
Αφού ζητήσουμε συγγνώμη για την ολιγοήμερη απουσία μας στα Λονδίνα (για τις ανάγκες μια μικράς εμφυτεύσεως εις την κορυφή της κεφαλής στην κλινική
Hurlingham) και αφού επιστήσουμε την προσοχή στους απαγωγείς του πλοιοκτήτου
Παναγοπούλου ότι ο συμπαθής ισχυρός άνδρας του εφοπλισμού εκτός από τα φάρμακά του έχει ανάγκη και την βαφή του (συγγνώμη για το κάπως
vulgar αστείο), ας στρέψουμε την προσοχή μας σε έναν θεό της τέχνης της βαψομαλλίασης, τον (κατά δήλωσίν του) «
πάντα δημοσιογράφο» και νυν και αεί πολιτευόμενο
Πάνο Παναγιωτόπουλο. Για τον
Πάνο (ή
Κόκκινο Πάνο, ή
Πανάρα ή
Κοντο-πάνο – λογοπαίγνιο σχετιζόμενο με το ύψος του) θέλαμε να γράψουμε από την πρώτη στιγμή που ξεκινήσαμε αυτή την κοπιώδη προσπάθεια ξεμπροστιάσματος των γραφικών βαψομαλλιάδων. Του άξιζε, όμως, ένα μεγάλο κείμενο˙ εμάς, όμως, μας διακατείχε μια σχετική μουργέλα. Να, τώρα, που οι συνθήκες ωρίμασαν (όπως και ο
Πάνος – δυστυχώς, όμως, εκείνος μόνο ηλικιακά) και έφτασε η ώρα για την δέουσα προσωπογραφία σε έναν Μεγάλο. Την κατανόησή σας, λοιπόν, για το μέγεθος του
profile, αλλά μια φορά γράφουμε για έναν
Πάνο Παναγιωτόπουλο και τα μολύβια παίρνουν φωτιά…
Ο
Πάνος αποτελεί περίπτωση
one of a kind. Προσωπικώς, θεωρούμε ότι αποτελεί μια οιονεί μασκώτ της Ελλάδος (ειδικά στην κατηγορία «πολιτικοί-βαψομαλλιάδες»). Θα λέγαμε, μάλιστα, ότι ο
Πάνος είναι ο «
Mr Ελληνικός Σωματότυπος» [«
το σωματότυπο» (
sic), όπως αναφέρει την λέξη ο "δημοσιογράφος"
Άρης Σπίνος, αλλάζοντας γένος – και αλλάζοντας, γενικώς, την παναγία σε γραμματική και συντακτικό από το
Αποκαλυπτικό Δελτίο του
Extra διαύλου], αλλά εκφράζει και την αντιπροσωπευτική ψυχοδομή του «μέσου» Έλληνος. Βραχύσωμος και μελαχρινός, ως προς την εμφάνιση, αυτάρεσκος, πομπώδης, πείσμων, ξερόλας, δοκησίσοφος, εξυπνάκιας, φανφαρόνος, συμπλεγματικός, ως προς την συμπεριφορά.

Τα δείγματα του χαρακτήρα του ήσαν εμφανή ήδη από τα σχολικά του χρόνια. Η αντιπάθεια που προκαλούσε η ξερολίαση του μικρού
Πάνου ξεπερνούσε κάθε όριο. Οι συμμαθητές του φαίνεται να τον θυμούνται με αισθήματα αποστροφής. Συχνά έπαιρνε τον λόγο από τους συμμαθητές του αυθαίρετα (ήθελε να μιλά μόνο εκείνος και, μάλιστα, ακαταπαύστως), ενώ ένα επιπλέον χαρακτηριστικό του υπήρξε η συνήθειά του να σηκώνει το χέρι στην τάξη για να απαντήσει, επαναλαμβάνοντας απλώς, υπό μορφή συμπιλήματος και δίχως ίχνος πρωτοτυπίας, ό,τι είχαν απαντήσει προηγουμένως άλλοι μαθητές. «
Αφόρητη η εκνευριστική αυτή συνήθεια του Παναγιωτόπουλου», θυμάται παλαιός συμμαθητής του – έμπορος την σήμερον. «
Μου ερχόταν να τον στραγγαλίσω. Πολύ αντιπαθητικός τύπος, από τότε… Πιστεύω ότι διακατεχόταν από έντονα συμπλέγματα μειονεξίας. Είχε μικρό ανάστημα, ήταν άσχημο παιδί και ήταν επίσης εντελώς άτριχος. Ένιωθε μειονεκτικά προσπαθώντας να επιβληθεί μέσω άλλων οδών». Και πράγματι, στα ζητήματα φυσικού κάλλους, ο
Πάνος δεν φάνηκε τυχερός. Ο
Πανάγαθος εστάθη φειδωλός ως προς τα φυσικά χαρίσματα που εδώρισε στον δύσμοιρο
Πάνο, όθεν και το θρυλούμενο αίσθημα μειονεξίας, από το οποίο, προφανώς, προέρχεται το αλαζονικόν και το ανασφαλές του χαρακτήρος του.

