (μιαν απολύτως ευεξήγητη) αλλεργία. Κι ο δημοσιολόγος Νίκος Δήμου επιθύμησε (μιαν απολύτως ευεξήγητη) απεύθυνση στο πλατύ κοινό.


Σαν να μην έφταναν, πάντως, όλα τα προαναφερθέντα δυσάρεστα, μια ακόμη ενόχληση αύξαινε, μέρα που ’ταν, τη δυσθυμία του (θεωρούμενου ως) grumpy old man. Οι άνθρωποι  συνέχιζαν να εορτάζουν τον Άγιο Βασίλη! Ναι, όσο κι αν φάνταζε απίστευτο. Συνέχιζαν να πιστεύουν σε κάτι ανύπαρκτο! Ο απόστολος της Αλήθειας (της μίας και μοναδικής Αλήθειας, της Αλήθειας της σωστής), με όχημα τον ορθό λόγο και καύσιμο την κοινή λογική, επιθυμούσε να οδηγήσει τον κοσμάκη στο συναρπαστικό ταξίδι του ρασιοναλισμού. Με στόχο την αφύπνιση από τον λήθαργο της πλάνης, τη δραπέτευση από τις ψευδαισθήσεις των μύθων, την αποδέσμευση από τις αλυσίδες του ψέματος. Άλλως πως, να τον διαφωτίσει. Έτσι όπως μόνο ο Νίκος Δήμου ήξερε. Και ο λαός, με τη σειρά του, να τον χειροκροτήσει. Να του αναγνωρίσει γιατί όχι;– την πρωτοκαθεδρία. Τον ρόλο του καθοδηγητή που τολμά και ξεστομίζει αλήθειες· αλήθειες που δύσκολα ακούγονται.


Οι άνθρωποι, όμως, είχαν διαφορετική γνώμη. «Δεν θέλουμε τον μουρτζούφλη τον Νίκο Δήμου! Μακριά από αυτόν τον κουραστικό, ανυπόφορο άνθρωπο! Μακριά κι αλάργα! Τον Άγιο Βασίλη θέλουμε! Άσε μας βρε Νίκο Δήμου να χαρούμε μια στάλα! Παράτα μας μωρέ ξερόλα γκρινιάρη με τη μίζερη τετράγωνη λογική σου, να χαρείς!» φώναζαν στενοκέφαλα. Απαιτώντας από τον λογικοκρατούμενο σχολιογράφο να τους αφήσει στην ησυχία τους, χωρίς «ξινές συμβουλές» και «γεροντοκορίστικες παραινέσεις», όπως χαρακτήριζαν, σίγουρα με επιπολαιότητα, τις πολύτιμες νουθεσίες του. Και όλα αυτά παρότι μια σχετική δημοσκόπηση του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, προβαλλόμενη πρωί και βράδυ μέσω της συχνότητας του Σκάι από κάποιον αναμαλλιασμένο δόχτορα Ελληνικής κοπής, έδειχνε άλλα αποτελέσματα, με τον λαό μας, σε ποσοστό περίπου 95% (!), να καλοδέχεται ορθολογισμένες προτάσεις κι αντιλήψεις! 


