Sunday, November 27, 2016

Γητευτές και γητευμένοι



Η πλανηταρχική γοητεία δοξολογήθηκε δεόντως. Και δικαίως. Το charisma είναι περισσευούμενο. Διαφημισμένο πανταχόθεν. Και «καλημέρα» να διατυπώσει ο δοξολογημένος, το κοινό θα την προσλάβει κεχηνός. Εντοπίζοντας την μοναδικότητα της εκφοράς. Ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Kalispera· με clapping ατελεύτητο. Έχασκε εκστασιασμένη η ελληνική επαρχία. Και δικαιολογημένα. Ο πρωτευουσιάνικος θίασος επισκέφθηκε –επιτέλους– και τo περιφρονημένο χωριό· με τους ταπεινούς χωρικούς του, ντυμένους με τα καλά τους, να θαυμάζουν τον ζεν πρεμιέ που –επιτέλους– τους ετίμησε· λίγο πριν πέσει η αυλαία και περάσει σε νέο ρεπερτόριο. Και ποιος να κακολογήσει τους γοητευμένους; Αφού επρόκειτο περί σταρ διεθνούς βεληνεκούς. Άδικο έχουν που είναι σκασμένοι για θέαμα Broadway, όταν σιτίζονται, μέρα-νύχτα, με Μπουρνελική τροφή από ημεδαπούς τριτοκλασάτους για να κορέσουν την πείνα τους; Όλο με Χατζηχρήστο και Βουτσά θα τη βγάζουμε; Όλο με Βέγγο και Γκιωνάκη; Εμείς οι Έλληνες, επειδή δηλαδή εγκαταβιούμε στην επαρχία, δεν έχουμε ψυχή; Οι (ελάχιστοι) Off-Broadway aficionados σνομπάρουν την υποχρεωτική λατρεία προς τον δημοφιλέστατο πρωταγωνιστή «γιο του κενιάτη μετανάστη» (όπως πληροφορούμεθα στερεοτυπικώς, ώστε o δεσμός να γίνει πιο συναισθηματικός – τουτέστιν πιο ισχυρός), όπως σνομπάρουν οτιδήποτε, γιατί είναι προχωρημένοι κάλπηδες αυτοί, ανίατοι ποζεράδες, και δεν μπορούν ν’ αγαπάνε ούτε τ’ άντερά τους. Οι κανονικοί ανθρωποι, όμως, μακριά από διανοουμενίστικες επιτηδεύσεις, αγάπησαν δυνατά. Γιατί την πολιτική αξιολόγηση την κάνουν με την καρδιά. Όταν μιλά η ψυχή, η ψυχούλα, τα υπόλοιπα παρέλκουν. Ξέρουν ν’ αγαπούν οι αθρώποι με τις ζεστές καρδιές. Εξ ου και ο πάνδημος ενθουσιασμός.


