Wednesday, April 8, 2009

Πέτρος Κωστόπουλος: το βλαχοκυριλέ βάψιμο (και η αντίστοιχη εμφύτευση)…

Και ολοκληρώνουμε την περιήγησή μας στον κόσμο βαψομαλλιάδων, εμφυτευματάκηδων και περουκοφόρων (αν και αυτή η περιπέτεια δεν τελειώνει ποτέ) με ένα περιποιημένο αφιέρωμα στον Πέτρο Κωστόπουλο (Ολοκληρώνουμε, γιατί δεχτήκαμε μια τιμητική επαγγελματική πρόταση. Αντί να γράφουμε, σαν μαλάκες, τζάμπα, ο εκλεκτός δημοσιογράφος Νίκος Χατζηνικολάου είχε την καλοσύνη και μας πρότεινε να κάνουμε editing στα κείμενά του στη Real News, τα οποία, κατά κοινή ομολογία, δεν διαβάζονται. Από την επόμενη εβδομάδα, λοιπόν, θα επιχειρήσουμε να δώσουμε μεγαλύτερη ζωντάνια στα πληκτικά άρθρα του Νίκου. Τώρα που το σκέφτομαι, Νίκο, επειδή το να κάνει κανείς editing σε τόσο κακογραμμένα και ανιαρά κείμενα είναι κομματάκι δύσκολο και εκνευριστικό, σκέφτομαι μήπως αντί για editor αναλάβω ghostwriter. Όχι Νίκο· αυτό δεν έχει σχέση με τίποτε συγγραφείς που γίνονται φαντάσματα κλπ. Σημαίνει κάτι άλλο. Ρώτα, καλύτερα, τη Μαριάννα Πυργιώτη να σου εξηγήσει το ακριβές περιεχόμενο του όρου…). Ο μικρός Πέτρος ήταν ένα τυπικό παιδί της ελληνικής επαρχίας. Γεννημένος σε μια ταπεινή οικογένεια του μόχθου στην περιοχή του Βόλου, η οποία δύσκολα τα έφερνε βόλτα. Ο πατέρας επαγγελματίας του βολάν (σε γκρι χρώμα τότε), η μητέρα κατά βάσιν οικιακά. Δύσκολα έβγαινε το μεροκάματο και αυτό στοίχιζε στον μικρό Πέτρο, του οποίου η ψυχή εφλέγετο για τα μεγάλα, τα πολυτελή και τα υψηλά… Η λαϊκή του καταγωγή τον στοίχειωνε. «Εγώ είμαι για μεγάλα πράγματα» έλεγε και ξανάλεγε από μέσα του ο ακαλαίσθητος και χονδροειδής στους τρόπους έφηβος, επιχειρώντας να γίνει δεκτός στον «καλό κόσμο» της θεσσαλικής πόλεως για αρχή – και μετά βλέπουμε… Εντελώς άξεστος και ακαλλιέργητος, τριγύριζε με μακριά μαλλιά (είχε τότε τρίχα μπόλικη και θυσανωτή) στενό τζιν και μαύρο σκαρπίνι με λευκή αθλητική κάλτσα δώθε–κείθε, βαρώντας μυίγες της θεσσαλικής πόλεως. Ασχολήθηκε και με το γουότερ πόλο (για να το γράψουμε στην ελληνοαγγλική / ελληνοχωριάτικη version που καταλαβαίνει καλύτερα ο Πέτρος…) με στόχο τη σχετική φιγούρα στα κορίτσια. Ο αγροίκος χαρακτήρας του ταίριαζε με τη βαθύτερη σκληρότητα (κάτω από το νερό) του συγκεκριμένου αθλήματος. Η εφηβεία του συνέπεσε με τη δημιουργία και γιγάντωση του κύματος της «Αλλαγής» και ο Πέτρος βρήκε επιτέλους αυτό που εξέφραζε τις μύχιες επιθυμίες του, την πραγματική του ιδιοσυστασία, αλλά και το όχημα για να του προσδώσει μια κάποια οντότητα, αφού βίωνε την επαρχιώτικη καταγωγή του ως άχθος και επιθυμούσε να ξεχωρίσει. Το ΠΑΣΟΚ των καταφρονεμένων που γυάλιζε, όμως, το μάτι τους για εξουσία ταίριαζε γάντι στους πόθους του φιλόδοξου και συμπλεγματικού Πέτρου... Ξεκωλώθηκε, λοιπόν, στην αφισοκόλληση εκεί, στους κακοτράχαλους δρόμους και δρομίσκους του Βόλου, αντιμετωπίζοντας τον «Μεγάλο» σαν Θεό. «Έτσι θέλω να γίνω κι εγώ, σαν τον Ανδρέα» έλεγε και ξανάλεγε, φαντασιωνόμενος μεγαλεία, παράτες και λιλιά. Παρακολουθούσε τις μεγάλες συγκεντρώσεις της εποχής στην ασπρόμαυρη τηλεόραση Telefunken της οικογένειας και φαντασιωνόταν τον εαυτό του στη θέση του ομιλητή να τον επευφημούν οι μάζες... Επίσης, πίεζε φορτικά τη μητέρα του να «αποκαθηλώσει» τον πίνακα του «γέρου με το τσιμπούκι» από το σαλονάκι και να τον αντικαταστήσει με κορνιζαρισμένη αφίσα του Ανδρέα με το τσιμπούκι… Έντονος ο πόθος της αναγνώρισης για τον νεαρό Πέτρο, έντονο βέβαια και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που τον κατέτρυχε. Το ατόφιο λαϊκό ρεύμα που έφερε το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία μίλαγε στην καρδιά του Πέτρου. Ήταν η εκδίκηση των μαζών που ήταν στην απέξω και τώρα θα έπαιρναν την εκδίκησή τους. Πήξαμε στα λαχανί και παρδαλά ιδρωμένα πουκάμισα, τα γένια και τα μουστάκια. Άρχισε η μεγάλη εποχή της ελληνικής ακμής, όπου μπορούσες να βρεις να στρογγυλοκάθονται στις υπουργικές καρέκλες έναν Τζουμάκα, έναν Βερυβάκη, έναν Βασίλη Κεδίκογλου, έναν Βαγγέλη Γιαννόπουλο... Η σπουδαιότερη χώρα του κόσμου, η χώρα του ούζου, το ελαιολάδου και του μουσακά, έμπαινε σε ένα τούνελ ακμής και υψηλού γούστου, από το οποίο δεν θα έβγαινε ποτέ… Τα ένσημα που κόλλησε ο Πετράκης στις αφισοκολλήσεις τον έφεραν στις Βρυξέλες, έχοντας περάσει, εν τω μεταξύ, από το Παρίσι, όπου είχε πάει να κάνει μεγάλη ζωή, να δει εκ του σύνεγγυς τη λάμψη που έβλεπε στις τηλεοράσεις και τα περιοδικά της εποχής (και, επί τη ευκαιρία, να πάρει και κανένα πτυχίο στην πολιτική οικονομία). Διέπρεψε ως παχυλόμισθος της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας, όπου ο πασοκικός μηχανισμός τον είχε τοποθετήσει για να καθοδηγήσει και αυτός το ευρωπαϊκό όραμα... Μια τυχαία συνάντησή του με τον sui generis εκδότη ΆρηΤερζόπουλο και ένα μεταξύ τους στοίχημα τον έφερε στην Αθήνα να εκδίδει το περιοδικό ΚΛΙΚ. Αρχικά ενδιαφέρον ως πείραμα, σε μια χώρα που είχε περιοδικά όπως το Φαντάζιο και το Ρομάντζο… Η υπόθεση ξεκίνησε καλά, αλλά με τον ακαλλιέργητο Πέτρο στο τιμόνι η κατάληξη ήταν προδιαγεγραμμένη. Το κλίμα έγινε γρήγορα βαρύ εντός του περιοδικού (και του μετέπειτα δημιουργηθέντος ομοτίτλου ραδιοφωνικού σταθμού), αφού δύσκολα σοβαρός και με σπονδυλική στήλη άνθρωπος μπορούσε να ανεχθεί για πολύ τις κόνξες και τις ναπολεόντειες συμπεριφορές του εραστή-εκδότη της συμφοράς. Εξ ου τα νεύρα και οι ουκ ολίγες αποχωρήσεις… Από το new journalism και τον Μax Headroom, γρήγορα το περιοδικό έγινε ο καθρέφτης των βαθύτερων χαρακτηριστικών του διευθυντού του, αλλά και αντανάκλαση μιας κοινωνίας σε κρίση, με τον εγωτισμό, τον παχυδερμισμό και τη λιγουρίαση σε πρώτο