Ο Νίκος Δήμου, όμως, δεν χαμπάριαζε από μαϊμουδέ δημοσκοπήσεις. Γνώριζε, όπως πάντα, την Αλήθεια. Κι έτσι, ως εκφραστής (ίσως και δημιουργός;) του ορθού λόγου και της κοινής λογικής, δεν έτρεφε αυταπάτες. «Δεν ξέρουν οι Έλληνες ποιο είναι το σωστό! Δεν ξέρουν ποιο είναι το καλό τους!» ψιθύρισε χολωμένος, σε ένα ρεσιτάλ οξείας μα δίκαιης κριτικής, ο ορθολογικοτοποθετημένος. Ξαναστοχαζόμενος τη μεγάλη δυστυχία του να είσαι Έλληνας. Κι έτσι, πρωτοχρονιάτικα, αντί να εορτάσει όπως όλοι οι κανονικοί άνθρωποι, οι μη διαφωτισμένοι, να φάει να πιει και να γελάσει, έκαθισε σύννους (και μόνος) στο γραφείο του έχοντας δίπλα του μονάχα ένα ποτήρι νερό, συναισθανόμενος την ανάγκη να επιτελέσει το καθήκον του. Σ’ αυτό το πνεύμα, ο (κατηγορούμενος ως smart-arse) σχολιογράφος, αφού έβαλε στην άκρη μερικά διάσπαρτα χαρτιά με σχεδιάσματα και ιδέες για μελλοντικά άρθρα και βιβλία (Πανωτόκια Ελευθερίας, Ωδή στον Ορθολογισμό, Ένας Αιρετικός Διηγείται, Ορθός Λόγος και Ξερό ΨωμίΟυδείς Προφήτης στον Τόπο τουΗ Οδύσσεια ενός ΟρθολογικούΟ Μοναχικός Πολυπράγμων Ξαναχτυπά), έφερε μπροστά του τον υπολογιστή με σκοπό να γράψει ένα άρθρο-κόλαφο που θα ορθοτομούσε τον λόγο της αληθείας, ένα κείμενο γροθιά στο στομάχι εναντίον της εξοργιστικής αγιοβασιλιάτικης πλάνης, προκειμένου να το αναρτήσει στο blog του nikosdimou.liberalblog.gr. Και άρχισε να πληκτρολογεί με μανία: «Ο Άγιος Βασίλης ΔΕΝ υπάρχει. Του ΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΥ»…

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

Δημήτρης Τάκης: Να γιατί δεν παντρεύομαι!



Ετούτη τη φορά θα πέρναγε τις εορταστικές ημέρες με ανάπαυλα ο ρεπόρτερ Δημήτρης Τάκης. Έτσι είχε αποφασίσει. Και για λόγους ανωτέρας βίας, μιας και το MEGA, όπου δούλευε χρόνια σαν είλωτας, δεν έλεγε να ξανανοίξει για να μας ενημερώσει· αλλά και γιατί τα χρόνια είχαν περάσει και δεν άφηναν περιθώρια για εργασιακές υπερβολές, μιας και η κόπωση βάραινε πλέον καθοριστικά το σώμα του ρεπόρτερ (που είχε πενηνταρίσει πια…). Σχεδίαζε, λοιπόν, να περάσει ήσυχα τις γιορτές απολαμβάνοντας, από τη ζεστασιά του σπιτιού του, το χιόνι που έπεφτε πυκνό. Έτσι, αφού είχε παραδώσει το ρεπορτάζ του στην εφημερίδα Αγορά, αφού είχε παραλάβει την καπαρντίνα του από γνωστό στεγνοκαθαριστήριο του Κέντρου, κι ενώ ετοιμαζόταν να απολαύσει τη σπιτική θαλπωρή ανοίγοντας κι ένα μπουκάλι καλό κρασί (κοκκινέλι) που του είχαν στείλει από την πατρίδα του τα Τρίκαλα (ικανός πια γνώστης του κρασιού ο μπρουμελικός Δημήτρης, αφού ήταν πεπεισμένος πια, μετά από τόσα χρόνια στην πρωτεύουσα, ότι μπον βιβέρ χωρίς καλή γνώση απάνω στο κρασί δεν νοείται), εμφανίστηκε θορυβημένος με όσα άκουσε από συνάδελφό του ρεπόρτερ στην τηλεόραση· θορυβημένος στον υπέρτατο βαθμό – ναι, δεν είχε λόγο να το κρύψει.


Ο πρέσβης μας στη Βραζιλία, Αμοιρίδης, είχε δολοφονηθεί αγρίως από τη γυναίκα του και τον εραστή της! Δεν ήταν μόνο ότι επρόκειτο για διπλωμάτη, κι άρα η υπόθεση βρισκόταν στα επαγγελματικά χωράφια του Δημήτρη. Ήταν και που το ολέθριο γεγονός της πρεσβευτικής απανθρακώσεως τού γέννησε εσώτερους προβληματισμούς – προβληματισμούς καθαρά υπαρξιακούς· προβληματισμούς που είχαν να κάνουν με επιλογές ζωής· προβληματισμούς επάνω στο ζήτημα σύζυγος και γυναίκα. Τη θορύβηση, όμως, διαδέχθηκε η στοχαστικότητα. «Μωρέ καλά κάνω εγώ και δεν παντρεύομαι! Σκέψου να πάθουμε καμιά τέτοια λαχτάρα από κάποια γυναίκα και μετά να μη μπορούμε ούτε καν να δημοσιογραφήσουμε…» είπε, προβληματισμένος, ο Δημήτρης, με μια καθαρότητα σκέψης που εξέπληττε. Κατέβασε, με στυλ, μια διακριτική γουλιά από το εκλεκτό κοκκινέλι Γαρδικίου, κράτησε τη μικρή ποσότητα οίνου μερικά δεύτερα στο στόμα πλαταγίζοντας και τη γλώσσα για να γευτεί το ερυθρόχρουν ποτό σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια, και αποφάνθηκε. «Αυτά έχουν οι γυναίκες! Τέτοιες τρικλοποδιές μπορούν να σου βάλουν από κει που δεν το περιμένεις. Άσε καλύτερα. Χίλιες φορές εργένης!» μονολόγησε χαρωπά ο αέρινος ρεπόρτερ, με μιαν ανακούφιση που έκανε το πρόσωπό του να λάμψει όσο ποτέ άλλοτε.

