Sunday, June 19, 2011

ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΟΥΣ VAPSOMALLIADES. Χρήστος Γιανναράς: Τα βαμμένα μαλλιά είναι πιθηκισμός και εκβαρβαρισμός!


Κλείνουμε το αφιέρωμά μας στα βαμμένα μαλλιά (χρειαζόμαστε μπάνια και στα λουτρά του Σμοκόβου δεν είναι εύκολη η πρόσβαση στο internet…) με τις απόψεις ενός διανοουμένου, ο οποίος είναι σε θέση να αναλύσει  με έναν διαφορετικό, οπωσδήποτε ανώτερο, τρόπο την επονείδιστη συνήθεια πολλών ανδρών να βάφουν τα μαλλιά τους ή να καλύπτουν πονηρά την φαλάκρα τους. Ο Χρήστος Γιανναράς, πραγματικός χείμαρρος, έχει πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα να πει. Δείχνει το ζήτημα των κουτοπόνηρων επινοήσεων της κόμης να τον πονάει βαθιά. Και δεν χαρίζεται σε κανέναν – όπως το συνηθίζει άλλωστε. Με γλώσσα πύρινη αλλά συνάμα και μεστή, με λέξεις και φράσεις πρωτότυπες που πρώτη φορά φτάνουν στ’ αυτιά μας, θέτει το ζήτημα των βαμμένων μαλλιών στις πραγματικές του διαστάσεις και εξακοντίζει τα «πυρά» του προς όλες τις κατευθύνσεις…

 

Κύριε Γιανναρά, τι είναι για σας τα ανδρικά βαμμένα μαλλιά;

Τα βαμμένα μαλλιά είναι μιμητισμός κενός, πιθηκισμός έκδηλος,  εκβαρβαρισμός απόλυτος! Το βαμμένο μαλλί αποτελεί εγκύστωμα παρακμής εφιαλτικής. Το πλαίσιο που νοηματοδοτεί την επιθυμία ενός άνδρα που βάφει τα μαλλιά του είναι τα μεταπρατικά ιδεολογήματα της Δύσης. Ο κούφος μιμητισμός, ο παρακμιακός φενακισμός, η εγκληματική φρεναπάτη ότι ο χρόνος μπορεί ανέξοδα να παραταθεί.



 

Δηλαδή, αν καταλαβαίνω καλά, το βαμμένο μαλλί, κατά τη γνώμη σας, συνιστά σύμπτωμα γενικευμένης παρακμής;

Ακριβώς. Το βαμμένο μαλλί δηλοί, ως φυσιογνωμική εκφραστική, υπαρκτικό αδιέξοδο. Ευτέλεια, αλογία και αγλωσσία. Καταδεικνύει ζωή κενή νοήματος. Ο άνθρωπος που βάφει τα μαλλιά του στερείται της σχέσης με την αρχοντιά του ανθρώπου που ψηλαφεί νόημα κατ’ αλήθειαν βίου. 


Τι θα απαντούσατε σε εκείνους τους βαψομαλλιάδες που υποστηρίζουν ότι το να βάφουν τα μαλλιά τους αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμά τους;

Θα τους παρέπεμπα στο βιβλίο μου «Η Απανθρωπία του Δικαιώματος». Η ζωή είναι άθλημα υπαρκτικό. Η ύπαρξη είναι τάνυσμα στόχευσης στο πάντοτε απλήρωτο πλήρωμα της ζωής ως σχέσης. Ο βαψομαλλιάς, ον ολίγιστο, αηδιαστικά εγωκεντρικό, ολοκληρωτικά αλλοτριωμένο, κομίζει το απόλυτο τίποτα στο άθλημα της σχέσης.

 

Στη χώρα μας ειδικά έχουμε πολλούς που βάφουν τα μαλλιά τους. Τι οδηγεί κάποιον στην απονενοημένη επιλογή του βαψίματος των μαλλιών;

Η πασοκική λοιμική του Ελλαδέξ. Η σοσιαλεπώνυμη απάτη. Η ανεπίγνωστη αδυναμία ψηλάφησης νοήματος της όντως υπάρξεως. Η αδυναμία ταύτισης του κοινωνείν με το αληθεύειν.

 

Με κριτήρια ψυχολογικά και ανθρωπολογικά, πώς μπορούμε να περιγράψουμε τους βαψομαλλιάδες, τους περουκοφόρους, τους εμφυτευματίες και άλλες συμπαθείς κατηγορίες συνανθρώπων μας, οι οποίοι κλέβουν χρόνο που δεν τους ανήκει;

Οι μικρονοϊκές επινοήσεις της κόμης αποτελούν κατάντιας δείγμα θλιβερό, πλήγμα καίριο στον κοινωνιοκεντρικό χαρακτήρα του αληθώς ζην. Το βαμμένο μαλλί είναι ανήμπορο να κομίσει πρόταση νοήματος γόνιμη. Αποτελεί δείγμα επαίσχυντο διεθνιστικού μηδενισμού, μεταπρατικού «εκσυγχρονισμού», πασοκικού αμοραλισμού. Στερείται ψηλάφησης νοήματος. Είναι δείγμα απόλυτο μετριότητας προκλητικής, κατάντιας ολικής, ανεπάρκειας εκκωφαντικής. Καταδεικνύει ψυχικά υστερήματα κραυγαλέα. Ο άνθρωπος που βάφει το μαλλί του δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ολιγόστροφος, εθελόδουλος και εθελότυφλος. Ένας άνθρωπος σπιθαμιαίου αναστήματος, ολικά ανεπαρκής στο να συναντηθεί με το ανεπίγνωστο δώρημα της φαλάκρας, την αρχοντιά, το καύχημα των γκρίζων μαλλιών. 

 

Και η λύση; Υπάρχει λύση; Είστε αισιόδοξος, όταν υπάρχουν τόσοι Έλληνες που βάφουν τα μαλλιά τους;

Μόνο με μια ασυμβίβαστα κοινωνιοκεντρική πρόταση, μόνο με προσήλωση απόλυτη στην ανθρώπινη ποιότητα, θα ξεφύγουμε από την λοιμική των βαμμένων μαλλιών, από τον αισθητικό μεταπρατισμό του μαλλιού «κληματαριά», από την παρακμή και την σοσιαλεπώνυμη απάτη της περούκας. Μόνον η συμμετοχή στο άθλημα της σχέσης με το γκρίζο και αραιό μαλλί θα αποτελέσει σάρκωμα σκέψης γόνιμης, αφετηρία ρεαλιστικής νεκρεγερσίας του Ελληνισμού. Να κομίσουμε κριτήρια ποιότητας μαλλιού, ώστε να αληθεύει ο βίος. Με εμπειρικές ψηλαφήσεις ποιότητας ζωής. Με σκέψη γόνιμη, μακριά από μπογιές και περούκες. Προσωπικά, αρνούμαι να υποκύψω στους «ψυχολογισμούς», στις ψυχολογικές ψευδαισθήσεις και εκτονώσεις που κομίζει η βολική «αισιοδοξία» για περιορισμό της συνήθειας της βαφής. Ποια ελπίδα να έχει κανείς με τέτοια κατρακύλα ιλιγγιώδη, με τέτοια καυχησιολογία κραυγαλέα, με τόσους βαψομαλλιάδες; Η πραγματικότητα των βαμμένων μαλλιών δεν μπορεί παρά να οδηγεί στον απελπισμό. Finis Graeciae! Τουπίκλην!