πλάνο... Πιπεράτα σεξουαλικά θέματα, ΙΝ και OUT, χυδαιολογίες, εξυπνακισμοί – το παιδί από τον Βόλο βάλθηκε να δείξει στον κόσμο της Αθήνας (τον οποίον κατά βάση φθονούσε) τρόπο ζωής. Έτσι, σταδιακά, το περιοδικό αυτό απετέλεσε το όχημα του μεγαλύτερου εκχυδαϊσμού που γνώρισε η χώρα τις τελευταίες δεκαετίες. Εξέφρασε όλη την γλυκιά αποχαύνωση και οπισθοδρόμηση των κοινωνικών ομάδων που έφεραν το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία (και το αντίστροφο). Μπουζούκια, γαρύφαλλα, λεκτικός τραμπουκισμός, καθώς πρέπει σκυλούδες, γυμνάστριες, ποδόσφαιρο, φιγουρατζίδικα αυτοκίνητα, κώλοι και βυζιά. Από τα «ψαγμένα»θέματα και την αισθητική αναζήτηση κατέληξε στο worship του κώλου της Γωγούς Μαστροκώστα και των βυζιών της Βάνας Μπάρμπα Το περιοδικό, βέβαια, στάθηκε και έγινε σημείο αναφοράς, χάρη στη στήριξη του εκδότη του, Άρη Τερζόπουλου (τη σύζυγο του οποίου Λάουρα πολύ «εθαύμαζε» ο νεόκοπος «λαϊφσταϊλίστας» απ’ τον Βόλο…). Τα μυαλά, όμως, του Πετράκη πήραν αέρα μπόλικο και θέλησε να γίνει ο ίδιος εκδότης. Διέλυσε, λοιπόν, ουσιαστικά το παλιό μαγαζί για να ανοίξει δικό του. Στα εκδοτικά, ο ποιοτικός κατήφορος δεν άργησε να έρθει με τα Down Town και τα Nitro, αντανακλώντας, βέβαια, και τα βαθύτερα και αληθινά χαρακτηριστικά της ψυχοδομής και του γούστου του ακόρεστου για απολαύσεις και μεγαλεία Πέτρου... Στα αμιγώς επιχειρηματικά δεν θα μπούμε. Είναι ανιαρά και δεν ενδιαφέρουν το κοινό. Εκείνο που μετρά είναι ότι, δελεάζοντας, με την «κωλάδικη» λάμψη των Μέσων της πλάκας που κατέχει, κάποιους οικονομικά ισχυρούς, κατάφερε ένα μέρος της επιχειρηματικής ελίτ της χώρας (και αυτό λέει πολλά τόσο για τη χώρα όσο και για τις «ελίτ» της) να του εξασφαλίσει κεφάλαια και χρηματοδοτήσεις για να περνάει ο ίδιος ζωή και κότα... Ο βαθύτερος στόχος είχε επιτευχθεί. Το βλαχαδερό από το Βόλο, με τον λόγο που μοιάζει με λόξιγκα και με τη βαριά, εκνευριστική θεσσαλική προφορά (που τα «ο» τα μετατρέπει σε «ου» τρώγοντας ταυτοχρόνως τα φωνήεντα και την οποία, χρόνια τώρα, δεν κατόρθωσε να αποβάλει - μια προφορά που μόνο γραφικότητα και θυμηδία αποπνέει), πέτυχε. Τα είχε καταφέρει (α λα ελληνικά…). Από τις άσπρες συνθετικές κάλτσες με τα φτηνά σκαρπίνια πέρασε στα Rossetti, από τα μηχανόβια Perfecto στα Cavalli, από τα "μάλμπουρο" που τα στερέωνε στο διπλωμένο μανίκι του (φτηνού) μακό, στα πούρα, από τα clubs στα μπουζουξίδικα… Οι εκδρομές πια δεν αφορούσαν τα γραφικά χωριά του Πηλίου, αλλά τα Aspen στα Colorado (και, φυσικά, την αναπόφευκτη Μύκονο...). Και οι Τάκηδες και Λάκηδες από το Βόλο, αντικαταστάθηκαν με Γιάννες και (όπως τους λέει και ο Πρόεδρος Λεβέντης) Κοκκαλαίους (τη σύζυγο του οποίου, Ελένη, o Πέτρος επίσης πολύ «εθαύμαζε»). Μαζί με τον βασιλικό ποτίστηκε και η γλάστρα – κι ο Πέτρος ήταν γλάστρα ογκώδης, χοντροκομμένη, αλλά και ανθεκτική... Αφού «φτιάχτηκε» κάπως οικονομικά και κοινωνικά, αποφάσισε και να νοικοκυρευτεί, σε μια επίδειξη αφόρητου κομφορμισμού, αναντίστοιχου, βέβαια, με τα όσα τάιζε του αφελείς αναγνώστες του, που αντιμετώπιζαν αυτόν σαν τοτέμ και τις απόψεις του σαν ευαγγέλιο. Η σύζυγός του δεν θα μπορούσε να προέλθει παρά από τον χώρο των μοντέλων. Η Τζένη Μπαλατσινού, ένα καλό και ήσυχο ξανθό κορίτσι, μοντέλο τότε, επρόκειτο να είναι ο άνθρωπος που θα ανεχόταν στωικά, εφεξής, τον εκρηκτικό χαρακτήρα του, τις εξάρσεις και τα νεύρα του... Ο άριστος σε όλα (όπως του αρέσει να αυτολανσάρεται) δημοσιογράφος-εκδότης απ’ τον Βόλο, δοκίμασε την τύχη του και στην TV, την οποίαν, κατά τα άλλα, σνόμπαρε. Μετά από ένα σύντομο πέρασμα από το STAR, όπου παρίστανε τον David Letterman, δοκίμασε την τύχη του στον Alpha. Πόσο γέλωτα μέχρι δακρύων δεν ρίξαμε βλέποντας τον εκδότη του… κώλου (κυριολεκτικά και μεταφορικά), σαν άλλον Donald Tramp, να παρουσιάζει την ελληνική version του Apprentice, παίρνοντας τον εαυτό του πολύ στα σοβαρά και μετατρέποντας σε κωμικό τον - υποτίθεται - σοβαρό ρόλο του... Ένας νεόπλουτος βλαχάκος με pinstripe ήταν, οπωσδήποτε, θέαμα ξεκαρδιστικό… Η ελληνική version του Apprentice απέτυχε, όμως, παταγωδώς και κατέβασε ρολά στο τάκα-τάκα, πλήττοντας τον εγωισμό του Βολιώτη παρουσιαστή με το πούρο και την βαριά προφορά… Την είδε, βέβαια, και gourmet ο Πέτρος, ενώ όλο το αθηναϊκό άστυ γελά με τις δήθεν πρωτοποριακές συνταγές ενός κατά φαντασίαν σεφ, αλλά στην πραγματικότητα απλού, ερασιτέχνη μάγειρου. Αυτός ο άντρας με τα όλα του, το «απόλυτο αρσενικό», ο ανταγωνιστής του Στέφανου Ορφανίδη με την ανάγκη της αυτοδιαφημιστικής επιβεβαίωσης, είχε πάντα ένα πρόβλημα – ένα πρόβλημα που του χαράκωνε την ευαίσθητη και φιλόδοξη ψυχή του: τα μαλλιά του... Πολλοί τον θυμούνται να θρηνεί για τα τρίχες που χάνονταν, για να προστεθεί, λίγα τέρμινα αργότερα, και το απεχθές γκριζάρισμα. Ο Πέτρος, όμως, δεν ήταν άνδρας για ημίμετρα. Με μια αποφασιστική κίνηση, σαν ένας μικρός βολιώτης σίφουνας Άζαξ, επέλεξε λύση δραστική: εμφύτευση καραμπινάτη και μπογιάτισμα σε κομοδινί απόχρωση... Τώρα πια όλα ήταν εντάξει. Ζήτησε και έλαβε από την επιστήμη πίστωση χρόνου. Το γήρας, η φθορά, μπορούσαν να περιμένουν λιγάκι, προτού ξανα-εμφανίσουν ευκρινώς τα σημάδια τους. Το ταπεινής καταγωγής αλλά φιλόδοξο και ακόρεστο παιδί από τη θεσσαλική γη είχε κάνει και πάλι το θαύμα του… Αυτό ήταν το πορτρέτο του Πέτρου Κωστόπουλου – του γκουρού της αισθητικής της πασοκικής νεοελλάδας… Και κλείνουμε την περιήγησή μας στον θαυμαστό κόσμο των βαμμένων μαλλιών με το συγκεκριμένο πορτρέτο, γιατί, μιλώντας για τον Πέτρο, μιλάμε, στην πραγματικότητα, για όλους εμάς – δηλαδή για τη συλλογική μας κατάντια… à bientôt!