Οι τσάτρα-πάτρα γνώσεις που απέκτησε ο
Πάνος κατά την πανεπιστημιακή του εκπαίδευση (σπουδές πολιτικού μηχανικού
και Νομικής
– τι εμπνευσμένος συνδυασμός…), καθώς και η φανερή κλίση του προς τον ακατάσχετο βερμπαλισμό τον οδήγησαν, αναπόφευκτα, στον σεπτό χώρο της δημοσιογραφίας. Ο λογιοτατισμός, η πομπώδης ασημαντολογία και η στραμπουληγμένη γλώσσα που χρησιμοποιούσε (και χρησιμοποιεί) η ελληνική «πολιτική» δημοσιογραφία μίλαγαν στην καρδιά του
Πάνου και στο «πολιτικό ρεπορτάζ» ο αδολέσχης βουλευτής βρήκε το λιμάνι του. Ως πολιτικός συντάκτης, πλέον, ο
Πάνος λιγουρεύτηκε την είσοδο σε ένα μεγάλο πολιτικό τζάκι. Και βρήκε τον τρόπο, μέσω της αγαπημένης κόρης του
Νανά Τσαλδάρη,
Μάουζι. Η μητέρα της,
Πανδώρα, φαίνεται ότι δεν ενέκρινε αυτή τη σχέση, ούτε, βεβαίως, την προοπτική του γάμου. Προόριζε τη θυγατέρα της για κάτι καλύτερο, για κάτι... υψηλότερο (όχι, αναγκαστικώς, ως προς το φυσικό ύψος…). Ο
Νανάς, όμως, δέχτηκε την επιλογή του βλασταριού του και ο γάμος συνετελέσθη. Από εκεί και πέρα, με τις πλάτες του πεθερού του, ο
Πάνος αρχίζει μια τρελή επαγγελματική κούρσα, που του εξασφαλίζει ξέφρενη άνοδο (πάντα με βάση τα ελληνικά δεδομένα και κριτήρια, γιατί αλλιώς…). Εφημερίδες, ραδιόφωνα, περιοδικά, τηλεοράσεις – όλα τα μέσα γνώρισαν την δημοσιογραφική αξία ενός
Πάνου Παναγιωτόπουλου και εκείνος κωλοκάθησε σε πολλές δημοσιογραφικές καρέκλες (πολλές από τις οποίες ξεχαρβάλωσε λόγω του βάρους του, αλλά αυτά παρακάτω…).
Πολιτική: Μια Υπόθεση που θα μπορούσε να είναι μέχρι και Ροκ («
έως και ροκ» – «
το μέχρι είναι χρονικό» – τον διόρθωνε ο διευθυντής του
Αθήνα 9.84,
Γιάννης Τζανετάκος) και
Προφίλ υπήρξαν οι μεγάλοι του δημοσιογραφικοί σταθμοί. Η
Μάουζι φαίνεται ότι πολύ ταλαιπωρήθηκε από αυτόν τον γάμο και τον αυταρχικό χαρακτήρα του
Πάνου (να και πάλι το «
σύνδρομο του Ναπολεόντος» που το έχουμε θίξει με άλλη αφορμή). Τελικά, ο γάμος ελύθη, προ ετών, με την ανακούφιση ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της εύθραυστης
Μάουζι, η οποία βρήκε απάγκιο στη ζεστή αγκαλιά γνωστού κοσμηματοπώλου των Αθηνών.