Στο κάτω-κάτω, αν δεν μπορούμε να επιτύχουμε νίκες πραγματικές, ας καταγάγουμε φαντασιακές, μέσω της ανέκκλητης (και ανεκλάλητης) ταύτισης με τον προικισμένο επισκέπτη. Πουναι και μαύρος και once you know black you’ll never go back. Ή ας τον χλευάσουμε – που, από μια άποψη, είναι το ένα και το αυτό. Ή θα λατρέψουμε ή θα μισήσουμε – μέση οδός δεν υπάρχει σ’ αυτά τα χώματα όπου γεννήθηκε το μέτρο, το συστατικό μιας κληρονομιάς που μπορεί ακόμα και μας ξελασπώνει. Ο πρωταγωνιστής, πάντως, ομολογουμένως, κατείχε την τέχνη της γήτευσης. Τεχνική επάρκεια και knack κινηματογραφικού πρωταγωνιστή που μαγεύει. Και στη σούμα, με την ολοκλήρωση της περιοδείας, απέδειξε ότι έφερε εις πέρας τον ρόλο του επιτυχώς. Μίλησε η πείρα της πολυχρόνιας θητείας στις κεντρικές σκηνές. Βάλε μέσα και το «χάρισμα» and you get the picture. Κίνηση που γοητεύει, αλλά και ομιλία. Ομιλία διανθισμένη, προσφυώς, με όλα τα κολακευτικά στερεότυπα που μιλούν κατ’ ευθείαν στην καρδιά· και με έντεχνη αναφορά στα δικαιώματα του λαού και όχι στις υποχρεώσεις. Για να κατέβει το περιεχόμενο καλύτερα στο στομάχι των γητευεμένων. Στο πνεύμα της εποχής. Κηρύγματα εναντίον του «λαϊκισμού» (συγχεόντάς τον, μάλλον, με τη δημαγωγία) ολούθε. Γιατί δεν στέκεστε, λαοί, στο ύψος των περιστάσεων; Γιατί δεν ακούτε τους νουνεχείς του αντιλαϊκισμού; Οι εκλογείς, όμως, φαίνεται ότι γοητεύονται από τους «λαϊκισμούς» – απ’ όλους τους «λαϊκισμούς». Οι περισσότεροι, από τους παραδοσιακούς «λαϊκισμούς», της ανέξοδης καταγγελίας και του νεολουδιτισμού, με υποσχέσεις για επιστροφή στην ασφάλεια ενός εξιδανικευμένου παρελθόντος ή ταξίδεμα σε μιαν ιδανική Arcadia· οι λιγότεροι (και πιο στιλπνοί), από τους σύγχρονους «λαϊκισμούς» του αντιλαϊκισμού, που εκπροσωπούν, απογαλακτισμένοι από την ψυχωφελή μυθολογία, οι μουεζίνηδες του «ορθού λόγου» και της «κοινής λογικής».


Όσοι, βέβαια, μπορούν και δραπετεύουν από τις αποπνικτικές αίθουσες του ιδεολογικού σχολαρχείου γνωρίζουν –και αναγνωρίζουν αποδραματοποιημένα– ότι ο «λαϊκισμός» απέναντι σε απελπισμένες μάζες, ειδικά σε συνθήκες κρίσης, συνιστά την κατ’ εξοχήν στρατηγική επιρροής και νίκης. Εξ ου και η μαζική καταφυγή (των περίτρομων μπροστά στη θέα του καινούργιου κόσμου) στους (καπάτσους) κομπογιαννίτες της ακροδεξιάς, που προσφέρουν, σε σκοτωμένες τιμές, εθνικιστικά μαντζούνια και «αντισυστημικά» καταπλάσματα. Με τις  προτάσεις για τη λύση του προβλήματος που επινοούν οι ειδήμονες της τετράγωνης λογικής να αρδεύονται από τη θεσμική δεοντολογία και το τεχνοκρατικό κατηχητικό. Και γι’ αυτό να στέλνονται από τις μάζες στον κάλαθο των αχρήστων. Οι άτεγκτοι εγκαλούντες (αλλά, ευτυχώς, χωρίς «λαϊκισμούς»!) φουλάρουν, εκτός σχεδιασμού, με καύσιμο πολλών οκτανίων τις σακαράκες του εθνικισμού· μακριά από την Πολιτική (και την τέχνη της μαζικής γήτευσης που περιφρονείται ως «λαϊκιστική»), αλλά ζωσμένοι με φυσιγγιοθήκες τετράγωνων επιχειρημάτων (μουρμουρίζοντας ακούραστα το σωτήριον Mantra περί «μεταρρυθμίσεων»), κι όποιος δεν καταλαβαίνει (ή δεν αποδέχεται, ή αντιλαμβάνεται αλλιώς) τις υψηλόφρονες λύσεις που θέλουν το καλό του, κακό του κεφαλιού του. Άλλωστε, πώς ν’ ακούσει ο σαστισμένος και περιθωριοποιημένος ανθρωπάκος (κυρίαρχος, όμως, εδώ και καιρό, μπροστά στην κάλπη, στο μαζικοδημοκρατικό παιχνίδι της αντιπροσώπευσης), που ζορίζεται με άδειες τσέπες και χωρίς προοπτικές, τις βαρύνουσες θεωρίες περί δημοκρατίας και πλουραλισμού (οπωσδήποτε και αντιλαϊκισμού!), τη στιγμή που, μες στην ανημπόρια του (με όποιαν έννοια κι αν την πάρει κανείς...), αρνείται φοβικά τον καινούργιο κόσμο αναζητώντας, αναμενόμενα, το καθησυχαστικό κουκούλι του έθνους – της οικείας γειτονίτσας, του βολικού καταφύγιου κάθε φοβισμένου, κάθε ηττημένου; Αλλά γιατί δεν στέκονται οι λαοί στο ύψος των περιστάσεων; Γιατί τσινάνε απέναντι στο Ορθόν; Γιατί δεν ακούουν (και υπακούουν) τους ορθολογισμένους γνωρίζοντες; Αυτό είναι το στερεοτυπικό έκμαγμα-απόκριση που βγαίνει από τα σύγχρονα εργαστήρια του (απολιτικώς) κυβερνάν.