Wednesday, April 1, 2009

José Mojica Marins: το μισανθρωπικό (και ολίγον παρανοϊκό) βάψιμο…

Ο José Mojica Marins ή Zé do Caixão ή, απλώς, Coffin Joe αποτελεί μάλλον κάτι μοναδικό στην ιστορία του κινηματογράφου (ή κινηματόγραφου, όπως τον έλεγε και ο Κώστας Σημίτης…). Πρόκειται για έναν maestro της εναλλακτικής έκφρασης εκ Βραζιλίας, μια από τις σπάνιες φωνές ειλικρίνειας και διαφορετικότητας σε παγκόσμιο επίπεδο στο είδος εκείνο της έβδομης τέχνης που συνδυάζει τρόμο και σεξ – γενικότερα, στο exploitation... Ο José κατάλαβε από πολύ ενωρίς τη ματαιότητα της συμβατικής έκφρασης. Τον κούραζε αφόρητα η συμβατική και ηθικολογική προσέγγιση σε κάθε μορφή τέχνης. Επέλεξε, λοιπόν, να ζήσει και να δημιουργήσει μοναχικά (σαν τον Outsider του Colin Wilson) – και το κατάφερε με αξιοσημείωτη καλλιτεχνική (αν και δεν θα λέγαμε και εμπορική) επιτυχία. Ο μακρύς και μοναχικός δρόμος της προσωπικής, εναλλακτικής έκφρασης ουδέποτε τον απέλπισε – αντίθετα τον όπλιζε με δύναμη και κουράγιο πρωτόγνωρο, αν και η εντελώς μοναχική, αντισυμβατική πορεία φαίνεται ότι τον πείραξε λιγάκι στα νεύρα… Ο ανυπότακτος και ευφάνταστος σκηνοθέτης υπήρξε συνήθως ο ίδιος πρωταγωνιστής των εναλλακτικών κινηματογραφικών αριστουργημάτων του, εμφανιζόμενος επί της οθόνης ως το alter ego του, o Coffin Joe. O Joe, επαγγελματίας νεκροθάφτης, κυκλοφορούσε στον τόπο του ως ο τρελός του χωριού, το μίασμα, ο ιδιόρρυθμος και ενοχλητικός παρίας - ένας «λοξίας» του σκότους με μια παράδοξη οπτική. Πάντοτε ζώντας σε έναν καταθλιπτικό επαρχιακό μικρόκοσμο (να και πάλι το ζήτημα της επαρχίας, δηλ. του μικρού, κλειστού τόπου με τον στενοκέφαλο, οπισθοδρομικό κόσμο), αντιδρούσε φωνάζοντας «ο βασιλιάς είναι γυμνός»· κι εδώ που τα λέμε, όχι μόνο το φώναζε, αλλά μούγκριζε γεμάτος πάθος και οργή, κάνοντας και σχετικές γκριμάτσες αποστροφής (όσοι, ελάχιστοι, είχαν την τύχη να απολαύσουν τα μικρά κινηματογραφικά διαμάντια του ιδιόρρυθμου καλλιτέχνη, γνωρίζουν για τι μιλάμε…), γιατί ο πολύς κόσμος αδυνατούσε να συνταχθεί με τις απόψεις του και να αναγνωρίσει εκείνο που ο ίδιος θεωρούσε ως προφανές… Ο λοξίας νεκροθάφτης ούτε στιγμή δεν μπορούσε να ανεχτεί την εξοργιστική, καταθλιπτική μικρόνοια των επαρχιωτών. Η δεισιδαιμονία, η θρησκοληψία, ο συντηρητισμός που κατατρύχει τους υπανάπτυκτους ανθρώπους του κλειστών τόπων εκνευρίζει τον José. Ευρύτερα, όμως, οι βασικοί στόχοι του καλλιτέχνη με τα κάπως διαταραγμένα νεύρα είναι ο αστικός κόσμος (bourgeois και petty-bourgeois) με τις συμβάσεις, τα τικ, τις αναστολές και τις νευρώσεις του, καθώς και η εκκλησία που, όπως μας δείχνει ο βλάσφημος José, λειτουργεί πάντοτε ως ο δεσμοφύλακας των ενστίκτων, ως ο δήμιος της λογικής… Μια περσόνα κατά πολλούς ανήθικη (ή, ακριβέστερα, α-ηθική), που δεν ανέχεται την κοινωνική σύμβαση· η θρησκευτική αποβλάκωση και η τρυφηλότητα των εκμαυλισμένων εκπροσώπων της λαμπερής αστικής παρακμής αποτελούν κόκκινο πανί για τον αινιγματικό καλλιτέχνη, τις οποίες χτυπά σαν χταπόδια, με όποιον τρόπο μπορεί – έναν τρόπο λίγο πρωτόγονο και γκροτέσκο, είν’ η αλήθεια, χωρίς, λ.χ., την ειρωνεία και λεπτότητα ενός Bunuel ή ενός Chabrol... Το ως άνω περιγραφέν μίσος, από ένα σημείο και πέρα, λαμβάνει διαστάσεις ευρύτερα μισανθρωπικές. Ο José ζει σε έναν κόσμο που βασιλεύει – πρέπει να βασιλεύει – μόνον ο ίδιος. Στην αντίληψή του δεν υπάρχει χώρος για άλλους βιρτουόζους… Όλοι, με εξαίρεση την ευγενή του ύπαρξη, είναι αδύναμοι και συμβατικοί – ως εκ τούτου αξιοκατάκριτοι και απορριπτέοι. Τους αδύναμους να καταλάβουν αλλά και να δράσουν σύμφωνα με τον αιώνιο νόμο των ενστίκτων, ο καλλιτέχνης δεν τους αντιμετωπίζει με κατανόηση – ούτε καν με συγκατάβαση. Βγάζει τον βούρδουλα και εφορμά (κυριολεκτικά), κοκκινίζοντας πλάτες... Η αποστροφή του προς τον άνθρωπο και την αδυναμία του (αντικατοπτρίζοντας, κατά μία έννοια, μια νιτσεϊκή οπτική) τον οδηγεί στη (νομιμοποιημένη στη συνείδησή του) επιλογή του φόνου – την απελευθερωτική δύναμη του οποίου εκθειάζει (καθώς και την ηδονή που προσφέρει, θυμίζοντας De Quincey και τη θεώρησή του περί φόνου ως μια από τις καλές τέχνες…). Ο José είναι μονίμως θυμωμένος, με όλους και με όλα – ακόμη και με τον ίδιο του τον εαυτό. Στο μίσος έχει ανακαλύψει, ως άλλος Cioran, μια σχεδόν μεταφυσική δύναμη, που μπορεί και τον κρατά στη ζωή. Μισεί, όπως οι άλλοι αναπνέουν… Και εύχεται να τους δει όλους στην Κόλαση, με την οποίαν έχει μια αξιοπρόσεκτη καλλιτεχνική εμμονή, αναπαριστώντας την με ιδιαίτερη ενάργεια... «Κουράστηκα από τους ανθρώπους» υποτονθορύζει ο εικονοκλάστης καλλιτέχνης στο αριστούργημά του «Απόψε θα πάρω την ψυχή σου». Και, αρνούμενος τις αυταρχικές θρησκευτικές υποχρεώσεις, σε μια κίνηση γεμάτη συμβολισμούς, θα ζητήσει να φάει κρέας, αν και Μεγάλη Παρασκευή… Η σύζυγός του, μια συμβατική μικροαστή, σαν κι αυτές που βλέπουμε παντού γύρω μας, επιχειρεί να τον συνετίσει. «Ξέχασες ότι σήμερα είναι Μ. Παρασκευή;» τον ρωτά με ανυπόκριτη αγωνία. «Και τι με νοιάζει; Θα φάω ό,τι θέλω και κανένας δεν θα με σταματήσει. Θα φάω κρέας σήμερα, ακόμη κι αν είναι ανθρώπινο», ουρλιάζει ο αντιδραστικός εγωκεντρικός και η αδύναμη σύζυγος κατεβάζει, όλο θλίψη, το βλέμμα… Η περιφρόνηση προς κάθε τι κοινωνικά (και ιδίως θρησκευτικά) αποδεκτό βρίσκει στον μαυροφορεμένο, με την ελαφρά ανισορροπία, σκηνοθέτη τον κατ’ εξοχήν εκφραστή της. Ο επιτάφιος περνά, σε κλίμα κατάνυξης, έξω από το λιτό σπιτικό του José. Και λοιπόν; Εκείνος καταβροχθίζει, χωρίς ενοχές, ένα μπουτάκι αρνίσιο! Αυτό το αρνίσιο μπούτι λειτουργεί όπως ο σταυρός στα χέρια του Van Helsing. Ο σταυρός απομακρύνει τον Δράκουλα, ενώ το αρνίσιο μπούτι απομακρύνει τον ιερέα-επικεφαλής της ιεράς πομπής και σύνολο το Άγιο Πνεύμα από το φτωχικό του νεκροθάφτη-επαναστάτη. Μιλάμε για μια τεράστια, ανατρεπτική, επαναστατική κίνηση... Στο πρόσωπο του José (και στο αρνίσιο μπούτι) η εκκλησία βρίσκει τον μάστορή της - ή, αλλιώς, κόλαφος στην εκκλησία από ένα αρνίσιο μπούτι… Όχι μόνο στο επίπεδο της καλλιτεχνικής έκφρασης, αλλά και στο προσωπικό επίπεδο, ο βίος του José Mojica Marins είναι διάστικτος από εκκεντρικότητα… Φορεί πάντοτε μαύρα ρούχα, μαύρο ημίψυλο, μαύρη μπέρτα, βάφει κατάμαυρα μαλλιά και γένια, ενώ διατηρεί τεράστια, φυσικά, νύχια – νύχια τόσο μεγάλα ώστε έχουν κυρτώσει ακολουθώντας μια κυκλική πορεία… Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες, μέχρι στιγμής, πληροφορίες, ο παράδοξος αυτός άνθρωπος με τα σπασμένα νεύρα έχει αρπάξει ουκ ολίγους παπάδες και βολεμένους αστούς από τον λαιμό, λόγω και της διαταραγμένης προσωπικότητάς του, επιχειρώντας με αυτά τα χαρακτηριστικά μακρουλά του νύχια να τους… καρυδώσει. Δυστυχώς ή ευτυχώς (ανάλογα με το πώς το βλέπει κανείς), χωρίς αποτέλεσμα… Έτσι κι αλλιώς, οι συνάνθρωποί μας αυτών των κατηγοριών αναπαράγονται σαν τα κουνέλια, με αποτέλεσμα κάθε απόπειρα εξοντώσεώς τους να καθίσταται, εν τέλει, μάταιη… Η ιδιαίτερη (και γκροτέσκα) αναπαράσταση της Κολάσεως από τον μεγάλο μαέστρο του εναλλακτικού τρόμου και της μισανθρωπίας: http://www.youtube.com/watch?v=pAdAixzYq-k&feature=channel_page