Το γεύμα με τον κ. Γιανναρά πραγματοποιήθηκε στο ψητοπωλείο-οβελιστήριο «Η Λειβαδιά», Γλάδστωνος 7, στο κέντρο της Αθήνας. Το κλίμα ζεστό, φιλικό, με κόσμο αυθεντικά λαϊκό γύρω-τριγύρω. Απολαύσαμε από ένα σουβλάκι-καλαμάκι χοιρινό και μία πατάτες στη μέση. Το ψωμί προσφορά του καταστήματος. Ήπιαμε νερό. Οι τιμές λογικότατες. Ο λογαριασμός ανήλθε στο ποσό των 4,40 ευρώ.

Saturday, June 18, 2011

Reshuffle special: Η ώρα του Παντελή…



Η Πέμπτη 16 Ιουνίου δεν ήταν σαν μια οποιαδήποτε ημέρα… Γιατί ο Οικονόμου Παντελής είχε ήδη λάβει τα μηνύματά του. Στον επερχόμενο ανασχηματισμό μπορεί και να έμπαινε στην κυβέρνηση! Ένα όνειρο ζωής ίσως να γινόταν πραγματικότητα – για τον Παντελή και την Ελλάδα. Από τα ξημερώματα της Πέμπτης, ο εκνευρισμός του Παντελή ήταν έκδηλος. Θα πήγαιναν όλα καλά ή στο τέλος κάτι θα σκάλωνε, ως συνήθως, και η αποτυχία θα χτύπαγε, για μια ακόμη φορά, με γδούπο, την πόρτα του φιλόδοξου πολιτευόμενου; Ο Παντελής ήθελε να γίνει ισχυρός, πολύ ισχυρός. Και πίστευε ότι διέθετε τα κατάλληλα όπλα. «Τα όπλα θα μας κάνουν ισχυρούς· το βούτυρο θα μας κάνει απλώς χονδρούς», έλεγε ο στρατάρχης Hermann Göring. Ο Παντελής, όμως, είχε στο δισάκι του και όπλα – πολιτικά όπλα – σπουδαία (λόγο, γνώση, κύρος – κυρίως το τελευταίο), αλλά και βούτυρο – εξ ου και το τόσο πάχος και λίπος που συσσώρευσε τα τελευταία χρόνια (ειδικά στο στομάχι, στο στήθος και στην περιφέρεια). Ολόκληρη την Πέμπτη ο Παντελής ήταν στο τηλέφωνο. Θα γινόταν τελικά υπουργός; Πληροφορίες, εκτιμήσεις, φόβοι μήπως μια καραμπόλα θα τον έβγαζε, όπως τόσες και τόσες φορές, εκτός πλάνων. Γιατί είχε αποτύχει πάμπολες φορές στην πολιτική του πορεία (ας αφήσουμε την προσωπική) ο Παντελής. Πίστευε, όμως, ότι τώρα ίσως να ήλθε, επιτέλους, η ώρα του…

 

Η Πέμπτη κύλαγε, αργά, βασανιστικά για τον Παντελή. Πολλοί παρατήρησαν την ημέρα εκείνη έναν αφηρημένο Παντελή. Έναν Παντελή κλεισμένο στις σκέψεις του, αναμετρώμενο – νοερώς για την ώρα – με το βάρος από την συνειδητοποίηση των ιστορικών του ευθυνών. Σκέψεις… Σκέψεις πολλές γέμιζαν το κεφάλι – αυτό το τεράστιο παραλληλόγραμμο κεφάλι – του βορειοηπειρώτη πολιτευόμενου. Αν γινόταν τελικά υπουργός, πώς θα τα έβγαζε πέρα με τις βαρύγδουπες αντιμνημονιακές του δηλώσεις; («Να βγούμε από το Μνημόνιο μια ώρα αρχύτερα: γίνεται!»)

 

Το βράδυ, στο ζεστό σπιτικό του, ο Παντελής δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Μέχρι που έλαβε τηλεφώνημα. Θα γινόταν τελικά υπουργός! Αναπληρωματικός υπουργός βέβαια, αλλά πάντως υπουργός. Το όνειρο ζωής θα γινόταν πραγματικότητα! Από εκείνη τη στιγμή ήδη, οι ευθύνες έδειχναν να βαραίνουν κι άλλο τον ήδη υπέρβαρο πολιτευτή. Τις προχωρημένες εκείνες ώρες ο Παντελής ένιωσε όπως δεν είχε ποτέ άλλοτε νιώσει. Έκανε στη σύζυγό του έναν έρωτα  δυνατό, απεγνωσμένο – έναν έρωτα ελληνικό· έναν έρωτα εκτονωτικό, με πρωτόγνωρη ένταση, σαν να μην υπήρχε αύριο. «Είχα καιρό να σε δω έτσι Παντελή…», θα του ψιθυρίσει. Ο Παντελής κατηύθυνε με αποφασιστικότητα (και ίσως κάποια αυταρέσκεια) τη ματιά του και το χέρι του κάτω από το ύψος του αφαλού, κάνοντας μια στερεωτική κίνηση αυτοπεποίθησης. Η υπερένταση  δεν τον άφηνε να κλείσει μάτι. Σκεφτόταν τον εαυτό του υπουργό – έστω και αναπληρωτή. Βγήκε στο μπαλκόνι. Ο σοσιαλιστής Παντελής, σε ραντεβού με το πεπρωμένο του, κοίταξε το φεγγάρι. Όχι τυχαία, το έβλεπε πράσινο. «Ένα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο, που λάμπει μες στη νύχτα – τίποτ’ άλλο» (για να θυμηθούμε και τον Λαπαθιώτη). Ο ύπνος έκλεισε τα βλέφαρα του Παντελή μόλις τις πρώτες πρωινές ώρες – για λίγα μόλις λεπτά. Σαν ελατήριο πετάχτηκε από το κρεβάτι, γύρω στις 5 το πρωί, ο μέλλων αναπληρωματικός υπουργός, συναισθανόμενος την κρισιμότητα των στιγμών, το βάρος της ευθύνης. Ζήτησε αποφασιστικά από τη σύζυγό του να τον ετοιμάσει για την μεγάλη αναμέτρηση με την Ιστορία: «Ειρήνη, φέρε μου το μπλε κοστούμι το καλό, το γαλάζιο πουκάμισο το καινούριο κι εκείνη τη μπλε ελεκτρίκ γραβάτα την επίσημη. Και που’ σαι. Κι ένα σώβρακο. Καθαρό». 

 

Τόσος κόπος, τόση γελοιοποίηση, τόσος εξευτελισμός (συνήθως απαραίτητα όλα αυτά στην πολιτική) έπιανε επιτέλους τόπο. Ο Παντελής, από χαμηλής εμβέλειας πολιτευτής, θαμών περιθωριακών τηλεοπτικών καναλιών και γυρολόγος διαφόρων γραφείων επιχειρηματιών για οικονομική στήριξη (χαρτζιλικάκι), γινόταν υπουργός. Ένα όνειρο ζωής ελάμβανε σάρκα και οστά. Το ρολόι της Ιστορίας έδειχνε ώρα Παντελή! 