/σχετικά άρθρα/
Ο έρωτας της Ράνιας Τζίμα ακούει στο όνομα Δημήτρης Τάκης!
Δημήτρης Τάκης: «Μ’ αρέσει ο Κυριάκος!»

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

Γητευτές και γητευμένοι



Η πλανηταρχική γοητεία δοξολογήθηκε δεόντως. Και δικαίως. Το charisma είναι περισσευούμενο. Διαφημισμένο πανταχόθεν. Και «καλημέρα» να διατυπώσει ο δοξολογημένος, το κοινό θα την προσλάβει κεχηνός. Εντοπίζοντας την μοναδικότητα της εκφοράς. Ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Kalispera· με clapping ατελεύτητο. Έχασκε εκστασιασμένη η ελληνική επαρχία. Και δικαιολογημένα. Ο πρωτευουσιάνικος θίασος επισκέφθηκε –επιτέλους– και τo περιφρονημένο χωριό· με τους ταπεινούς χωρικούς του, ντυμένους με τα καλά τους, να θαυμάζουν τον ζεν πρεμιέ που –επιτέλους– τους ετίμησε· λίγο πριν πέσει η αυλαία και περάσει σε νέο ρεπερτόριο. Και ποιος να κακολογήσει τους γοητευμένους; Αφού επρόκειτο περί σταρ διεθνούς βεληνεκούς. Άδικο έχουν που είναι σκασμένοι για θέαμα Broadway, όταν σιτίζονται, μέρα-νύχτα, με Μπουρνελική τροφή από ημεδαπούς τριτοκλασάτους για να κορέσουν την πείνα τους; Όλο με Χατζηχρήστο και Βουτσά θα τη βγάζουμε; Όλο με Βέγγο και Γκιωνάκη; Εμείς οι Έλληνες, επειδή δηλαδή εγκαταβιούμε στην επαρχία, δεν έχουμε ψυχή; Οι (ελάχιστοι) Off-Broadway aficionados σνομπάρουν την υποχρεωτική λατρεία προς τον δημοφιλέστατο πρωταγωνιστή «γιο του κενιάτη μετανάστη» (όπως πληροφορούμεθα στερεοτυπικώς, ώστε o δεσμός να γίνει πιο συναισθηματικός – τουτέστιν πιο ισχυρός), όπως σνομπάρουν οτιδήποτε, γιατί είναι προχωρημένοι κάλπηδες αυτοί, ανίατοι ποζεράδες, και δεν μπορούν ν’ αγαπάνε ούτε τ’ άντερά τους. Οι κανονικοί άνθρωποι, όμως, μακριά από διανοουμενίστικες επιτηδεύσεις, αγάπησαν δυνατά. Γιατί την πολιτική αξιολόγηση την κάνουν με την καρδιά. Όταν μιλά η ψυχή, η ψυχούλα, τα υπόλοιπα παρέλκουν. Ξέρουν ν’ αγαπούν οι αθρώποι με τις ζεστές καρδιές. Εξ ου και ο πάνδημος ενθουσιασμός.