Thursday, March 26, 2009

Αντώνης Φούσας: το νομικό και πατριωτικό βάψιμο…

Αφήσαμε να περάσει η χθεσινή ημέρα εορτασμού της εθνικής παλιγγενεσίας και να κατακαθίσει το μπάφιασμα από την κατάποση μπακαλιάρου και σκορδαλιάς, προτού την τιμήσουμε κι εμείς, με τη σειρά μας, δια της φιλοτεχνήσεως του πορτρέτου ενός πραγματικού πατριώτη. Οι πατριώτες, βέβαια, αφθονούν σε τούτη τη χώρα (οι κατ’ επάγγελμα, τουλάχιστον…) και η επιλογή οδυνηρά δύσκολη (ποιον να πρωτοθυμηθεί κανείς: Νεοκλή Σαρρή, Μαρία Τζάνη, Σαράντο Καργάκο, Παναγιώτη Κρητικό, Δημήτρη Ιατρόπουλο, Γιάννη Τριάντη, Χρήστο Πασαλάρη ή μήπως Φιλοκλή Ασημάκη; Ατέλειωτος ο κατάλογος…). Τελικώς, αναπόφευκτα, το κριτήριο των βαμμένων μαλλιών πρυτάνευσε και το ιστολόγιό μας με υπερηφάνεια παρουσιάζει έναν – πρώτα και πάνω απ’ όλα – μεγάλο πατριώτη: τον δικηγόρο – και αποτυχόντα βουλευτή – Αντώνη Φούσα Ο Αντώνης είναι γέννημα θρέμμα της αγνής ελληνικής επαρχίας. Της γης που γεννά αναστήματα... Και αυτό φαίνεται από την ευφυία του, αν και ορισμένοι την χαρακτηρίζουν ως απλή κουτοπονηρία. Εμείς αυτό δεν μπορούμε να το δεχτούμε. Πρώτον, διότι η κουτοπονηρία δεν θάλλει στην αγνή επαρχιώτικη γη (το ακριβώς αντίθετο) και δεύτερον γιατί, όπως έλεγε και ο μακαρίτης Βασίλης Ραφαηλίδης (ο και ως συν-πανελίστας του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου διακριθείς), «η πονηρία είναι το όπλο των κουτών, γιατί οι έξυπνοι δεν την χρειάζονται – έχουν απλώς την ευφυία»… Αν αυτό ισχύει για την σκέτη πονηρία, πόσο μάλλον για την κουτο-πονηρία… Όπως και να’ χει, ο Αντώνης «φωνάζει» την καταγωγή του από μακριά. Κεφάλι ογκώδες, μακρύ, παραλληλόγραμμο, επίπεδο στο πάνω μέρος – και να μην γνώριζες το βιογραφικό του, θα έβρισκες στο άψε-σβήσε ποιος τόπος είναι υπεύθυνος για την γέννηση του ανδρός… Ο πλατυκέφαλος και δολιχοκέφαλος αυτός άνδρας κατάγεται από την εύανδρο Ήπειρο και πιο συγκεκριμένα από τα Ιωάννινα (χωριό Ρεπετίστα, στον εξωτικό Άνω Καλαμά). Φτωχή περιοχή – από τις φτωχότερες της Ευρώπης – αλλά πλούσια σε φαιά ουσία - και πατριωτική ευαισθησία... Αν σκεφτεί κανείς ότι και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μας (ο και ως δανειστής του Ανδρέα διακριθείς) Κάρολος Παπούλιας (ουπς, μήπως είναι «θεσμός» και πρέπει να τον αφήσουμε εκτός σχολιασμού;), με την γνωστή και αδιαφιλονίκητη πατριωτική υπερευαισθησία, έλκει την καταγωγή του από τον ίδιο (άγονο) τόπο, μπορούμε να καταλάβουμε για τι πατριωτικό φρόνημα μιλάμε… Πτωχός, λοιπόν, τόπος και κακοτράχαλος, ανάγκασε τον νεαρό Αντώνη να πάρει το δισάκι του και να κατέβει στην πρωτεύουσα. Δύσκολη η ζωή στο κλεινόν άστυ, αλλά η πονηρία και το πάθος για διάκριση και προκοπή του νεαρού επαρχιώτη άνοιξε σταδιακά τις πόρτες της επιτυχίας... Ο μικρός Αντώνης, λοιπόν, ανδρώθηκε και, αποφοιτώντας από τη Νομική σχολή του Αθήνησι, «αρχίνισι» (όπως λένε το άρχισε στα μέρη εκείνα) να δικηγορεί δημιουργώντας αξιοζήλευτη καριέρα (με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό στον ωραία Ελλάδα…). Κατάφερε να χτίσει όνομα – αυτό πρέπει να το διαλαλήσουμε. Ωστόσο, ουδέποτε κατάφερε να ξεπεράσει τον ακατανίκητο φθόνο, που τον κατέτρωγε σαν σαράκι, απέναντι σε δικηγόρους «αστικής» προελεύσεως, όπως τον, και ως συνήγορο του δικτάτορος Ιωαννίδη διακριθέντα, Κον Αλφαντάκην (υπερήφανο ιδιοκτήτη στρατιάς αυτοκινουμένων οχημάτων Maserati) και – κυρίως – τον αριστοκρατικό «Αλέκο» των δικαστικών αιθουσών, τον ευθυτενή και υπέρκομψο Αλέξανδρο Λυκουρέζο. Ειδικώς δε απέναντι στον δεύτερο, ο φθόνος φθάνει σε επίπεδα δυσθεώρητα… Τον Αντώνη τον εκνευρίζει πολλά (κυπριακή διάλεκτος) η «αριστοκρατική» στόφα του ανδρός – το κλασσικά υπέρκομψο (ή υπέρκομψα κλασσικό) στυλ του... Στυλ anglais, λανσαρισμένο με αξιοσημείωτη επιτυχία. Κοστούμια στενής γραμμής ή σακάκια tweed (με suede patches στους αγκώνες) με κομψά, στενά, αγγλικού στυλ παντελόνια, ακριβές τιράντες με δερμάτινα «τελειώματα», φίνα κασμιρένια πουλόβερ (σε έντονα χρώματα) μέσα από το σακάκι, bold stripes υποκάμισα με cutaway collars ή tab collars ή (σπανιότερα) pin collars, ενίοτε δε και υπέροχα tattersall country shirts, συνοδευόμενα από κομψότατα suede, καφέ χρώματος, υποδήματα "chukka boots". Τι να αντιπαραθέσει μπροστά σε αυτό το μνημείο κομψότητας ο Αντώνης με τα βαρετά και προβλέψιμα γκρι κοστούμια, τα ανιαρά και ανέμπνευστα λευκά υποκάμισα με τους μυτερούς γιακάδες, τις αταίριαστες γραβάτες και τα βαρετά μέχρι θανάτου... Sebago (που φορά μέρα νύχτα και ο Δημήτριος Αβραμόπουλος… - Στιλιστικό tip, επί τη ευκαιρία: αγόρια της βουλής και των δικαστηρίων, δεν φορούμε «παντοφλέ» υπόδημα ή μοκασίνι – Sebago ή άλλο – με κοστούμι. Μόνο δετό υπόδημα – εκτός κι αν είμαστε ο Γιώργος Τράγκας, οπότε μπορούμε να συνταιριάξουμε άνετα, όπως έχουμε δείξει και σε παλαιότερη ανάρτηση, κοστούμι ακόμη και με… πέδιλο). Στα δικαστήρια, βεβαίως, εν ώρα αγορεύσεως, δύσκολα τον καταλαβαίνει κανείς τον Αντώνη… Το ίδιο και, κατά το παρελθόν, όταν αγόρευε από του βήματος της βουλής. Η βαριά ηπειρώτικη προφορά, το φάγωμα των φωνηέντων, χαρίζει στην ομιλία του επαρχιώτου θεμιστοπόλου ένα χαρακτηριστικότατο τοπικό ηχόχρωμα… Κερδίζει, όμως, τελικά τις εντυπώσεις, γιατί η χάρις των κινήσεων, η ουσία των επιχειρημάτων, καθώς και το φλογερό πάθος κατά την υπεράσπιση των θέσεών του κατανικά κάθε άλλο handicap. Τώρα πια, την ομιλία του ανδρός (με την ελαφρά εκτόξευση σιέλου κατά τη διάρκεια της αγορεύσεως, όταν «κρεσεντάρει») την απολαμβάνουν μόνον οι άνθρωποι των δικαστηρίων, καθότι ο Αντώνης δεν μπόρεσε, δυστυχώς, να επανεκλεγεί βουλευτής. Οι πατριωτικές δυνάμεις απώλεσαν έναν δυναμικό εκπρόσωπο, αλλά ο χώρος των δικαστηρίων γεύτηκε την «ολική επαναφορά» της δικηγορικής δεξιότητος του Αντώνη... Η πατριωτική ευαισθησία του Αντώνη, πάντως, αποτελεί και το σήμα κατατεθέν του. Θυμόμαστε ότι η έγκριτη εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ είχε αναφέρει, σε ανύποπτο χρόνο, ότι ο Αντώνης, κατά τη διάρκεια κρουαζιέρας [ή κρουαζέρας (sic), όπως συνηθίζει να την αποκαλεί], ατενίζοντας από μακριά την αλβανική γη, εβλήθη από πατριωτικό οίστρο και… εβούτηξε από το σκάφος, με πάθος, στα παγωμένα ελληνικά νερά, αλαλάζοντας: «εμπρός, να πάρουμε πίσω τη Βόρειο Ήπειρο!». Τελικώς, τον περισυνέλλεξαν και τον συνέφεραν με τσάι, ζεστή κουβέρτα και κονιάκ… Ο Αντώνης έχει μερικά μικρά χαρακτηριστικά που του χαρίζουν μια αισθητική ιδιαιτερότητα. Εκτός από την βαρετή «δικηγορίστικη» ενδυμασία και την ελαφρά «κατάβρεξη» την ώρα που μιλά, έχει την όχι και τόσο κομψή συνήθεια να ξύνει το αυτί του τοποθετώντας στο εσωτερικό του το μικρό του δάκτυλο κάνοντας έντονες κινήσεις, τις οποίες συνοδεύει με facial έκφραση ανείπωτης ικανοποιήσεως... Επίσης, βάφει επιμελώς, σε κομοδινί απόχρωση, το ελάχιστο μαλλί του… Όλοι μακαρίζουμε την ηπειρώτικη γη που έβγαλε ένα τόσο μεγάλο κεφάλι…