 

Αφού πλύθηκε, ντύθηκε και καθάρισε τα’ αυτιά του (πολύ κερί πάνω στις μπατονέτες), τηλεφώνησε, για να μεταφέρει τα χαρμόσυνα νέα, στην Βάσω Τσόνογλου, την αχώριστη σύντροφό του στη βουλή. «Σαν έτοιμος από καιρό» ο Παντελής κατευθύνθηκε προς το Προεδρικό Μέγαρο για την ορκωμοσία, κάνοντας σκέψεις και σχεδιασμούς για τις πρώτες δηλώσεις του, για το πόσο αγέρωχα θα βάδιζε μπροστά στις κάμερες, για τις δέουσες πόζες… Στη Βουλή περίμενε με υπομονή τη σειρά του για να προβεί σε δηλώσεις ενώπιον των καμερών. Ο Παντελής, με χαμόγελο μέχρι τα αυτιά και υπερκινητικός σαν να τον γαργαλάνε σε ευαίσθητα μέρη, σόλαρε μπροστά στις κάμερες, στιγματισμένος, όμως, από ένα ασυγχώρητο αισθητικό και επικοινωνιακό faux pas: προέβη στις βαρυσήμαντες δηλώσεις του φορώντας, με υπέροχα κουτσαβακίστικο στυλ, μαύρα γυαλιά ηλίου (Ray-Ban), προσθέτοντας έτσι (ακόμη) μία έντονη πινελιά γραφικότητας στο όλο, ήδη γραφικότατο, θέαμα. 

 

Οι δημοσιογράφοι και το κοινό που παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα τις δηλώσεις του αναπληρωματικού υπουργού Παντελή από τις οθόνες είδαν, εξ επόψεως ουσίας, μια από τα ίδια – τον γνωστό και αναλλοίωτο Παντελή, τον ίδιο ελαφρύ και αμετροεπή Παντελή που γνώριζαν εδώ και χρόνια. Οι πιο παρατηρητικοί, όμως, διέκριναν μια ανεπαίσθητη αλλά ουσιαστική διαφορά – όχι στον λόγο, αλλά στην εμφάνιση του νέου αναπληρωματικού υπουργού. Η εδώ και χρόνια πλέον σχεδόν πάλλευκη κόμη του Παντελή είχε παραχωρήσει τη θέση της σε μια ζωηρή στακτόχρουν κόμη (γκρι αρζάν)!  Πράγμα που αποδεικνύει ότι, και κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης με την Ιστορία, ακόμα και μεγάλα ζώα, πολιτικά ζώα, σαν τον Παντελή, μπορούν και διατηρούν τις μικρές ανθρώπινες αδυναμίες τους…

 Παντελής πριν...


Παντελής μετά...

Monday, May 2, 2011

Gene Keady: το προπονητικό βαψιμο (ή οι περιπέτειες του Vapsomallia στην Αμερική)…



Δεν πάει πολύς καιρός από εκείνη την καθοριστική οικογενειακή συζήτηση. Μόλις που είχα αποφοιτήσει από το σχολείο, και στο οικογενειακό τραπέζι – το οικογενειακό τραπέζι με την περίσσια ελληνική ζεστασιά – τα λόγια του πατέρα μου ακουστήκαν δυνατά σαν καμπάνα: «Κάτι πρέπει να κάνεις παιδί μου τώρα με τη ζωή σου. Πρέπει να βρεις ένα σκοπό, ένα επάγγελμα. Να γίνεις σωστός νοικοκύρης, καλός οικογενειάρχης, τίμιος δουλευτής». «Τίμιος βουλευτής; Πώς είναι δυνατόν; Άσε που είμαι ακόμα και τόσο μικρός…» αναρωτήθηκα – είχε, βλέπετε, φτάσει λιγάκι λάθος στ’ αυτιά μου η πατρική προτροπή…

  

Δεν ήμουν, πάντως, έτοιμος ακόμα να πάρω τη ζωή στα σοβαρά. Αυτό ήταν σίγουρο. Επιθυμούσα αμεριμνησία και  βασικός μου στόχος φαινόταν ο στόχος της ακηδίας. Η μητέρα μου μού προσέθεσε μια κουταλιά αχνιστή σούπα στο πιάτο και στεκόταν αμίλητη, σκεπτική, με κατεβασμένο κεφάλι. Ήταν πια φανερό: παρά τους δικούς μου σχεδιασμούς, η ώρα της άνδρωσης και της ωρίμανσης είχε φτάσει. Η αμεριμνησία έφευγε ανεπιστρεπτί. «Μια καλή λύση», συνέχισε ο πατέρας μου «θα ήταν να γίνεις εργοδηγός…». Δεν είχα ξανακούσει αυτό το επάγγελμα. «Πατέρας, όμως, είναι, κάτι παραπάνω θα ξέρει», μονολόγησα. «…Τίμια και καλή δουλειά. Θα βγαίνει το μεροκάματο. Μια άλλη λύση θα ήταν να γίνεις προπονητής. Προπονητής του μπάσκετ!», είπε ο πατέρας μου, όταν, μετά την πρόταση για καριέρα εργοδηγού, δεν διέκρινε ζωγραφισμένο στο παιδικό μου πρόσωπο την έκφραση του ενθουσιασμού και της προσμονής. Δεν είχα, πάντως, καμιά σχέση με το μπάσκετ. Η παλαιά μόδα με Γκάλη, Γιαννάκη κλπ. μου προκαλούσε πάντα αναγούλα (όπως και όλες οι μόδες, άλλωστε). Είχα, επίσης, κατά έναν περίεργο τρόπο, συνδέσει το μπάσκετ με τον καλαθοσφαιριστή και μετέπειτα προπονητή Στηβ Γιατζόγλου (το «λιοντάρι») και ειδικά με την φράση κλισέ, με την οποία κάθε τρεις και λίγο διάνθιζε το λόγο του σε δηλώσεις και συνεντεύξεις, το περίφημο «μπως να σα το μπω» (πως να σας το πω). Το μπάσκετ για μένα ήταν σφιχταγκαλιασμένο με τη γραφικότητα. Το ύφος του πατέρα μου, όμως, δεν άφηνε πολλά περιθώρια για αντιρρήσεις…


Ούτε μια βδομάδα δεν είχε περάσει από εκείνο το καθοριστικό οικογενειακό τραπέζι, και να που ήμουν στο αεροδρόμιο πια, με προορισμό την Αμερική! Θα πήγαινα να δοκιμάσω την τύχη μου στην μεγάλη «γη των ευκαιριών». Θα μπορούσα, άραγε, να  τα καταφέρω;  Θα γινόμουν μια μέρα προπονητής; Ποιος ξέρει… Γερός στόχος. Το δίχως άλλο, δύσκολος. Δεν είχα απομακρυνθεί ποτέ από την οικογενειακή εστία (ακόμα παραμένει το μοναδικό μου ταξίδι στο εξωτερικό), αν εξαιρέσει κανείς μερικές κοντινές εκδρομούλες που είχα κάνει σε αργίες και εορτές με το οικογενειακό σεντάν, με όλα τα μέλη της οικογένειας να σιγοτραγουδούμε με φωνές καθάριες μελωδίες που ακούγαμε από το ραδιόφωνο – τραγούδια που έμοιαζαν, θαρρείς, με τιτιβίσματα πουλιών! Η μικρή μου βαλίτσα δεν περιέχει πολλά πράγματα. «Θα αγοράσεις πράγματα και από την Αμερική. Είναι φθηνά εκεί. Πίστεψέ με…», μου είπε με σιγουριά ο πατέρας μου, ενώ η μητέρα μου έγνεψε καταφατικά. Το φιλί αποχαιρετισμού της μάνας, πριν περάσω στο στάδιο ελέγχου και επιβίβασης, με έκανε να στρέψω απότομα το πρόσωπο και να κρύψω ένα καυτό δάκρυ που χάραξε το μάγουλό μου! Το σφούγγισα, έσφιξα τα δόντια και προχώρησα αποφασιστικά. Ήταν όλα κανονισμένα. Θα πήγαινα στην Αμερική! Κατ’ αρχάς στην Αστόρια, που υπάρχουν και πολλοί έλληνες. Θα έμενα για λίγο σε έναν θείο μου, τον θείο Τεντ, ο οποίος θα με σύστηνε σε έναν καλό προπονητή του μπάσκετ, αμερικάνο, ονόματι Gene Keady (δεν τον είχα ξανακούσει ποτέ στη ζωή μου).