Στο κάτω-κάτω, εάν δεν μπορούμε να επιτύχουμε νίκες πραγματικές, ας καταγάγουμε φαντασιακές, μέσω της ανέκκλητης (και ανεκλάλητης) ταύτισης με τον προικισμένο επισκέπτη. Πουναι και μαύρος και once you know black you’ll never go back. Ή ας τον χλευάσουμε – που, από μια άποψη, είναι το ένα και το αυτό. Ή θα λατρέψουμε ή θα μισήσουμε – μέση οδός δεν υπάρχει σ’ αυτά τα χώματα όπου γεννήθηκε το μέτρο, το συστατικό μιας κληρονομιάς που μπορεί ακόμα και μας ξελασπώνει. Ο πρωταγωνιστής, πάντως, ομολογουμένως, κατείχε την τέχνη της γήτευσης. Τεχνική επάρκεια και knack κινηματογραφικού πρωταγωνιστή που μαγεύει. Και στη σούμα, με την ολοκλήρωση της περιοδείας, απέδειξε ότι έφερε εις πέρας τον ρόλο του επιτυχώς. Μίλησε η πείρα της πολυχρόνιας θητείας στις κεντρικές σκηνές. Βάλε μέσα και το «χάρισμα» and you get the picture. Κίνηση που γοητεύει, αλλά και ομιλία. Ομιλία διανθισμένη, προσφυώς, με όλα τα κολακευτικά στερεότυπα που μιλούν κατ’ ευθείαν στην καρδιά· και με έντεχνη αναφορά στα δικαιώματα του λαού και όχι στις υποχρεώσεις. Για να κατέβει το περιεχόμενο καλύτερα στο στομάχι των γητευεμένων. Στο πνεύμα της εποχής. Κηρύγματα εναντίον του «λαϊκισμού» (συγχεόντάς τον, μάλλον, με τη δημαγωγία) ολούθε. Γιατί δεν στέκεστε, λαοί, στο ύψος των περιστάσεων; Γιατί δεν ακούτε τους νουνεχείς του αντιλαϊκισμού; Οι εκλογείς, όμως, φαίνεται ότι γοητεύονται από τους «λαϊκισμούς» – απ’ όλους τους «λαϊκισμούς». Οι περισσότεροι, από τους παραδοσιακούς «λαϊκισμούς», της ανέξοδης καταγγελίας και του νεολουδιτισμού, με υποσχέσεις για επιστροφή στην ασφάλεια ενός εξιδανικευμένου παρελθόντος ή ταξίδεμα σε μιαν ιδανική Arcadia· οι λιγότεροι (και πιο στιλπνοί), από τους σύγχρονους «λαϊκισμούς» του αντιλαϊκισμού, που εκπροσωπούν, απογαλακτισμένοι από την ψυχωφελή μυθολογία, οι μουεζίνηδες του «ορθού λόγου» και της «κοινής λογικής».


Όσοι, βέβαια, μπορούν και δραπετεύουν από τις αποπνικτικές αίθουσες του ιδεολογικού σχολαρχείου γνωρίζουν –και αναγνωρίζουν αποδραματοποιημένα– ότι ο «λαϊκισμός» απέναντι σε απελπισμένες μάζες, ειδικά σε συνθήκες κρίσης, συνιστά την κατ’ εξοχήν στρατηγική επιρροής και νίκης. Εξ ου και η μαζική καταφυγή (των περίτρομων μπροστά στη θέα του καινούργιου κόσμου) στους (καπάτσους) κομπογιαννίτες της ακροδεξιάς, που προσφέρουν, σε σκοτωμένες τιμές, εθνικιστικά μαντζούνια και «αντισυστημικά» καταπλάσματα. Με τις  προτάσεις για τη λύση του προβλήματος που επινοούν οι ειδήμονες της τετράγωνης λογικής να αρδεύονται από τη θεσμική δεοντολογία και το τεχνοκρατικό κατηχητικό. Και γι’ αυτό να στέλνονται από τις μάζες στον κάλαθο των αχρήστων. Οι άτεγκτοι εγκαλούντες (αλλά, ευτυχώς, χωρίς «λαϊκισμούς»!) φουλάρουν, εκτός σχεδιασμού, με καύσιμο πολλών οκτανίων τις σακαράκες του εθνικισμού· μακριά από την Πολιτική (και την τέχνη της μαζικής γήτευσης που περιφρονείται ως «λαϊκιστική»), αλλά ζωσμένοι με φυσιγγιοθήκες τετράγωνων επιχειρημάτων (μουρμουρίζοντας ακούραστα το σωτήριον mantra περί «μεταρρυθμίσεων»), κι όποιος δεν καταλαβαίνει (ή δεν αποδέχεται, ή αντιλαμβάνεται αλλιώς) τις υψηλόφρονες λύσεις που θέλουν το καλό του, κακό του κεφαλιού του. Άλλωστε, πώς ν’ ακούσει ο σαστισμένος και περιθωριοποιημένος ανθρωπάκος (κυρίαρχος, όμως, εδώ και καιρό, μπροστά στην κάλπη, στο μαζικοδημοκρατικό παιχνίδι της αντιπροσώπευσης), που ζορίζεται με άδειες τσέπες και χωρίς προοπτικές, τις βαρύνουσες θεωρίες περί δημοκρατίας και πλουραλισμού (οπωσδήποτε και αντιλαϊκισμού!), τη στιγμή που, μες στην ανημπόρια του (με όποιαν έννοια κι αν την πάρει κανείς...), αρνείται φοβικά τον καινούργιο κόσμο αναζητώντας, αναμενόμενα, το καθησυχαστικό κουκούλι του έθνους – της οικείας γειτονίτσας, του βολικού καταφύγιου κάθε φοβισμένου, κάθε ηττημένου; Αλλά γιατί δεν στέκονται οι λαοί στο ύψος των περιστάσεων; Γιατί τσινάνε απέναντι στο Ορθόν; Γιατί δεν ακούουν (και υπακούουν) τους ορθολογισμένους γνωρίζοντες; Αυτό είναι το στερεοτυπικό έκμαγμα-απόκριση που βγαίνει από τα σύγχρονα εργαστήρια του (απολιτικώς) κυβερνάν.