Saturday, March 21, 2009

Τόλης Βοσκόπουλος: Το ερωτικό (μέχρι αηδίας) βάψιμο…

(Το παρόν κείμενο αφιερούται στον εκλεκτό δημοσιογράφο Νίκο Χατζηνικολάου, ο οποίος, μολονότι υποσχέθηκε ότι θα εκδίδει κάθε εβδομάδα εφημερίδα χωρίς προσφορές και, Κυριακή μπαίνει-Κυριακή βγαίνει, τηρεί την υπόσχεσή του απαρεγκλίτως, την εβδομάδα ετούτη κάνει μιαν εξαίρεση και μας χαρίζει κασετίνα Τόλη Βοσκόπουλου. Νίκο σ’ ευχαριστούμε…) Τόλιος είναι το πραγματικό του όνομα. Τόλιος Βοσκόπουλος. Ο Τόλιος έγινε Τόλης, γιατί στο ευαίσθητο παιδί με την καλλιτεχνία στο αίμα του κάτι δεν ακουγόταν καλά στο ιταλογενές (όπως νόμιζε) όνομα. Και το άλλαξε. Έτσι δημιουργήθηκε το όνομα-trademark «Τόλης», στο άκουσμα του οποίου ριγούμε άπαντες. Γιατί ο Τόλης είχε και έχει ιδιαίτερο σουξέ σε όλα τα φύλα, ενώ αποτελεί καλλιτεχνικό τοτέμ και της gay ελληνικής κοινότητας – ειδικά των αγοριών με μουστάκια… Η μεγάλη πορεία που έμελε να σφραγίσει τα καλλιτεχνικά, αλλά και, ευρύτερα, τα πολιτιστικά πράγματα στη χώρα του μουσακά ξεκίνησε από την ιερή θεσσαλική γη, από μια γωνιά του Βόλου, απ’ όπου ο Τόλης έλκει την καταγωγή του. Τον κέρδισε, όμως, η πειραϊκή γη, καθότι το ταλέντο του ασφυκτιούσε στα στενά όρια της ελληνικής επαρχίας. Έτσι, το βήμα που έμελε να αλλάξει τη ζωή του Τόλη έγινε και ο πολυτάλαντος νέος με την κελαριστή φωνή βρέθηκε στην Κοκκινιά, σε μια οικογένεια με πατέρα, μάνα και 11 (!) αδερφάδες… Με τα γράμματα σαν να μην τα πήγαινε και πολύ καλά (Τί σημασία, όμως, έχουν τα γράμματα, όταν είσαι φορέας ενός τέτοιου εκτυφλωτικού τραγουδιστικού ταλέντου;). Οι επίσημες εγκύκλιες σπουδές φαίνεται ότι δεν ήσαν για τον Τόλη. Ούτε μια στιγμή, όμως, μην μας περάσει απ’ το μυαλό ότι αυτό συνέβη λόγω ανικανότητας, νοητικής αδυναμίας, ή διανοητικής οκνηρίας. Όχι. Το ακριβώς αντίθετο. Ήταν τόσο χαμηλού επιπέδου και αυτονόητα για τον Τόλη τα σχολικά μαθήματα, που του προκαλούσε ανία η ενασχόληση με αυτά. Εξ ού και η αδιαφορία και αποτυχία στις επιδόσεις. Το έχει δηλώσει, άλλωστε, και ο ίδιος: «Ο μόνος λόγος που δεν μπορούσα το σχολείο ήταν ότι το μυαλό μου ήτανε πολύ μπροστά και δεν μπορούσα να συνεννοηθώ με τα παιδιά της ηλικίας μου. Τα έβλεπα σαν μωρά… Τα πιο πολλά γράμματα και την πείρα στη ζωή μου τα βρήκα στο πεζοδρόμιο». Έκανε και οιονεί πανεπιστημιακές σπουδές ο Τόλης, αποφοιτώντας από το πανεπιστήμιο της ζωής… Μουσικόφιλη η οικογένεια του Τόλη. Ο πατέρας του ψάλτης (εκτός από λαχαναγορίτης στα Λεμονάδικα) και η μητέρα του τραγουδίστρια (στην κουζίνα, κατά την ενάσκηση των οικιακών καθηκόντων…). Οι γονείς ενέτειναν τον πόθο του Τόλη για το τραγούδι. Ο Τόλης έχει δηλώσει ότι δεν χρειάστηκε να μεγαλώσει για να επιλέξει το επάγγελμα που τον έκανε γνωστό και αγαπητό σε όλους μας. Όπως έχει ο ίδιος εκμυστηρευτεί «Δεν το σκέφτηκα. Έγινε μόλις γεννήθηκα. Αντί να κλάψω, όπως όλα τα μωρά που έρχονται στον κόσμο, εγώ τραγούδησα κατευθείαν». Αυτός ήταν ο Τόλιος… Ο πατέρας του τον ήθελε μανάβη, να αναλάβει την οικογενειακή μαναβική επιχείρηση. «Μπαμπά, δεν μπορώ να γίνω μανάβης! Θέλω να γίνω θεατρίνος!», του είπε. Τελικά έγινε ηθοποιός – κάποιου είδους, τέλος πάντων. Αρχικά διέπρεψε ως κομπάρσος. Στον ΚΟΕΚ ( Κινηματογραφικό Οργανισμό Ελλήνων Κομπάρσων) έβρισκε, όποιος ήθελε, τον νεαρό Τόλη, μέχρις ότου τον γνωρίσαμε ως πρωταγωνιστή στο «Αδέλφια μου Αλήτες Πουλιά» και σε άλλες ταινίες που του επέτρεψαν να ξεδιπλώσει το υποκριτικό αλλά και τραγουδιστικό του ταλέντο. Ως τραγουδιστή, όμως, αποθεώσαμε τον Τόλη, ο οποίος μπούκαρε στα του τραγουδιού με πλούσια θεωρητική σκευή. Οφείλουμε τη «επίσημη» μουσική παιδεία του καλλιτέχνη στο Εθνικό Ωδείο, του Μανώλη Καλομοίρη. Απ’ ό,τι είδαμε, εκ των υστέρων και εκ του αποτελέσματος, σ’ εκείνο εκεί το ωδείο πρέπει να έγινε βαρβάτη δουλειά… «Γλυκά πονούσε το μαχαίρι» του έρωτα που έσφαζε την ευαίσθητη, γιομάτη πάθος, καρδιά του Τόλη. Κλάμα, αναφιλητά, πόνος και δάκρυα τα στιχουργικά συστατικά της βοσκοπούλειας τέχνης – όλα με αφορμή τον έρωτα και τις συνεπαγόμενες απογοητεύσεις, ακυρώσεις και διαψεύσεις… Ο Τόλης, όμως, ήξερε στο τέλος πάντα να ξεπερνά τους κινδύνους που ελλοχεύουν στο δρόμο του έρωτα, μέσα πάντοτε από… τον ίδιο τον έρωτα. Το σφυροκόπημα του έρωτα, που γίνεται συχνά μέσα από τα καλλιτεχνήματα του Τόλη, είναι ψευδεπίγραφο – μια dissimulatio… Στην πραγματικότητα της ζωής του καλλιτέχνη, μόλις εξέπνεε ο ένας έρωτας, ακολουθούσε, στο τάκα-τάκα, ο επόμενος. Πάντα μπλεγμένος στους δαιδάλους του έρωτος ο ερωτομανής Τόλης Ο τροβαδούρος της καψούρας λατρεύτηκε, ως άνδρας, από τις γυναίκες. Οι ελληνίδες, άλλωστε, πάντοτε έρεπαν προς το «κλαψομούνικο» στυλ που εξέφραζε ο καλλιτέχνης, καθώς και τη μόνιμη και βαθειά εξάρτηση από το θήλυ… Έβλεπαν μπροστά τους, ως δυνητικότητα, την ευκολία του «χαλκά»… Μόνιμα ερωτευμένος, λοιπόν, αλλά και μόνιμα προδομένος ο Τόλης. Προσέφερε μεγάλη ποσότητα και ποιότητα έρωτος στις γυναίκες, αλλά εκείνες, στο τέλος, πάντοτε τον πλήγωναν. Η ανασφάλεια αλλά και η αφέλειά του τον κάνουν δούλο της γυναικείας ύπαρξης, από