Εκεί, αν είχα θέληση, ταλέντο, και – πάνω απ’ όλα – εργατικότητα, θα μπορούσα να μάθω την τέχνη της προπονητικής του μπάσκετ, ώστε να μπορέσω μια μέρα να βγάζω τίμια το ψωμί μου. Και μετά… Αχ, και μετά… Θα μπορούσα να κατακτήσω μια μέρα ίσως και ολόκληρη την Αμερική! Ποιος να ξέρει τι κρύβει το μέλλον…


Δεν είχα ξαναμπεί σε αεροπλάνο και είσοδός μου σ’ αυτό με γέμισε έκπληξη. Η ζωή μου θα έπαιρνε, εφεξής, μια ολότελα διαφορετική τροπή· θα άνοιγα ένα παράθυρο στο νέο (όπως θα λέμε και στη λογοτεχνία)... Το σιδερένιο αυτό ιπτάμενο πουλί θα με πήγαινε ένα τόσο μακρινό ταξίδι; Θα μπορούσε; Με συμβούλευσαν να μην φοβάμαι. Θα ήμουν ασφαλής εκεί πάνω, μου είπαν. Ο πατέρας μου είχε προνοήσει και μου είχε κλείσει στο check-in θέση δίπλα στο παράθυρο! Να βλέπω έξω! Πόσα πράγματα δεν είδα μέσα απ’ αυτό το παράθυρο! Το βλέμμα μου κοιτούσε το πτερύγιο του αεροσκάφους και μετά, μέσα από τα σύννεφα, κατευθυνόταν προς το άπειρο! Ήμασταν μόνο εμείς και ο ουρανός! Ούτε ένα πτηνό δεν διέκρινα να πετάει δίπλα μας! Άσε τα μικρά πουλιά – χελιδόνια, σπουργίτια, τρυγόνια κλπ. Αλλά ούτε ένα γεράκι; Ούτε ένας κόνδορας;  Πρέπει να τα τρόμαζε ο θόρυβος, υπέθεσα... Οι τουρμπίνες... Ίσως να έκαναν πέρα και λόγω φόβου από το τεράστιο μεγέθος του σιδερένιου πουλιού. Ποιος ξέρει… Εκεί μέσα, πάντως, κατάλαβα για πρώτη φορά την απεραντοσύνη του κόσμου κι ένιωσα το πνεύμα της θεϊκής δημιουργίας!


Το ταξίδι για την Αμερική είναι μακρύ και κουραστικό – μπορώ να το βεβαιώσω αυτό. Πρέπει να ξέρετε ότι  η Αμερική βρίσκεται μακριά. Πολύ μακριά!  Σταθμός μου η Νέα Υόρκη, το κέντρο του κόσμου. Με το που βγαίνω από το αεροδρόμιο και πατάω το πόδι μου στο «Big Apple» (αυτό μου είπαν ότι είναι το «παρατσούκλι» της Νέας Υόρκης) «όλα μοιάζουν μαγικά …και αμερικανικά» (όπως τραγουδούσε κάποτε και ο Γιάννης Μαρκόπουλος...). Και μεγάλα, πολύ μεγάλα! Η Αμερική – και θέλω να με πιστέψετε – είναι μια αχανής χώρα! Πραγματικά τεράστια! Η κούρσα του συγγενή μου του Θανάση του Σαλταπίδα που με περίμενε, θα με πήγαινε στην Αστόρια. Στο πρόγραμμα, όμως, υπήρχε πρώτα μια μίνι περιήγηση στις ομορφιές της Νέας Υόρκης: κυρίως Empire State Building και Άγαλμα της Ελευθερίας. Τράβηξα και φωτογραφίες! Μπροστά από τα σπουδαία αυτά μνημεία. Πόσο όμορφα ένιωθα! Και κόσμος – κόσμος πολύς! Η Ν. Υόρκη είναι γεμάτη κόσμο! Δεν μπορείτε να πιστέψετε πόσος κόσμος κινείται στην Ν. Υόρκη! Μετά, κατεύθυνση για Αστόρια, όπου θα γινόταν η κρίσιμη για το μέλλον μου συνάντηση...


Και να που φτάσαμε! Μέσα σε λίγη μόνο ώρα από την άφιξή μου στην Αμερική, μύρισα Ελλάδα! Πόση Ελλάδα μπορούσε να χωρέσει σε αυτή την σχετικά μικρή περιοχή! Παντού σημαίες ελληνικές, ονόματα ελληνικά, αλλά και γνωστά σύμβολα της πατρίδας. Προορισμός μας το εστιατόριο (η «ντάινα», όπως το λένε εδώ) Mr. Gyros.

 

Εκεί θα συναντήσω τον θείο Τεντ και τον αμερικάνο φίλο του, τον προπονητή κ. Keady – τον μέλλοντα δάσκαλό μου! Έχω αγωνία. Θα κάνω άραγε καλή εντύπωση; Δεν έχω προλάβει να φορέσω και τα καλά μου και αυτό με κάνει λιγάκι ανήσυχο. Με το που φτάνω, όμως, όλοι οι προβληματισμοί πάνε περίπατο. Με πόση εγκαρδιότητα με δέχονται ο θείος Τεντ και ο κ. Keady!

 

Ο πάγος σπάει όταν ο ευγενέστατος προπονητής με κοιτάει χαμογελαστός, με χαϊδεύει πατρικά στο κεφάλι και με καθησυχάζει: «Εδώ, my boy, είναι η χώρα των ευκαιριών. Αν αξίζεις, θα πας μπροστά. Εδώ κανένας καλός δε χάνεται…», μου λέει μια κάποια υποψία αυταρέσκειας. Ο γύρος – το αγαπημένο μου φαγητό –  έρχεται σε μεγάλες μερίδες (όλα είναι μεγάλα στην Αμερική). Είναι πολύ ζουμερός και νόστιμος.


Η συζήτηση γίνεται κυρίως στα αμερικάνικα. Ο θείος Τεντ και ο φίλος του ο Θανάσης που με έφερε στο εστιατόριο λένε που και που και καμιά ελληνική λέξη, αλλά με έντονα αμερικάνικο αξάν. Παρατηρώ τον προπονητή κ. Keady. Τεράστιος άνθρωπος. Τεράστιος σε σωματικές διαστάσεις. Αλλά τεράστιος και σε καλοσύνη και εγκαρδιότητα. Νιώθω σαν να τον ξέρω από καιρό. Μου διηγείται  για τη μητέρα του και για το πόσο καλή μαγείρισσα ήταν στο εστιατόριο του νοσοκομείου όπου δούλευε. «Ίσως γι΄ αυτό έχω τόσο καλή σχέση με το φαγητό!», λέει ξεκαρδιζόμενος στα γέλια. Γιατί ο κ. Keady είναι πράγματι εύσαρκος. Πολύ χονδρός. Αλλά απ’ αυτούς τους πολύ παχείς ανθρώπους που, όμως, αναβλύζουν συμπάθεια και ανθρωπιά και σε κερδίζουν...