Ο χαρισματικός, πάντως, επιστράτευσε άπαντα τα τεχνάσματα της δοκιμασμένης μαστορικής – και στο επίπεδο της ρητορικής. State-of-the-art λόγος μαζικής απεύθυνσης, συγχρόνως και μια ομιλία προς γητευομένους 101, με πικάντικα συστατικά που κάνουν το κοινό να παραληρεί. Ούζο. Σπανακόπιτα. Φουστανέλα. Αντετοκούμπο. Φιλοξενία. Δημοκρατία. Φιλότιμο. Zito i Ellas! (Κι αν σε ορισμένους –ελάχιστους ευτυχώς– θύμισε σε πολλά δημαρχιακούς ή δημοδιδασκαλικούς πανηγυρικούς, ας ανατρέξουν στην επηρεαστική λειτουργία των κλισέ, κι ας λάβουν υπ’ όψιν το impact του παράγοντα «πρόσωπο» που εκφωνεί την scripted από στήθους, και που στα χείλη του μπορεί να μεταρσιωθεί ακόμη και η μεγαλύτερη κοινοτοπία.) Να αντιμετωπίσουμε εδώ και τώρα την post-truth πολιτική (γέλια) με την truth πολιτική (γέλια στο τετράγωνο) του πολιτικά ορθού μας φαντασιακού. Τα μίλησε, πάντως, γοητευτικά ο χαρισματικός (και με στεντόρειο ΟΧΙ στη λιτότητα!). Σε ένα επίπεδο πολιτικής όπου όλα είναι προπαγάνδα, ο γοητευμένος βλέπει (και θαυμάζει) τη φυσικότητα. Applause φρενήρες. Άριστα 10. Η περφόρμανς σαν να έπιασε τόπο. 74% γνώμη θετική οι εκστασιασμένοι χειροκροτητές (το ίδιο ακριβώς ποσοστό που τον Ιούνιο θαύμαζε τον Πούτιν!), «πέφτει στην Ελλάδα ο αντιαμερικανισμός» αποκαλύπτουν οι ενημερωτές. Η διεισδυτικότητα της γοητείας αποδεικνύεται τώρα και στατιστικώς. Αρτισύστατη αμερικανοφροσύνη. Κέρδισε, ο γητευτής με την εντυπωσιακή βιρτουοζιτέ τις καρδιές των γοητευμένων της πλανητικής επαρχίας – λιγωμένων για λίγο θέαμα πρωτευουσιάνικο, της προκοπής. Παραδίδοντας (χωρίς να το συνειδητοποιεί) μαθήματα και ενδοαμερικανικώς (ακόμη και στον ίδιο του τον εαυτό), περί της υπεροχής της soft power – μαθήματα που οι σκληροτράχηλοι σερίφηδες / προστάτες του πλανητικού νόμου μάλλον χρειάζονται επειγόντως.