την οποία εμφανίζει εξάρτηση πρεζονίου… «Έχω μια αρραβωνιάρα» τραγουδά, έμπλεως πάθους, ο Τόλης, αλλά στη ζωή του οι αρραβωνιάρες ήσαν πολλές: Δούκισσα, Στέλλα Στρατηγού, Μαρινέλλα, Ζωή Λάσκαρη, Τζούλια Παπαδημητρίου είναι μερικές μόνο από όσες κατάφεραν να κλέψουν την καρδιά του ελαφρολαϊκού βάρδου (δεν ήταν δα και δύσκολο, εδώ που τα λέμε…). Η τελευταία, όμως, σχέση που τον συγκλόνισε και τον οδήγησε σε γάμο ήταν η ηθοποιός (που υποδύεται εσχάτως και την βουλευτή του ΠΑΣΟΚ) Άντζελα Γκερέκου, η οποία είχε έλθει, πριν από χρόνια, από την επαρχία να τον δει να τραγουδά, συνοδευόμενη από τη μητέρα της και τη… Μαρία Αλιφέρη (!!!). Μόλις την είδε του ήρθε ο ουρανός σφοντύλι... «Ξανθή αγαπημένη Παναγιά» τραγουδούσε ο Τόλης, αλλά, φευ, η Άντζελα ήταν καστανή… Μιλάμε για έναν έρωτα βαθύ, χωρίς πάτο. Έναν έρωτα καθολικό, έναν έρωτα οριστικό. «Άμα χάσω την Άντζελα δεν ξέρω τι θα κάνω», δηλώνει ο ερωτευμένος και αφελής (αυτά τα δύο πάνε πάντα μαζί) καλλιτέχνης για το… «αυτοκολητάκι του» (Αυτοκολλητάκι μου να το θυμάσαι / το καρδιοχτυπάκι μου για πάντα θα 'σαι / και πια το ξέρω, εμείς οι δυό / χώρια δε ζούμε ούτε λεπτό…), ξεχνώντας ότι τέτοια πράγματα δεν λέμε ποτέ εις επήκοον των γυναικών… «Πίνω ζωή τώρα. Η Άντζελα με ποτίζει ζωή!», δηλώνει ευθαρσώς ο καλλιτέχνης. Και ζήλεια, θα συμπληρώναμε εμείς, αφού ο Τόλης ζηλεύει παθολογικά τη σύζυγό του – στέλεχος στο οποίο έχει ιδιαίτερη αδυναμία ο Γιώργος Παπανδρέου… Αλλά οι ερωτικές εξομολογήσεις παίρνουν, ενίοτε, και τη μορφή grand guignol: «Όταν θα χάσω την Άντζελα, θα πρέπει να πεθάνω κι εγώ! Αμέσως! Δεν υπάρχει ζωή μετά την Άντζελα!», εκμυστηρεύεται ο ευφάνταστος τροβαδούρος του έρωτα (έρως και θάνατος – το φροϋδικό δίπολο πάνω στο οποίο στοχάστηκε ο μέγας Τόλης, πηγαίνοντας τη σκέψη του Freud αρκετά βήματα παραπέρα…). Αλλά και η Άντζελα, παρότι τον έχει αμελήσει (λόγω πολιτικής και μόνο και όχι λόγω γήρατος – να το ξεκαθαρίσουμε αυτό) σεμνύνεται να δηλώνει: «Ο Τόλης είναι δώρο ζωής!». Η Άντζελα φαίνεται να λατρεύει τον σύζυγό της, τον ερωτικό Τόλη. Απόδειξη; Ότι ενώ την σατιρίζουν ανηλεώς, εκτός και, κυρίως, εντός ΠΑΣΟΚ για τον σύζυγo που επέλεξε (η «κυρία Βοσκοπούλου», την αποκαλούν ειρωνικά στο εσωτερικό του Κινήματος), εκείνη μένει πιστή στη συζυγική παστάδα… Σοσιαλιστής, άλλωστε, και ο Τόλης (στη θεωρία πάντα, όπως και η σύζυγός του) και, το πάλαι ποτέ, από τους αγαπημένους διασκεδαστές του «Μεγάλου» με τα ζιβάγκο… Τα τραγούδια του είναι τόσο ερωτικά, τόσο γλυκερά, σε βαθμό αηδίας. Η υπεργλυκαιμία είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα ακούγοντας Τόλη. Έρρινη εκφορά, λυγμική έκφραση. Λυγμός και οργασμός μαζί… Αλλά και η ομιλία του εντάσσεται πλήρως στο πνεύμα των τραγουδιών του. Ομιλία σε στυλ Μίμη Πλέσσα, γλυκερή, αγαπησιάρικη, αφόρητη (όλοι φίλοι είμαστε, όλοι αγαπημένοι…). Φετίχ του, στην έκφραση, η προτίμηση στις ερωτικές, γλυκερές, ποιητικίζουσες (σε στυλ ποίησης ημερολογίου) περικοκλάδες, καθώς και τα αισθαντικά υποκοριστικά (μανούλα, μανίτσα, αγαπούλα, μπαμπάκας, παλληκαράκι, θεούλης, καρδούλα κλπ.). Κομψός εξωτερικά ο Τόλης. Στα πρώτα βήματά του με αέρινα υποκάμισα, με μακρείς γιακάδες, ανοιχτά, να φαίνεται το στέρνο το πεποικιλμένο με χρυσό, χοντρό σταυρό. Αλυσίδες, καδένες, και το απαραίτητο δακτυλίδι στον παράμεσο (όχι βεβαίως κληροδοτημένο από την οικογένεια σε στυλ ευγενών, αλλά αγορασμένο, πρώτη γενιά, από τα μπουζοκοχρήματα) – δείγματα της ατόφιας λαϊκότητας του ανδρός… Αργότερα (όταν πήρε και κάμποσα κιλά), το γύρισε στα κοστούμια, βάφοντας, ταυτόχρονα, στις αποχρώσεις του καφέ, τα θυσανωτά μαλλιά του… Το φαγητό δεν τον δελέαζε τόσο. Δεν έλεγε, όμως, όχι στο πιοτό και γενικά σε ο,τιδήποτε ανεβαστικό… Στα ανεβαστικά κατατάσσει και τη θρησκεία, αφού είναι θρησκόληπτος. Χόμπυ του να καθαρίζει φασολάκια. «Με ξεκουράζει απίστευτα» δηλώνει, σκάζοντας ένας χαμόγελο που υπονοεί πολλά... Ίσως γιατί του θυμίζουν τα φασολάκια που πούλαγε ο γλυκύς του πατέρας, στο οικογενειακό μανάβικο στα Λεμονάδικα. Περίεργο πράγμα οι συνειρμοί της παιδικής ηλικίας… Εδώ και χρόνια, ο δυστυχής Τόλης έχει πάρει την κατιούσα· τον χωρίς επιστροφή δρόμο της παρακμής. Όπου πάει κλείνει μαγαζιά. Πείσμων, όμως, όπως είναι και υπερήφανος, πάντα δουλεύει νέα κόλπα καλλιτεχνικής έκφρασης. Εδώ και λίγα χρόνια, σε αυτό το πνεύμα, έχει εντάξει, στην παρουσία του στις πίστες, μικρές, οξείες, άναρθρες κραυγές (σε στυλ Μαορί), συνοδευόμενες από απότομες, κοφτές κινήσεις «καράτε»… «Εκείνη, εκείνη, εκείνη, που ήρθε και μου γέμισε την άδεια τη ζωή μου…και όνειρό μου πάντα θα μείνει, εκείνη, εκείνη, εκείνη…». Η γυναίκα, λοιπόν, για τον Τόλη υπήρξε (και παραμένει) η κινητήριος δύναμη, η έμπνευσή του – το ψωμί και το νερό του (ή το «νερό της φωτιάς», που αγαπά με πάθος ο Τόλης…). Ο ερωτικός μας τραγουδιστής με το κόκκινο, το χρώμα του έρωτος και του πάθους, βάφει, δεκαετίες τώρα, την καρδιά του. Με το καφέ, το χρώμα της απόγνωσης, βάφει, εδώ και χρόνια, τα μαλλιά του… http://www.youtube.com/watch?v=BFKVEsUWabU