Δεινός
raconteur (που λέει ο λόγος…), ο φαφλατάς
Πάνος διατείνεται ότι ο θηλυκός πληθυσμός δεν μπορεί να αντισταθεί στη γοητεία του λόγου του (το γνωρίζουν, άραγε, οι γυναίκες;). Ανεζήτησε, λοιπόν, τον έρωτα (και την «αποκατάσταση») αυτή τη φορά στο πρόσωπο της
Αικατερίνης Λαλαούνη, της γνωστής οικογενείας των κοσμηματοπωλών. Πάντοτε επώνυμες και εύπορες οικογένειες βρίσκονταν στο διάβα του
Πάνου. Όλως συμπτωματικώς, χωρίς αμφιβολία… Ο πατήρ
Λαλαούνης, όμως, έθεσε βέτο στην προοπτική γάμου, θεωρώντας τον
Πάνο ως ακατάλληλο για την λατρεμένη κόρη του. Η απόρριψις αυτή συνέτριψε την ψυχή του επηρμένου δημοσιογράφου. Τελικώς, ο γάμος, πράγματι, δεν έλαβε σάρκα και οστά, διελύθη και ο απλούς δεσμός, και έτσι ο
Πάνος έμεινε μπουκάλα…
Ταφόπλακα στην δημοσιογραφική καριέρα του
Πανάρα στάθηκε η γνωστή εκπομπή με τον
Βασίλη Λεβέντη και τις πίτσες στον
ANT1. Ο οιηματίας δημοσιογράφος βρήκε τον μάστορή του στο πρόσωπο του «Προέδρου» και έτσι το επάγγελμα τον εξέβρασε. Πόσο ταιριαστό, ειρωνικό τέλος για τον κομπορρήμονα
Πάνο…

Ακολούθως ενεπλάκη, ένεκα γνωριμιών και «αντιπαροχών», στην πολιτική με το κόμμα της
ΝΔ, χωρίς να αφήσει κάποιο ιδιαίτερο στίγμα, πέρα από τον, χωρίς όρια, βερμπαλισμό. Κορυφαία, κατά τη γνώμη μας, στιγμή του, όταν, σε ανοιχτή συγκέντρωση όπου ομιλούσε, ένα… αυγό ήλθε να προσγειωθεί στο ατσαλάκωτο blazer του
Πάνου, κάνοντας θρύψαλα τον εγωισμό του. Η τηλεοπτική μετάδοση του περιστατικού τον καταρράκωσε… Η αποτυχία του στην πολιτική σφραγίστηκε με την αποπομπή του από την θέση του
Υπουργού Απασχολήσεως κι από τότε δεν μπορεί να σηκώσει κεφάλι…
Και μια που αναφερθήκαμε στο κεφάλι, να επισημάνουμε ότι η τεράστια ανασφάλεια και το σύμπλεγμα μειονεξίας που κατατρύχει τον
Πάνο φαίνεται και από την αντιμετώπιση στο θέμα «μαλλιά». Ήταν πολύ γνωστό ότι ο δημοσιογράφος είχε αποφασίσει να στήσει «
Γραμμή Μαζινό» ως προς την επέλαση των λευκών τριχών. Έτσι, από σχετικά νεαρή ηλικία, ξεκώλωνε στο βάψιμο το τριχωτό της κεφαλής του. Κόβει, μάλιστα, και πολύ κοντές τις φαβορίτες, ώστε να μην φαίνονται λευκές τρίχες (παρ’ όλα αυτά το λευκό είναι εμφανές…). Και όχι μόνον αυτό. Ο αθεόφοβος
Πάνος, καθότι άρχισε να χάνει τρίχες στο εμπρόσθιο κυρίως μέρος της κεφαλής, προχώρησε (παραπάνω από μια φορά) στην απέλπιδα «λύση» της εμφυτεύσεως. Εδώ και χρόνια, η κεφαλή του αποτελεί θέμα γλαφυρού σχολιασμού μεταξύ βουλευτών και δημοσιογράφων, καθιστώντας τον
Πάνο τον περίγελω του κοινοβουλίου… Εκείνος, όμως, επιμένει στη λύση βαφής και «τριχοπροσθέσεως», παρουσιάζοντας κόμη που ομοιάζει με κράνος. Το ψυχολογικό του κενό είναι τεράστιο για να αντιληφθεί το γελοίον του πράγματος…

Ο