 

Πάω κι εγώ κάτι να πω. Ο προπονητής, όμως, μού ζητά να μην μιλώ και να τρώγω, γιατί θα κρυώσει ο γύρος μου. Μου γεμίζει και το τεράστιο ποτήρι μου με κόκα κόλα. Με συμβουλεύει και με νουθετεί. Μου φέρεται σαν πατέρας. Δύσκολα, όμως, μπορώ να συγκεντρωθώ στα λόγια του. Μου κεντρίζουν την προσοχή τα μαλλιά του!

 

Ποτέ μου δεν είχα ξαναδεί τέτοια μαλλιά! Περίεργα, απόκοσμα μαλλιά. Σκούρα καφέ μαλλιά, γυαλιστερά, χωρίς ούτε μια τρίχα λευκή! Νομίζω ότι είναι βαμμένα! Είναι φαλακρός – αυτό είναι σίγουρο. Το μαλλί είναι περασμένο, πολύ προσεκτικά, από τα αριστερά προς τα δεξιά σε στυλ «γέφυρα» ή «κληματαριά». Και είναι πατηκωμένο κατά έναν πολύ περίεργο τρόπο που δυσκολεύομαι να εξηγήσω. Πρέπει το μαλλί να έχει ραντιστεί με κάποιο σπρέι, γιατί έχει περίεργη εμφάνιση και είναι απόλυτα κολλημένο στο γυμνό κεφάλι. Είναι έντονη η  αντίθεση που δημιουργείται μεταξύ ενός απόλυτα σκούρου νεανικού μαλλιού και μιας γηρασμένης, παχιάς επιδερμίδας...
 

Προσπαθώ, όμως, να μην κοιτάζω το μαλλί του προπονητή και να επικεντρώνομαι στο πρόσωπο. Δύσκολο. Πολύ δύσκολο. Ο κ. Keady σηκώνεται κάποια στιγμή να πάει προς νερού του κι έτσι βρίσκω την ευκαιρία να μιλήσω στον θείο Τεντ. Μου εξηγεί ότι ο προπονητής έχει χρόνιο πρόβλημα με τα μαλλιά του. Δεν ανέχεται τριχόπτωση και γκριζάρισμα. Έτσι, έχει καταλήξει εδώ που έχει καταλήξει. Με προβληματίζει λιγάκι αυτό. Δεν δείχνει μεγάλη σοβαρότητα. Πάντως, ο κ. Keady παραμένει ένας πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος. Και με πολλές γνώσεις.


«Θα μπορέσω άραγε να τα καταφέρω ως προπονητής του μπάσκετ;», σκέφτομαι με αγωνία ενώ μασουλώ με όρεξη το φαγητό μου. Έχει περάσει η ώρα και η συζήτηση έχει μπει στο ψητό. Ο κ. Keady μου μιλάει για τα μυστικά της προπονητικής. «Το θέμα είναι να μπαίνει η μπάλα στο καλάθι!» μου λέει. «Τα πιο απλά πράγματα είναι τελικά και τα πιο ουσιαστικά» σκέφτομαι, και ετοιμάζομαι να ρουφήξω το απόσταγμα γνώσης ενός αναμφίβολα πολύ έμπειρου ανθρώπου και προπονητή. «Άμα θέλεις κάτι πολύ, το πετυχαίνεις. Δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν θέλω!», προσθέτει, και κάπου εδώ καταλαβαίνω ότι έχω να κάνω με έναν πραγματικά σοφό άνθρωπο. «Θα μάθουμε πολλά εδώ», λέω από μέσα μου...

 

Η συζήτηση με έχει συνεπάρει. Ακούω πολλά και σημαντικά. Καταβροχθίζω (εκτός από γύρο) και σπουδαίες παραινέσεις. «Εσείς ξέρετε πολλά και δείχνετε προπονητής μεγάλου κύρους. Ποια ομάδα προπονείτε κύριε προπονητά;», ρωτώ δειλά τον ογκώδη προπονητή με τα περίεργα βαμμένα μαλλιά. «Το St. John’s!» μου απαντά. «Ποια ομάδα είναι αυτή;» ρωτώ λιγάκι αγενώς, για την άγνωστη – σ’ εμένα τουλάχιστον – ομάδα. «Είναι μια ιστορική πανεπιστημιακή ομάδα. Εργάζομαι εκεί ως βοηθός προπονητής», μου αποκρίνεται.


Κάπου εκεί ένιωσα μέσα μου τις προσδοκίες  να γίνονται θρύψαλα. Γνώριζα την ομάδα των Boston Celtics, τους Los Angeles Lakers, τους New York Knicks, τους Detroit Pistons έστω, αλλά… St. John’s ; E, όχι. Αυτό πήγαινε πολύ! Πίστευα ότι είχα να κάνω με έναν κορυφαίο προπονητή του επαγγελματικού μπάσκετ, ο οποίος θα με οδηγούσε στις μεγάλες προπονητικές λεωφόρους και όχι με έναν κόουτς πανεπιστημιακής ομάδας και μάλιστα βοηθό. Η απογοήτευση με είχε συνθλίψει. Η πόρτα της ελπίδας ένιωθα ότι για μένα είχε κλείσει οριστικά. Δύσκολα θα ζούσα το δικό μου αμερικάνικο όνειρο υπ' αυτούς τους όρους...
 

Τέσσερις μέρες μετά, βρίσκομαι στο αεροπλάνο της επιστροφής. Σκέψεις, σκέψεις πολλές, μου κρατούν συντροφιά. Με πόσα όνειρα ξεκίνησα για Αμερική και πόσο προσγειωμένος, με κομμένα τα φτερά, επέστρεφα στην Ελλάδα… Δεν ήταν γραφτό μου να ασχοληθώ με την προπονητική. Η Αμερική δεν έμελε να γίνει δική μου Εδέμ... Με το που πάτησα το πόδι μου στο Ελ. Βενιζέλος, η γνώριμη μυρωδιά της Αθήνας, οι οικείες φωνές, οι γνωστές φάτσες – οι δικοί μου άνθρωποι! «Εδώ, στην Ελλάδα, θα κάνουμε ό,τι είναι να κάνουμε…» σκέφτομαι, βάζοντας τη βαλίτσα μου στο πορτμπαγκαζ του λευκού καλογυαλισμένου αυτοκινήτου του πατέρα μου, που με περίμενε έξω από το αεροδρόμιο (παράνομη στάθμευση). Κουλουριασμένος στην αγκαλιά του μπαμπά και της μαμάς – πόσο ευτυχισμένοι μοιάζαμε όλοι εκείνη τη στιγμή σ’ αυτό το όμορφο οικογενειακό κουβάρι!.. – κατάλαβα ότι επέστρεφα για να μείνω. Η Αμερική, η προπονητική και ο κ. Keady μπορούσαν να περιμένουν. Η πατρίδα μου με υποδεχόταν με χαρά. Η Ελλάδα άνοιγε για μένα και πάλι μια μεγάλη, ζεστή αγκαλιά…