Ο χαρισματικός, πάντως, επιστράτευσε άπαντα τα τεχνάσματα της δοκιμασμένης μαστορικής – και στο επίπεδο της ρητορικής. State of the art λόγος μαζικής απεύθυνσης, συγχρόνως και μια ομιλία προς γητευομένους 101, με πικάντικα συστατικά που κάνουν το κοινό να παραληρεί. Ούζο. Σπανακόπιτα. Φουστανέλα. Αντετοκούμπο. Φιλοξενία. Δημοκρατία. Φιλότιμο. Zito i Ellas! (Κι αν σε ορισμένους –ελάχιστους ευτυχώς– θύμισε σε πολλά δημαρχιακούς ή δημοδιδασκαλικούς πανηγυρικούς, ας ανατρέξουν στην επηρεαστική λειτουργία των κλισέ, κι ας λάβουν υπ’ όψιν το impact του παράγοντα «πρόσωπο» που εκφωνεί την scripted από στήθους, και που στα χείλη του μπορεί να μεταρσιωθεί ακόμη και η μεγαλύτερη κοινοτοπία.) Να αντιμετωπίσουμε εδώ και τώρα την post-truth πολιτική (γέλια) με την truth πολιτική (γέλια στο τετράγωνο) του πολιτικά ορθού μας φαντασιακού. Τα μίλησε, πάντως, γοητευτικά ο χαρισματικός (και με στεντόρειο ΟΧΙ στη λιτότητα!). Σε ένα επίπεδο πολιτικής όπου όλα είναι προπαγάνδα, ο γοητευμένος βλέπει (και θαυμάζει) τη φυσικότητα. Applause φρενήρες. Άριστα 10. Η περφόρμανς σαν να έπιασε τόπο. 74% γνώμη θετική οι εκστασιασμένοι χειροκροτητές (το ίδιο ακριβώς ποσοστό που τον Ιούνιο θαύμαζε τον Πούτιν!), «πέφτει στην Ελλάδα ο αντιαμερικανισμός» αποκαλύπτουν οι ενημερωτές. Η διεισδυτικότητα της γοητείας αποδεικνύεται τώρα και στατιστικώς. Αρτισύστατη αμερικανοφροσύνη. Κέρδισε, ο γητευτής με την εντυπωσιακή βιρτουοζιτέ τις καρδιές των γοητευμένων της πλανητικής επαρχίας – λιγωμένων για λίγο θέαμα πρωτευουσιάνικο, της προκοπής. Παραδίδοντας (χωρίς να το συνειδητοποιεί) μαθήματα και ενδοαμερικανικώς (ακόμη και στον ίδιο του τον εαυτό), περί της υπεροχής της soft power – μαθήματα που οι σκληροτράχηλοι σερίφηδες / προστάτες του πλανητικού νόμου μάλλον χρειάζονται επειγόντως.