Παναγιωτόπουλος είναι δεινός κοσμικός. Κανένα βράδυ δεν κάθεται μέσα να ησυχάσει, να σκεφτεί, να διαβάσει κανένα βιβλίο. Η ανασφάλειά του τον οδηγεί στις κοσμικές λεωφόρους, με σκοπό την αναζήτηση της συνεχούς επιβεβαιώσεως. Ο
Πάνος, όμως, αποτελεί μια ατόφια λαϊκή φλέβα. Κοσμικός Αθηναίος ενθυμείται ότι κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου του 2004, διοργάνωσε, προς τιμήν του πολιτευομένου,
soiree. Η συμφωνική μουσική που έντυνε ηχητικά την εκδήλωση (σε χαμηλή, διακριτική ένταση) δεν άρεσε στον μερακλή
Πάνο, ο οποίος, σε μια έξαρση λαϊκότητος, εζήτησε (κάπως αγενώς και τραμπουκοειδώς είν’ η αλήθεια) από τον ευγενή οικοδεσπότη να αλλάξει τη μουσική. «
Άσε αυτά και βάλε λίγο Μητσάκη» φαίρεται να πρόσταξε ο γίγας της (μικρο) πολιτικής. Σε δυο τρία λεπτά το «
φτωχό κομπολογάκι μου» δονούσε τους τοίχους της καλόγουστης μονοκατοικίας – πράγμα που οδήγησε τον
Πανάρα στο να ρίξει και τις γυροβολιές του κρατώντας το (πανταχού παρόν) χονδρό κιτρινωπό κομπολόι του – το σήμα κατατεθέν του (μαζί με το βαμμένο, εμφυτευμένο μαλλί, βεβαίως)…

Ο Πάνος, όμως, είναι και ένα κινητό τικ. Για τι να πρωτομιλήσει κανείς… Για το φρύδι που πηγαίνει πάνω-κάτω δίκην εμβόλου; Για την χαρακτηριστικότατη κίνηση, όπου με τον δείκτη ή τον μέσο στερεώνει στην μύτη του τα ματογυάλια κάθε τρεις και λίγο; Για το σαγόνι που τινάζεται προς τα έξω; Ή μήπως για το εκνευριστικά επαναλαμβανόμενο χαμόγελο, με το οποίο κλείνει κάθε του λέξη, κάθε του φράση, ανεβάζοντας την πίεσή μας στα ύψη… Επί του θέματος, ο γνωστός
Αποδυτηριάκιας, σε συνέντευξή του στον
Στάθη Ταγκαρουσιάνο, είχε αποφανθεί: «…
Αλλά εκεί (σ.σ. στην TV) έγινε νούμερο ένα ένας Παναγιωτόπουλος
! – ένας άνθρωπος χωρίς άρθρωση, με ένα σωρό τικ… – και να σου λένε ότι αυτό το πολύ σιδερωμένο, πολύ σοβαρό, πολύ αρχιδέ στυλ είναι η καλύτερη εκπομπή. Είναι φοβερό!» (
Ελευθεροτυπία, 31.05.1992).

Έντονες αντιπαραθέσεις έχει προκαλέσει η συζήτηση περί του ύψους του
Πάνου (ή
Κοντο-πάνου). Η καζούρα είχε ξεκινήσει από τα δημοσιογραφικά γραφεία, όπου ο
Πάνος, επί έτη πολλά, έγραφε ιστορία. Αξέχαστες θα μείνουν οι στιγμές κατά τις οποίες ο καυχησιάρης
Πάνος, όποτε ευρίσκετο πλησίον κάποιου υψηλόσωμου ανθρώπου, εσηκώνετο, ανεπαισθήτως, στις μύτες των ποδιών, για να κερδίζει λιγάκι ύψος. Το ίδιο βιολί ακολούθησε και εντός της εθνικής αντιπροσωπείας. Γνωστή είναι, επίσης, η συνήθεια να φορεί υποδήματα με ενισχυμένο τακούνι (κοθόρνους), ώστε να κερδίζει ορισμένους πόντους. Καημένε
Πάνο… Ποιό ακριβώς, όμως, είναι το ύψος του «παγωνάτου» μεσήλικα; Το ζήτημα αυτό απασχόλησε προ διμήνου, στον
Αθήνα 9.84, το εκλεκτό δημοσιογραφικό δίδυμο
Χρήστου Ράπτη και
Γιάννη Κουρτάκη (όχι, εδώ που τα λέμε, ό,τι πιο ψηλό και λυγερόκορμο υπάρχει στον χώρο της δημοσιογραφίας…). Η συζήτηση κατέληξε σε διάσταση απόψεων. Ο κ.