Monday, April 4, 2011

Δημήτρης Ιατρόπουλος: ο ποιητής που δεν έβαφε τα μαλλιά του…



Λόγοι δεοντολογίας – και έχουμε ξαναπεί πόσο ψηλά βάζουμε τη δεοντολογία – επιβάλλουν μιαν απερίφραστη παραδοχή: Είμαστε προκατειλημμένοι απέναντι στον ποιητή Ιατρόπουλο Δημήτρη! Θετικώς προκατειλημμένοι – για να εξηγούμεθα. Από την εποχή της εφηβείας μας, είχαμε τον Δημήτρη σε ένα νοητό εικονοστάσι. Και το πληρώσαμε. Όταν η καθηγήτριά μας των Νέων Ελληνικών μάς ερώτησε πέρυσι στην τάξη «ποιος είναι ο πιο αγαπημένος σας έλληνας ποιητής;», η απάντησή μας (μαζί με το σηκωμένο χέρι) ήλθε ασκαρδαμυκτί και ταχύτατα – ταχύτερα απ’ όσο ο Θανάσης Λάλας καταβροχθίζει μια τυρόπιτα: «Ο Δημήτρης Ιατρόπουλος κυρία!»… Έκτοτε, τοποθετηθήκαμε, οριστικά και ανεπανόρθωτα, στα μαύρα κατάστιχα της κυρίας καθηγήτριας, πληρώνοντας την προτίμησή μας με σκώμμα, χλευασμό και αντιπάθεια… Και ήμασταν και λιγάκι ερωτευμένοι με αυτή την καθηγήτρια, οπότε ο πόνος διπλός… Ουδέποτε, όμως, το μετανιώσαμε… Δεν θα μας αλλάξει ο πόθος και ο έρωτας τον χαρακτήρα και τις αξίες μας. Γιατί, όπως έλεγε και ο συνάδελφος του Ιατρόπουλου, ο σπουδαίος (αλλά όχι τόσο σπουδαίος όσο ο Δημήτρης) E.E. Cummings «το να μην είσαι παρά μονάχα ο εαυτός σου – σ’ έναν κόσμο που πασχίζει μέρα-νύχτα να σε κάνει κάτι άλλο – σημαίνει να δώσεις τη σκληρότερη μάχη που ένας άνθρωπος μπορεί να δώσει». Εμείς δώσαμε αυτή τη μάχη. Και ουδέποτε το μετανιώσαμε. Ήμασταν – και παραμένουμε – ιατροπουλικοί· μέχρι μυελού οστέων· ανεξαρτήτως δυσκολιών· πληρώνοντας και το σχετικό τίμημα…

 

Η ζωή του αγαπημένου μας ποιητή Δημήτρη Ιατρόπουλου θυμίζει μυθιστόρημα. Ίσως απ’ αυτά τα φτηνά, pulp μυθιστορήματα, που τυπώνονται σε κακής ποιότητας χαρτί – αλλά πάντως μυθιστόρημα. Ο δαφνοστεφής ποιητής μας ουδέποτε επιθύμησε το «καλούπωμα» σε μια αστική – πολλώ δε μάλλον μικροαστική – τακτοποίηση, σαν κι αυτές «των πολλών» και συμβιβασμένων που του έφερναν αναγούλα. Όχι! Ο ποιητής Δημήτρης θα έφκιανε (sic) αλλιώς τη ζωή του, ασυμβίβαστα, ρηξικέλευθα, προοδευτικά, επαναστατικά. Οπότε και πήρε τη μεγάλη απόφαση. Παρέα με ένα μικρό (πλαστικό) τσαντάκι που είχε μέσα μόνο κάποια χρειώδη (κανά δυο σώβρακα, μια-δυο φανέλες, ένα ζευγάρι κάλτσες), ο Δημήτρης βάλθηκε να κατακτήσει τον κόσμο… Όχι μόνον λόγοι αδεκαρίας, αλλά και λόγοι δεοντολογίας, λόγοι αρχής (και κυρίως, για να λέμε και τη μαύρη αλήθεια, λόγοι στυλ και πόζας) τον ώθησαν στη λογική του… ωτοστόπ (τόσο της μόδας τότε στα κοινωνικά στρώματα των λέτσων και των παιδιών των λουλουδιών που τόσο θαύμαζε ο ποιητής μας). Αψήφησε ο Δημήτρης τους κινδύνους που ελλοχεύουν πίσω από μια τέτοια επιλογή… Όμορφο και άγουρο παιδί ακόμη, δεν εδίστασε να παρακάμψει ενδεχόμενες παγίδες που κρύβονταν πίσω από ντούρους μουστακαλήδες οδηγούς τριαξονικών και άλλων ογκωδών οχημάτων...


Έτσι, μπήκε πλησίστιος στην περιπέτεια του να γνωρίσει, μέσω ωτοστόπ,  τον κόσμο. Τι περιπέτεια θεέ μου… Πόσο συνάρπαζε και συντάραζε την ασυμβίβαστη και φιλοπερίεργη ψυχή του μικρού Δημήτρη μια τέτοια προοπτική… Του έτυχαν πολλά σκασμένα λάστιχα σε αυτή την περιήγηση. Από τότε, ο Δημήτρης βαδίζει στην τέχνη, αλλά και τη ζωή, μονίμως με σκασμένο λάστιχο… Είδε πολλά ο Δημήτρης σε αυτήν την περιήγηση. Άλλα τα φωτογράφισε με την μικρή, ταπεινή φωτογραφική μηχανούλα του (Kodak;). Πόσα περισσότερα, όμως, δεν φωτογράφισε με τη μηχανή του μυαλού του – πόσες εικόνες δεν βάστηξε (sic) στη μνήμη του για να γίνουν οι θύμησες του αύριο και να αποτελέσουν το καύσιμο που θα οδηγούσε τον Δημήτρη στις δαφνοστρωμένες λεωφόρους της υψηλής ποιήσεως…

 

Αν και αγχίστροφος, δεν αμέλησε και το θέμα των σπουδών ο νεαρός (τότε) Δημήτρης. Μπορεί οι σπουδές στα συμβατικά πανεπιστήμια να αποτελούν μια, κατά βάσιν, μπουρζουάδικη συνήθεια, ωστόσο ο Δημήτρης δεν είχε σκοπό να αποκοπεί εντελώς από τα κοινωνικώς ισχύοντα. Ήθελε, μάλιστα, να ικανοποιήσει και την οικογένειά του. Να δείξει ότι δεν θα γινόταν ένας γραφικός στιχοπλόκος, ένας ασήμαντος δεκαρολόγος της ποιήσεως, ένας ποετάστρος, κάποιος που θα αποτελούσε αντικείμενο μόνιμης καζούρας από τους «ταχτοποιημένους», αλλά ότι θα είχε και τα «αστικά» παράσημα κάποιων ακαδημαϊκών σπουδών. «Σπούδασε μέσα και έξω» (sic), λοιπόν, όπως ο ίδιος μας πληροφορεί χαρακτηριστικά στο βιογραφικό του. Τί δηλοί η αναφορά αυτή τοιουτοτρόπως διατυπωμένη; Μα τι άλλο από το ότι ο Δημήτρης δεν μπόρεσε να περατώσει επιτυχώς καμιά σπουδή και, επομένως, να λάβει κάποιο πτυχίο. Μπορεί να απέτυχε – σύμφωνα με τα αστικά και μόνον κριτήρια – στο θέμα των σπουδών ο Δημήτρης, αλλά έτσι παρέμενε ευτυχώς αμόλυντος από αστικές συμβατικές κηλιδώσεις, διατηρώντας την πνευματική ανεξαρτησία του. Ίσως και να σκέφτηκε ότι οι κανονικές σπουδές και τα επίσημα πτυχία τιθασεύουν την πρωτοτυπία, την πνευματική ευρωστία, την καλλιτεχνική ρώμη, τη δημιουργική ορμή… Και ο Δημήτρης (πίστευε ότι) είχε πολύν δρόμο μπροστά του στα θέματα της καλλιτεχνικής δημιουργίας…