Κι εμείς τα δικά μας. «Θέλουμε λεφτά!» οι μεν. «Δεν υπάρχουν δέντρα που βγάζουνε λεφτά!» οι δε. Ο εγχώριος δημόσιος λόγος μοσχοβολά αγνή Ελληνικότητα (που κανείς ξένος δεν μπορεί να μας τη στερήσει). «Να προστατεύσουμε τα "ιερά και τα όσια", την "ιδιοπροσωπία" μας, που επιβουλεύονται ο "νεοφιλελευθερισμός", η "παγκοσμιοποίηση" και η "νέα τάξη πραγμάτων!"» από τη μία. «Μνημόνιο έως το 2100! Βάστα Σόιμπλε!» από την άλλη. Και ποιος μπορεί να αντισταθεί σε μια γοητευτικά καρτουνίστικη απόδοση μιας (υπερσύνθετης) πραγματικότητας; Πρόεδρος Πάκης ικέτης. Να δώσετε, παρακαλούμε, Mr POTUS, λύσεις, το χρέος είναι που μας καίει – ignis fatuus από το Γιου Ες Έι. Γιαννούλιας. Αν ήταν Έλληνας θα ήταν Πανιώνιος. Ήταν πολύ απλός και γοητευτικός. Σφυρίδα. Το κόκκινο χαλί ήταν στραβό. Γλυκό με κάστανα. Δεν τον άφησαν να φάει σουβλάκι στο Μοναστηράκι – οι λεπτομέρειες που πάντα ακολουθούν τους σταρ. Περιήγηση πριβέ – «κατέχει μεγάλη κλασσική παιδεία ο Πρόεδρος!». Τσιτσερόνε Παντερμαλής – γοητευμένος κι ο καθηγητής. Η ανάγκη να θαυμάσουμε, να πιστέψουμε. Ή να μισήσουμε και να ψέξουμε. Ως κάτοχοι της αληθείας, either way.


«Το να σαγηνεύεσαι σημαίνει να εκτρέπεσαι από την αλήθεια σου. Το να σαγηνεύεις σημαίνει να εκτρέπεις τον άλλον από την αλήθεια του» επισημαίνει ο (παρεξηγημένος) φιλόσοφος από τη Reims. Ποιος είναι, άραγε, σε επίπεδο ανταμοιβής, ο πιο δυστυχής; Αυτός που μπορεί και γοητεύεται ή εκείνος που αδυνατεί να γοητευτεί; Όταν ο χαρισματικός γητεύει περίπου σύμπαντα τον κόσμο, γιατί κανείς να επιλέξει την δραπέτευση από την γοητεία; Γιατί να μείνει ακοινώνητος, έξω από την πάνδημη γιορτή; Παρέα με τους όζοντες προσκόπους του αντιαμερικανισμού, που όμως κι αυτοί, μέσω της αυτοματοποιημένης χλεύης απέναντι στο δαιμονοποιημένο σκιάχτρο, κατασκευάζουν το δικό τους ανήκειν (και θαυμάζειν), τη δική τους γιορτή; Αλλά κι ο γενικώς αρνούμενος (υποτίθεται) να γοητευτεί, γοητευμένος είναι – από τον ίδιο του τον Εαυτό. Παριστάμενος στη γιορτή για έναν. Ταγμένος στη μονωδία. Υποκείμενο και αντικείμενο της γοητείας – ταυτοχρόνως. Όλοι γοητευμένοι, λοιπόν, με τον τρόπο μας, είτε ενσυνειδήτως είτε ανεπιγνώστως. Και το να ρωτούμε κάποιον «εσύ θαυμάζεις;» φαίνεται να ισοδυναμεί με το Πεντζίκειον «εσύ μαλακίζεσαι;» (το οποίο απηύθυνε ο καλλιτέχνης / φαρμακοποιός προς κάποιους δυστυχείς που συναντούσε για πρώτη φορά), αφού η απάντηση πρέπει να θεωρείται δεδομένη, όποια κι αν είναι η συγκυρία, όποιος κι αν είναι ο ερωτώμενος.

/σχετικά άρθρα/
Ο μέγας ομπαμιστής