Sunday, March 15, 2009

"Άρη, μη βάφεις τα μαλλιά σου"...

Στα σκουπίδια των υπουργείων και των δημοσίων οργανισμών προς αναζήτηση πληροφοριών δεν ψάχνει μόνον ο απόστρατος αστυνομικός (και φίλος του δημοσιογράφου Άρη Σπίνου), πρόεδρος της "Κίνησης Πολιτών" Δημήτρης Γεωργακόπουλος· ψάχνουμε κι εμείς. Και πράγματι εντοπίσαμε, ανάμεσα στ’ άλλα, μια επιστολή απευθυνόμενη προς τον Υπουργό Παιδείας Αριστόβουλο Σπηλιωτόπουλο – μια επιστολή ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, την οποίαν και αναδημοσιεύουμε αυτούσια. Φίλε κύριε Σπηλιωτόπουλε, αγαπητέ Άρη (ελπίζω να μου επιτρέπεις τον ενικό). Σου γράφω για να σου εκφράσω την πλήρη ευαρέσκειά μου για όσα κάνεις και όσα λες. Ο λόγος σου και οι πράξεις σου αποτελούν βάλσαμο στις ψυχές όλων των υγιώς σκεπτομένων ελλήνων του «μεσαίου χώρου» – του μόνου χώρου στον οποίον συναγελάζεται ό,τι καλύτερο, ό,τι ποιοτικότερο, ό,τι υγιέστερο και ικανότερο υπάρχει στον πολιτικό χάρτη. Και εσύ αυτόν τον χώρο τον εκφράζεις αυθεντικά. Θα σε ονόμαζα ως τον αρχηγό της αγέλης, τον αρχηγέτη του «μεσαίου χώρου», τον πρωτομάστορα της ανανέωσης της πολιτικής ζωής του τόπου. Έχεις συλλάβει το νόημα ότι το να μην λες ουσιαστικά τίποτα, το να μην έχεις αιχμές και γωνίες στο λόγο σου, ανοίγει διάπλατα τον δρόμο προς την επιτυχία. Συμφωνώ και επαυξάνω. Σαχλαμάρες, γενικότητες και καλολογίες θέλει ο κόσμος. Και εσύ, ως γνήσια φιλολαϊκός (και θα έλεγα και σκέτα λαϊκός – αν μου επιτρέπεις…), πρέπει να δώσεις αυτά που θέλει ο λαός. Στο κάτω-κάτω, έτσι κι αλλιώς, δεν θα μπορούσες – και να ήθελες – να δώσεις κάτι άλλο. Αυτές είναι οι παραστάσεις σου, αυτή είναι η διαπαιδαγώγησή σου. Είσαι ένας απόλυτα λαϊκός άνθρωπος και γι’ αυτό δίνεις αυθεντικά στον λαό αυτό που θέλει να ακούσει. Λαϊκές, άλλωστε, είναι και οι συνήθειές σου να διασκεδάζεις στο Κολωνάκι (όλος ο λαός πια εκεί πάει...), αλλά και το να τρως συνοδεύοντας το φαγητό σου με ουίσκι!!! Πολύ λαϊκή και «φορτηγατζίδικη», θα λέγαμε, συνήθεια. Άρα είσαι κοντά στον λαό, Άρη, άρα βρίσκεσαι σε καλό δρόμο. Στον πολύπαθο χώρο της παιδείας είμαι βέβαιος ότι θα προσφέρεις πολλά. Είμαστε έτοιμοι για τις μεγάλες, καθοριστικές αλλαγές που έχει ανάγκη ο προβληματικός αυτός τομέας. Ο Πρωθυπουργός, με σοφία, σου ανέθεσε αυτόν τον νευραλγικό τομέα, γιατί έχεις μεγάλο βάθος γνώσεων και τεράστια σοβαρότητα, αλλά και ανιδιοτέλεια – προσόντα απαραίτητα για να γίνουν οι καθοριστικές τομές. Κάποιοι λέγουν ότι σου ανατέθηκε ο ρόλος αυτός για να μπουρδολογήσεις ασύστολα περί διαλόγου ατέρμονου κλπ. κλπ., με απώτερο στόχο την μετάθεση των προβλημάτων στο (αόρατο) μέλλον. Εγώ αυτό δεν το πιστεύω. Αντίθετα, είμαι βέβαιος ότι θα αφήσεις στίγμα, όπως έκανες και στον τομέα του Τουρισμού, όπου έχυσες αίμα ταξιδεύοντας σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της οικουμένης – όχι, προς Θεού, για διακοπές πολυτελείας με το χρήμα των φορολογουμένων, αλλά για να δώσεις τη σκληρή μάχη σου, μέρα-νύχτα, υπέρ των συμφερόντων των πολιτών και της πατρίδος. Να σου το αναγνωρίσουμε αυτό, Άρη. Κρίση έχουμε, Άρη. Κρίση δομική. Επίτρεψέ μου να σε θεωρώ, Άρη, ως τον ακρογωνιαίο λίθο της επίπονης, πράγματι, προσπάθειας για την έξοδο από την κρίση, τον μπροστάρη στην πορεία προς την ηθική και πολιτική ανάταση. Στην επόμενη μέρα της ΝΔ αξιώνω και ελπίζω να διαδραματίσεις απολύτως καθοριστικό ρόλο για να μας βγάλεις από το αδιέξοδο. Γιατί μόνο Ντόρα, Σαμαράς και Αβραμόπουλος; Γιατί όχι κι εσύ; Πιστεύω ότι έχεις τις δυνατότητες να ηγηθείς της παρατάξεώς μας και να βρεθείς στο τιμόνι της πατρίδος. Το χρωστάς σε όλους εμάς, το λαό της Ελλάδος, Άρη. Κανέναν ανασταλτικό ρόλο δεν πρόκειται να διαδραματίσει η προφορά σου. Μπορεί να είναι βαριά, πελοποννησιακή, αλλά είναι αυθεντική. Και καθόλου γελοίος δεν γίνεσαι με αυτή την προφορά – ούτε και πρέπει να ντρέπεσαι, όταν μιλάς δημοσίως. Κανείς δεν γελά με αυτή την προφορά, ούτε, άλλωστε, και με την λεπτή, ντελικάτη φωνή σου. Διότι όλοι δίνουν προσοχή στα λόγια πολιτικής βαρύτητας και σοφίας που με σπινθηροβόλο τρόπο βγαίνουν απ’ το στόμα σου. Τι και αν τα gnιιι και τα glιιι δίνουν και παίρνουν στην ομιλία σου. Εσύ συνέχισε. Άλλαξέ τους τον αδόξαστο, Άρη. Τι κι αν είσαι ψηλολαίμης, Άρη; Με τον μακρύ λαιμό σου καθόλου δεν μοιάζεις με στρουθοκάμηλο, ούτε και με τον συμπαθή Πασχάλη, την τεμπέλικη πάπια-ανηψιό της γιαγιάς Ντακ. Αυτά τα λένε οι κακοήθεις – οπότε μην κωλώνεις. Αντιθέτως, το μακρύ και στιβαρό σου σβέρκο το χρειαζόμαστε, γιατί πάνω εκεί θα σηκώσεις τα πολλά προβλήματα του τόπου, που ασφαλώς θα επιλύσεις με την παροιμιώδη και πανθομολογούμενη ικανότητά σου, Άρη. Τα ρούχα (και εσώρουχα) της μόδας που φορείς, Άρη, καθόλου γελοία δεν φαίνονται πάνω σου. Τα φοράς και δεν σε φορούν – όπως διάφορους «δήθεν». Τα Ferragamo και τα Gigli, τα Fendi και τα Zegna φαίνονται πάνω σου τόσο φυσικά – σαν να έχεις γεννηθεί με αυτά. Καθόλου δεν μοιάζεις με βλαχάκι που μόλις ροβόλησε από την επαρχία στην πρωτεύουσα, μοστράρισε λουστρίνι πρώτο και περιδιάβαινε τα Κολωνάκια. Είσαι και πολύ en vogue, Άρη. Που’ σαι, Άρη, μην αλλάξεις ποτέ αυτό το στυλ. Σου πάει πολύ και πάνω σου δείχνει πολύ φυσικό· ειδικά αυτά τα υπέροχα καρό σακάκια που λανσάρεις τελευταία, αλλά και αυτά τα κοκκινο-πορτοκαλί χρώματος, που τόσο άρεσαν και στον Πρωθυπουργό εκείνο το βράδυ στην ταβέρνα. Πρέπει να συνεχίσεις να είσαι πολύ ντούρος στα θέματα μόδας Άρη. Ειδικά που τα trendy ενδύματα δείχνουν και πολύ ταιριαστά πάνω σου, σε ένα ανέμελα χαρωπό στυλ... Έτσι μιλάς και καλύτερα στους νέους, που τόσο σε ενδιαφέρουν Άρη. Υπουργός Παιδείας είσαι, άλλωστε … Λένε, τώρα, ορισμένοι κακοήθεις και οπισθοδρομικοί, Άρη, ότι φωτογραφίζεσαι, συχνά, σε στάσεις αρκετά ντελικάτες, με χάρη αρχαίου έλληνος εφήβου υπό τις οδηγίες παιδοτρίβου, όπως δεν αρμόζει σε ένα σοβαρό και στιβαρό πολιτικό στέλεχος. Ήθελα να σε παρακαλέσω να μην δίνεις βάση. Ουδεμία σχέση… Ζηλεύουν, Άρη, γιατί δεν μπορούν να καταλάβουν ότι όλα αυτά αποτελούν επικοινωνιακά τεχνάσματα «μεσαίου χώρου». Να πιάσουμε τους νέους, Άρη, που είναι απολιτίκ και γουστάρουν και φωτογραφίες με πετσέτες ανέμελα ριγμένες στο σβέρκο (και είναι και μακρύ, πανάθεμά το…) μέσ’ στους καμπινέδες και άλλες, πάνω σε σκάφη, δίπλα σε παλαμάρια, ατενίζοντας ανέμελα και χαριτωμένα, ντυμένος στα λευκά, το απέραντο γαλάζιο της ελληνικής θάλασσας. Αυτά είναι επικοινωνία, Άρη, όχι αστεία... Είσαι πολύ μπροστά και δεν σε καταλαβαίνουν, Άρη. Μην δίνεις βάση σε οπισθοδρομικούς και καοήθεις. Άλλωστε, εσύ είσαι υπεράνω υποψίας, αφού είσαι – και δείχνεις – πολύ σοβαρός. Είσαι και πολύ καθαρός και έντιμος πολιτικός, Άρη. Τίποτε δεν έχει ακουστεί εναντίον σου. Και εκείνο το διαμέρισμα, ακόμη, στην Πάτρα, για το οποίο η δημοσιογραφική έρευνα αναζητούσε το «πόθεν έσχες», μας είπες ότι ήταν δωρεά του αγαπημένου σου παππού, Άρη, οπότε και το θέμα ξεκαθάρισε. Το ότι ουδέποτε έχεις, στην πραγματικότητα, εργαστεί εκτός κομματικού θερμοκηπίου, οφείλεται, απλώς, στο ότι, από νωρίς, το κόμμα και η πατρίδα ζήτησε τις πολύτιμες υπηρεσίες σου, τις οποίες εσύ ουδέποτε αρνήθηκες να προσφέρεις. Πάντοτε σε χαρακτήριζε η ανιδιοτέλεια και ο πατριωτισμός, Άρη, και γι’ αυτό το επαγγελματικό βιογραφικό σου είναι tabula rasa Τέλος, να σου πω, Άρη, ότι δεν είσαι καθόλου φελλός. Ούτε και αγράμματος. Η σοφία ξεχειλίζει στην περίπτωσή σου. Και διόλου άδικα δεν διεκδικείς υψηλές θέσεις και αξιώματα, αφού τα αξίζεις – και με το παραπάνω, μάλιστα. Καθόλου δεν σε αφορά αυτό που έλεγε ο Σατωβριάνδος (τι να ξέρει κι αυτός ο ασήμαντος – Χριστό δεν καταλάβαινε από πολιτική επικοινωνία και άλλα συναφή…): «l’ambition dont on a pas les talents est un crime». («Η φιλοδοξία για την οποία δεν έχουμε τα εφόδια είναι έγκλημα»). Σου το μεταφράζω καλού-κακού, αν κι εσύ, εκτός από εύγλωττος, κομψός, αληθινός, ευφυής και συγκροτημένος, είσαι και πολύγλωσσος, Άρη, άρα μάλλον είναι κάτι το περιττό. Άλλωστε, μικρή σημασία έχει η μετάφραση, αφού, όπως είπαμε, η κοινοτοπία ενός κάποιου Σατωβριάνδου καθόλου δεν ταιριάζει στην περίπτωσή του Άρη Σπηλιωτόπουλου... Για ένα μόνον θα ήθελα να σε παρακαλέσω, Άρη. Έχω διαπιστώσει ότι, εδώ και έναν περίπου χρόνο, βάφεις τα μαλλιά σου. Σε γνώριζα, εδώ και καιρό, με γκρίζα μαλλιά. Εσύ ο ίδιος δήλωνες δημοσίως ότι γκριζάρισες λόγω του άγχους και των ευθυνών. Πώς τώρα τα μαλλιά σου έχουν γίνει σχεδόν κατάμαυρα; Δεν χρειάζεται, Άρη, να βάφεις τα μαλλιά σου. Είσαι σκληρός άνδρας, γενναίος πολιτικός, καλλιεργημένος άνθρωπος. Μην βάφεις τα μαλλιά σου. Τα βαμμένα μαλλιά ταιριάζουν σε μη σοβαρούς, Άρη. Κι εσύ είσαι ο φωτοδότης φάρος της σοβαρότητας... Με εκτίμηση, σεβασμό και αγάπη, ο πραγματικός θαυμαστής σου Α.Μ. (τα ακριβή στοιχεία του επιστολογράφου βρίσκονται στη διάθεσή μας, αλλά δεν δημοσιεύονται για ευνόητους λόγους).