Κουρτάκης απεφάνθη: 1,54 είναι το ύψος του
Πάνου! Αντιθέτως, ο κ.
Ράπτης, πιο γαλαντόμος, του χαρίζει μερικούς πόντους: 1 μέτρο και 63 εκατοστά ακριβώς…

Μόνιμη, τα τελευταία χρόνια, η έγνοια του
Πάνου για το πάχος. Πολλά τα κιλά που έχουν βαρύνει, χρόνο με τον χρόνο, το εύσαρκο κορμί του. Παρά τον αδυσώπητο πόλεμο, όμως, που έχει κηρύξει στο πάχος, ο
Πάνος παραμένει προγάστωρ. Το πάχος κατήγαγε νίκη περίλαμπρη, ρίχνοντας τον λιχούδη πολιτευόμενο στα σχοινιά. Έχει ανέβει 4 νούμερα στο παντελόνι – που να χωρέσει τέτοια μπάκα… Τίποτε, βέβαια, δεν είναι τυχαίο. Ο μισήσας την εκγύμναση
Πανάρας λατρεύει ελαιόλαδο και βούτηρο, το κρέας (καταναλώνει μπόλικο κρέας ο
Πάνος), ενώ από γλυκά, μολονότι «περιποιείται» για τα καλά το παστέλι και το μαντολάτο, έχει τεράστια αδυναμία στις (παχυντικές) πάστες, τις οποίες καταναλώνει ακόρεστα – ειδικά πολύ αργά το βράδυ, όταν επιστρέφει στην οικία του, έπειτα από τις διάσημες κρασοκατανύξεις στα ταβερνεία Αττικής και περιχώρων στα οποία και ξημεροβραδιάζεται…
Διά του προσφάτου ανασχηματισμού, ο
Πάνος εδέχθη ράπισμα ηχηρό. Φτιαγμένος για μεγάλα πράγματα, μα πάντα (κατά φαντασίαν) αδικημένος... Φαίρεται, σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες, να έχασε τις αισθήσεις του, άμα τη ανακοινώσει της συνθέσεως του νέου υπουργικού συμβουλίου, όταν, εναγωνίως πλην ματαίως, μοχθούσε να εντοπίσει το ιστορικό ονοματεπώνυμό του στον κατάλογο των νέων υπουργών. Φευ, δεν υπήρχε. Τελικά τον συνέφεραν με αιθέρα… Άλλωστε, οι πληροφορίες λέγουν ότι ο Πρωθυπουργός μας τον αντιπαθεί σφόδρα (αυτόν και τον
Δημητράκη Αβραμόπουλο).
Πάνος Παναγιωτόπουλος: άνευ υπουργικής καθέκλας, βραχύσωμος, εύσαρκος, ασχημούλης, αντιπαθητικός, καυχησιάρης, με εμφανή ίχνη λογιοτατισμού, χωρατατζής (χωρίς, όμως, αίσθηση του χιούμορ), διακοψίας (δεν αφήνει κανέναν να σταυρώσει κουβέντα) – δηλαδή ένας μεγάλος εκνευριστικός. Παρά τις απανωτές φάπες που έχει εισπράξει στην προσωπική, επαγγελματική και πολιτική του διαδρομή, Ο κομπαστής
Πάνος διαδίδει ότι δεν έχει πει ακόμη την τελευταία του λέξη… Ο συμπαθής, μέσα στην προβληματικότητά του, αλλά, ουσιαστικά, αντιπαθητικός και αξιοθρήνητος προσθετάκιας-βαψομαλλιάς είναι αποφασισμένος να δίνει συνεχώς το «παρών» στα δημόσια πράγματα˙ προς τέρψιν όλων ημών των υπολοίπων…