Κι εμείς τα δικά μας. «Θέλουμε λεφτά!» οι μεν. «Δεν υπάρχουν λεφτόδεντρα!» οι δε. Ο εγχώριος δημόσιος λόγος μοσχοβολά αγνή Ελληνικότητα (που κανείς ξένος δεν μπορεί να μας τη στερήσει). «Να προστατεύσουμε τα "ιερά και τα όσια", την "ιδιοπροσωπία" μας, που επιβουλεύονται ο "νεοφιλελευθερισμός", η "παγκοσμιοποίηση" και η "νέα τάξη πραγμάτων!"» από τη μία. «Μνημόνιο έως το 2100! Βάστα Σόιμπλε!» από την άλλη. Και ποιος μπορεί να αντισταθεί σε μια γοητευτικά καρτουνίστικη απόδοση μιας (υπερσύνθετης) πραγματικότητας; Πρόεδρος Πάκης ικέτης. Να δώσετε, παρακαλούμε, Mr POTUS, λύσεις, το χρέος είναι που μας καίει – ignis fatuus από το Γιου Ες Έι. Γιαννούλιας. Αν ήταν Έλληνας θα ήταν Πανιώνιος. Ήταν πολύ απλός και γοητευτικός. Σφυρίδα. Το κόκκινο χαλί ήταν στραβό. Γλυκό με κάστανα. Δεν τον άφησαν να φάει σουβλάκι στο Μοναστηράκι – οι λεπτομέρειες που πάντα ακολουθούν τους σταρ. Περιήγηση πριβέ – «κατέχει μεγάλη κλασσική παιδεία ο Πρόεδρος!». Τσιτσερόνε Παντερμαλής – γοητευμένος κι ο καθηγητής. Η ανάγκη να θαυμάσουμε, να πιστέψουμε. Ή να μισήσουμε και να ψέξουμε. Ως κάτοχοι της αληθείας, either way.


«Το να σαγηνεύεσαι σημαίνει να εκτρέπεσαι από την αλήθεια σου. Το να σαγηνεύεις σημαίνει να εκτρέπεις τον άλλον από την αλήθεια του» επισημαίνει ο (παρεξηγημένος) φιλόσοφος από τη Reims. Ποιος είναι, άραγε, σε επίπεδο ανταμοιβής, ο πιο δυστυχής; Αυτός που μπορεί και γοητεύεται ή εκείνος που αδυνατεί να γοητευτεί; Όταν ο χαρισματικός γητεύει περίπου σύμπαντα τον κόσμο, γιατί κανείς να επιλέξει τη δραπέτευση από την γοητεία; Γιατί να μείνει ακοινώνητος, έξω από την πάνδημη γιορτή; Παρέα με τους όζοντες προσκόπους του αντιαμερικανισμού, που όμως κι αυτοί, μέσω της αυτοματοποιημένης χλεύης απέναντι στο δαιμονοποιημένο σκιάχτρο, κατασκευάζουν το δικό τους ανήκειν (και θαυμάζειν), τη δική τους γιορτή; Αλλά κι ο γενικώς αρνούμενος (υποτίθεται) να γοητευτεί, γοητευμένος είναι – από τον ίδιο του τον Εαυτό. Παριστάμενος στη γιορτή για έναν. Ταγμένος στη μονωδία. Υποκείμενο και αντικείμενο της γοητείας – ταυτοχρόνως. Όλοι γοητευμένοι, λοιπόν, με τον τρόπο μας, είτε ενσυνειδήτως είτε ανεπιγνώστως. Και το να ρωτούμε κάποιον «εσύ θαυμάζεις;» φαίνεται να ισοδυναμεί με το Πεντζίκειον «εσύ μαλακίζεσαι;» (το οποίο απηύθυνε ο καλλιτέχνης/φαρμακοποιός προς κάποιους δυστυχείς που συναντούσε για πρώτη φορά), αφού η απάντηση πρέπει να θεωρείται δεδομένη, όποια κι αν είναι η συγκυρία, όποιος κι αν είναι ο ερωτώμενος.

/σχετικά άρθρα/
Ο μέγας ομπαμιστής