 

Έτσι, με μιαν έντονη κάψα στην ποιητική ψυχή του, ο Δημήτρης αναδεικνύεται, σταδιακά, σε «ποιητή της αμφισβήτησης»! Σκωπτικώς αντιμετωπίζεται μια τέτοια ταυτότητα από την πλειονότητα του κόσμου. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι αυτή η προδιάθεση ενισχύεται και από τη συνήθεια που διατηρούσε τότε ο Δημήτρης να προτιμά γενικώς το «καουμπόικο» στυλ, με γιλέκα, μαντήλια κλπ., ενώ τα ποδάρια του συνήθως κοσμούσαν δερμάτινες (ή από δερματίνη) μπότες ψηλές, με φερμουάρ, και μάλιστα φορεμένες… έξω από το παντελόνι!


Ακούγονται κλαγγές πιρουνιών και κουταλιών σε πιάτα και ποτήρια, γέλια ή γιούχα κάθε που περνά ο Δημήτρης από τους δρόμους πρωτευούσης και περιχώρων. Ο λόγος απλός. Ο όρος «ποιητής της αμφισβήτησης» που έδωσε στον εαυτό του ο ποιητής μας παραπέμπει σε παράγκες, στον Σίμο τον Υπαρξιστή, στον Τάκη τον Βόγλη και άλλες γραφικές περιπτώσεις του αθηναϊκού περιθωρίου. Ο ποιητής Δημήτρης, όμως, θα κουβαλάει επάνω του υπερηφάνως αυτή την ταυτότητα, ωσάν παρασήμον  χρυσούν (και ουχί τσίγκινον, εκ του Φρουζάκη αγορασθέν…). Τα μακριά δε μαλλιά του (επαναστατικώς άλουστα, ως επί το πολύ…)  βοηθούν στη δημιουργία μιας αλλόκοτης, γραφικής εικόνας· αλλά θυμίζουν και λευκό άτι που εφορμά, υπερήφανο και ελεύθερο (προς το άγνωστο…). Ο επαναστατικός, όμως, οίστρος του ποιητή Δημήτρη έμελλε να αναλωθεί αποκλειστικώς στο σκάρωμα κάποιων στίχων (που απευθύνθηκαν, εν τέλει, σε πολύ περιορισμένο ακροατήριο), καθώς και στο σουλατσάρισμα του ποιητή σε κάποιες (γλυκανάλατες) μπουάτ, πολύ της μόδας τότε, τις οποίες ενθυμούνται με εκνευριστική νοσταλγία κάτι μεσήλικες (και βάλε…) της σήμερον, αναπολώντας μια (δήθεν) καθαρότητα που υπήρχε την εποχή εκείνη στις αγνές (;) ανθρώπινες καρδιές…


Ο «ποιητής της Αμφισβήτησης» έφτασε, πάντως, την αμφισβήτηση στα ακρότατα όριά της, αφού μπόρεσε να αμφισβητήσει ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό! Αφενός, γιατί, αν και αμφισβητίας, φέρεται (ο ίδιος το αρνείται) να υμνεί την Αστυνομία Πόλεων του δικτατορικού καθεστώτος...


Αφ’ ετέρου, γιατί εξελίχθηκε σε πολιτικό γυρολόγο, φτάνοντας μέχρι του σημείου να πολιτευθεί στον δήμο Αθηναίων με το ψηφοδέλτιο του… Νικήτα Κακλαμάνη, αλλά και να εκτεθεί ως υποψήφιος βουλευτής στη Β Αθηνών με τη... Νέα Δημοκρατία! Ανεπιτυχώς, τελικά, αφού οι ψηφοφόροι  φάνηκαν να μην μπόρεσαν να εκτιμήσουν το ειδικό βάρος του Δημήτρη. Ο ίδιος, μετά την εκλογική αποτυχία του, δήλωσε ότι τελικά δεν τον ενδιέφερε και πολύ το θέμα και ότι δεν εξελέγη όχι γιατί τον μαύρισαν οι ψηφοφόροι, αλλά διότι δεν διέθεσε ούτε χρήμα ούτε χρόνο κατά την προεκλογική περίοδο (οι γνωστές δηλ. δικαιολογίες όσων δεν συμβιβάζονται με την αποτυχία). Πάντως, μια εβδομαδιαία εκπομπή στον δημοτικό ραδιοφωνικό σταθμό την τσίμπησε ο Δημήτρης…

 

Ο Ποιητής μας, φευ, δεν συναντήθηκε με την αναγνώριση που του έπρεπε. Αντ’ αυτής, έκλεισε μόνιμο ραντεβού με την γραφικότητα, λένε κάποιοι… Αυτό, όμως, καθόλου δεν τον πτόησε. Αντιθέτως, τον όπλισε με πείσμα και ατσαλένια θέληση – αλλά και προσαρμοστικότητα. Έτσι, δεν δίστασε να περάσει στην τέχνη της εμπορικής στιχοπλοκής, συνεργαζόμενος με μια γκάμα εκλεκτών και καταξιωμένων μουσουργών και αοιδών (Αφοί Τζαβάρα, Γιάννη Πηλιούρη, Δάκη, Γιώργο Κατσαρό κλπ.). Ως αποκορύφωμα της στιχοποιητικής καριέρας του εκλεκτού στιχοπλόκου Δημήτρη πρέπει μάλλον να θεωρηθεί η συνεργασία του με την μεγάλη λαϊκή αοιδό Ρίτα Σακελλαρίου, με την οποία και διατηρούσε μια ζεστή, τρυφερή σχέση. Έτσι, το κλασσικό πλέον άσμα «Ναύτης και Καντηλανάφτης» (Άντρα μου καντηλανάφτη/ Αχ! και να ’μοιαζες του ναύτη/ Αχ! και να ’μοιαζες του ναύτη/ Άντρα μου καντηλανάφτη) έλαβε σάρκα και οστά, αφήνοντας ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στην ιστορία του καλού ελληνικού τραγουδιού.


Η γλωσσική πρωτοτυπία υπήρξε – και παραμένει – το χαρακτηριστικό της Ιατροπούλειας ποιήσεως. Λέξεις και φράσεις μοναδικές, εμπνευσμένες, ποιητικές (έως και αλλόκοτες) θα ευφράνουν την ψυχή ημών των πιστών του αναγνωστών. «Οπισθοδακτυλοκρυψία», «Τον δικό μου Χριστό τον λένε Χρήστο» και άλλα εμπνευσμένα παρόμοια, δηλώνουν με καθαρότητα ότι εδώ έχουμε φλέβα ποιητική από τις σπάνιες.

 

Τίποτε δεν είχε συγχύσει περισσότερο τον μεγάλο μας στιχοπλόκο από τη ρήση του αλήστου μνήμης Σωτήρη Κούβελα περί ποιητών, σύμφωνα με την οποία «οι ποιητές είναι λαπάδες». Η σύντροφος του Ιατρόπουλου, η ζωγράφος Κατερίνα, θυμάται τον ποιητή σκασμένο, να αρνείται να βγει από το σπίτι, να απαγγέλει (στεντορεία τη φωνή) ιερεμιάδες για την κατάπτωση του τόπου, να καπνίζει αρειμανίως καθήμενος στον καναπέ και έχοντας μάλιστα (ως ένδειξη διαμαρτυρίας) κατεβασμένα και τα φερμουάρ από τις μπότες... Δύο μέρες είχε να βγει από το σπίτι ο Ιατρόπουλος λόγω αυτής της δήλωσης. Μέχρι που ο νεοδημοκράτης μουσικοσυνθέτης Γιώργος Κατσαρός τον ενημέρωσε, ότι ο Κούβελας χαρακτήρισε ως λαπάδες όλους τους ποιητές εκτός από τον ίδιο. Η ανακούφιση πήρε τη θέση του θυμού στην ψυχή του Δημήτρη και, έκτοτε, μεταξύ των δύο κορυφαίων Ελλήνων γεννήθηκε μια δυνατή αμοιβαία εκτίμηση, που εξελίχθηκε σε μια θερμή, αδιατάρακτη φιλία.


Συνετάραξε το πανελλήνιο η σχετικώς πρόσφατη επιστολή που έστειλε ο Ποιητής Ιατρόπουλος προς «έλληνες τραπεζίτες, μεγαλοεπιχειρηματίες, εφοπλιστές και αρχιδεσποτάδες», τρίζοντας δόντια… Πύρινος λόγος, αλλά συνάμα και ποιητικός. Ας θαυμάσουμε ένα απόσπασμα που συγκλονίζει: «Η πατρίδα κυλιέται σαν τσούλα στα πεζοδρόμια, οι κωλοσύμμαχοι βγάζουνε όλα τους τα κόμπλεξ, οι ανθέλληνες περιμένουν σαν κοράκια να μοιράσουν τις σάρκες μας, κι εσείς μετράτε τι ακόμα θα κερδίστε απ’ αυτό το σαρακοφαγωμένο “νεοελληνικό” κρανίο, που πάνε να του αφαιρέσουν εντελώς τη φαιά ουσία απ την κρανιακή κάψα;» – και ο συγκλονισμός έφτασε σε ύψη ασύλληπτα… Αλλά ο Δημήτρης δεν δίστασε, πρόσφατα και με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα της Ποιήσεως, να απευθύνει επιστολή και προς τον Πρωθυπουργό, με τον χαρακτηριστικό τίτλο Φύγε, Τώρα!, αποκαλώντας τον «ξένο» και ζητώντας του να φύγει από τη χώρα. Σε κάποιους ελάχιστους πάντως, που δεν μπόρεσαν να βρουν τη σοβαρότητα μέσα σ’ αυτά τα λόγια του Δημήτρη, η Ιατροπούλειος αυτή επιστολή προκάλεσε ασυγκράτητα γέλια.


Από τα ιστορικά Καλύβια Αττικής, όπου έχει στήσει το σπιτικό του, εκτοξεύσει τα πύρινα βέλη του ο διακεκριμένος ποιητής μας. Του φταίνε οι πάντες και τα πάντα. Αυτό ας μην θεωρηθεί ως σύμπτωμα προχωρημένου γεροντοκορισμού – απλώς ο Δημήτρης έχει θέσει πολύ ψηλά τον πήχυ… Αλλά ο Ιατρόπουλος δεν ξέρει να επικρίνει μόνο – κινείται και θετικά. Έτσι, είναι δεδηλωμένος υποστηρικτής της καθαρής από ναρκωτικά ζωής. Κακώς – πιστεύουν κάποιοι – αφού – όπως λένε – μόνο συνοδεία ναρκωτικών ουσιών μπορείς να αντέξεις την ποίησή του…

 

 Η ποίηση ποίηση, αλλά κάποια στιγμή λύγισε ο Ιατρόπουλος. Και οι μεγάλοι ποιητές φαίνεται ότι κάποτε λυγίζουν… Τον συνεπήρε, λοιπόν, η σαγήνη της εύκολης τηλεοπτικής δημοσιότητας. «Πάει, την ψώνισε με τη δημοσιότητα ο Δημήτρης», άρχισαν να λένε πολλοί φίλοι του. Και άλλοι, βέβαια, την έχουν πατήσει έτσι, αλλά από έναν ποιητή της κλάσεως του Ιατρόπουλου θα αναμέναμε ισχυρότερες αντιστάσεις. Πάντως, η τηλοψία έχει δεχθεί εδώ και κάμποσο καιρό τα πυρά του Ποιητή μας. Κάνει συχνά λόγο για «θεαματική χαζοτηλεμανία». Η κριτική αυτή, όμως, όπως ήδη σημειώσαμε, ουδόλως τον εμποδίζει να κηρύττει τον λόγο της αληθείας από του άμβωνος του ALTER, και τις σπάνιας καλαισθησίας εκπομπές του Μάκη και του Χαρδαβέλλα… Ενώ τα θέματα που απασχολούν, κατά κύριο λόγο, το νου του Δημήτρη είναι η ελληνική παρακμή, αλλά και το φλέγον ζήτημα της ελεύσεως των εξωγήινων… «Ίσως με λένε τρελό» είχε στιχουργήσει εμπνευσμένα κάποτε ο Δημήτρης. Όχι, τρελό σίγουρα δεν τον λένε. Για γραφικό, δεν ξέρω…


Ο Δημήτρης Ιατρόπουλος τώρα, σε αυτούς του κρίσιμους καιρούς, δεν διστάζει να κατεβεί και στην Αγορά και να συμφύρεται με τους όλους εμάς τους μη ποιητές, τους κοινούς θνητούς. Έτσι, είχαμε το προνόμιο να τον εντοπίσουμε κάποτε στο μπαρ του πολυκαταστήματος ΙΚΕΑ (έχουν και υλικές ανάγκες οι ποιητές), οπότε και τον παρακολουθήσαμε εκ του σύνεγγυς. Ο Ποιητής Δημήτρης φορούσε τη γνωστή ενδυμασία του, δηλ. υποκάμισο μακρυμάνικο (με σηκωμένα, όμως, τα μανίκια) και από μέσα μια μακρυμάνικη κοκκινομπλέ μπλούζα (με κατεβασμένα, όμως, τα μανίκια). Τα νύχια των χεριών υπερβολικά μακριά (για τα πόδια δεν γνωρίζουμε, αφού δεν φορούσε πέδιλα). Το μαλλί πάντοτε μακρύ, να ανεμίζει, ενώ τις σεπτές ποιητικές παρειές κοσμούσαν, ως συνήθως, δύο υπέροχες, πλούσιες, βικτωριανού τύπου, φαβορίτες.


Εντύπωση μας προκάλεσε το ότι ο εκλεκτικός ποιητής μας δεν ήταν καθόλου εκλεκτικός στο φαγητό του, αφού στο ένα χέρι κρατούσε ζουμερό hot-dog, ενώ μπροστά του βρισκόταν πλαστικό πιάτο με αναρίθμητα, μικρά, λαχταριστά κεφτεδάκια!

 

Το λιχούδικο ύφος, καθώς και η βουλιμία με την οποία είχε εφορμήσει στο πρόχειρο φαγητό του, απέδειξε, για μια εισέτι φορά, ότι ο Ιατρόπουλος δεν κοιτά τα πράγματα αφ’ υψηλού ως ποιητής, αλλά ότι, αντιθέτως, παραμένει ένας συνηθισμένος, λαϊκός και απλοϊκός άνθρωπος – όπως εξάλλου κι η ποίησή του…


<