Tuesday, March 10, 2009

Dr Charlotte Bach: η περούκα που έκρυβε πολλά…

Και μετά από μια γενναία δόση ελληνικής σαχλαμάρας που πήραμε τις τελευταίες μέρες, αλλάζουμε ρεπερτόριο, περνώντας στα σοβαρά… Έτος Δαρβίνου φέτος και επιλέγουμε να συνεισφέρουμε στον σχετικό εορτασμό με ένα πορτρέτο αφιερωμένο σε ένα πρόσωπο εντελώς άγνωστο στο ευρύ κοινό, αδίκως και αναιτίως· στην Δόκτορα Charlotte Bach – την επιστήμονα που παρουσιάστηκε ως ανατροπεύς της δαρβινικής διδασκαλίας περί εξελίξεως των ειδών, προτάσσοντας μια δική της, επιστημονικά πιο ακριβή (κατά δήλωσίν της) εξελικτική θεωρία. Θα εκφράζαμε έναν κίβδηλο ισχυρισμό, εάν υποστηρίζαμε ότι το Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης αποτελεί ένα από τα πιο prestigious πανεπιστήμια στον πλανήτη. Εύλογη, λοιπόν, η επιθυμία της Dr Charlotte Bach να μετοικίσει από τη Βουδαπέστη στο Λονδίνο και από τις άξεστες, χονδροειδείς συμπεριφορές της κεντρικής Ευρώπης στον πολιτισμό και την εκλέπτυνση της Γηραιάς Αλβιώνος (είναι, τηρουμένων των αναλογιών, σαν ένας ορεσίβιος ηπειρώτης να μετοικεί στα Παρίσια…). Το ογκώδες, εύσαρκο κορμί της (πολλοί την παρομοίαζαν με μαμούθ) εγκαταστάθηκε σε ένα κομψό, μικρό διαμέρισμα στο λονδρέζικο Highgate, το οποίο απετέλεσε το φρούριο από το οποίο θα εκτόξευε σαν φλεγόμενα βέλη τα ιδιόμορφα και ρηξικέλευθα επιστημονικά της πορίσματα. Πολλοί την θεωρούσαν λεσβία. Αιτία η μπάσα φωνή, το ογκώδες ανδροπρεπές σκαρί, οι άτσαλες κινήσεις. Παρ’ όλα ταύτα, ουδέποτε της έλειψε η κομψότητα και η κοκεταρία… Η Dr Charlotte περιδιάβαινε τους υγρούς δρόμους του Λονδίνου ως καθηγήτρια-ερευνήτρια ψυχολόγος. Ψυχολογία, άλλωστε, δήλωνε ότι εδίδασκε στη Βουδαπέστη. Είχε δεχθεί απηνή διωγμό από τους κομμουνιστές και εξεδιώχθη από την πατρίδα της το 1948. Στις συνθήκες ελευθερίας και ανεκτικότητας της βρετανικής πρωτεύουσας σχεδίαζε να βρει το κατάλληλο περιβάλλον για να ξεδιπλώσει τις ανατρεπτικές επιστημονικές θεωρίες της. Βασικό αντικείμενο των επιστημονικών της ενασχολήσεων η μελέτη των σεξουαλικών παρεκκλίσεων και ειδικότερα του λεγόμενου «transsexuality». Οι μελέτες της θεωρούσε ότι ανασκεύαζαν, τρόπον τινά, τις δαρβινικές θεωρήσεις περί εξελίξεων των ειδών. Στην εργασία της Homo Mutans, Homo Luminens, υποστήριξε ότι η σεξουαλική παρέκκλιση αποτελούσε την κινητήριο δύναμη της εξέλιξης. Οι άνθρωποι, τόνιζε, σε διαφορετικό βαθμό ο καθείς, αναπτύσσουν μια φαινομενικά παράδοξη, αλλά καθ’ όλα φυσιολογική, τάση να μετατρέπονται στο… αντίθετο φύλο. Εκεί ακριβώς συνίστατο η εξελικτική διαδικασία και όχι στα δαρβίνεια φληναφήματα, υποστήριζε. Έτσι, η Charlotte αυτοπαρουσιάσθηκε ως θεμελιωτής μιας νέας επιστήμης: της Ανθρώπινης Ηθολογίας Οι επιστημονικές της αντιλήψεις προκάλεσαν το ενδιαφέρον μελών της βρετανικής ελίτ, εξ ού και εκλήθη για διαλέξεις στο Darwin College του πανεπιστημίου του Cambridge. Το επίπεδο, όμως, των προσκεκλημένων ακροατών απέλπιζε την θεόρατη επιστήμονα. Ούτε ένας, έλεγε, δεν μπορούσε να αντιληφθεί σε βάθος τις πολύπλοκες και ανατρεπτικές θεωρίες της. Και όχι άδικα, εδώ που τα λέμε. Καθότι η Δόκτωρ εκ Βουδαπέστης υποστήριζε, λίγο-πολύ, ότι όλοι οι άνδρες έχουν την τάση να μετατρέπονται σε γυναίκες και τούμπαλιν. Και σε προσωπικό επίπεδο – εκτός από το επιστημονικό – η Dr Charlotte υπήρξε ιδιόρρυθμη. Μοναχική ύπαρξη, επιθυμούσε τη μόνωση που θα της επέτρεπε να διεισδύσει στα ερεβώδη βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Κατανάλωνε με πάθος τον οίνο και τάραζε τα καναπεδάκια. Όποτε ήταν καλεσμένη σε soiree, αφού τσίμπαγε μερικά καναπεδάκια, αποτραβιόταν με διακριτικότητα σε μια γωνία για να τα κατασπαράξει. Έγραφε τα κείμενά της πάντα με κεφαλαία στη γραφομηχανή, κουράζοντας τους εκάστοτε αναγνώστες της, και πάντα σε χαρτί χρώματος πορτοκαλί. Παροιμιώδης η άρνησή της να επισκεφθεί ιατρούς και νοσοκομεία, επιλέγοντας την οδό της αυτο-ιάσεως. Μπορούσε, πίστευε, μονάχη της να επιλύει κάθε πρόβλημα – ακόμη και ιατρικό... Πολλοί τη θεώρησαν, στην εποχή της, ως ανάστημα αντίστοιχο του Einstein και του Freud. Στην Αγγλία, την εποχή εκείνη, είχε δημιουργήσει ένα κάποιο ρεύμα. Το ευρύ κοινό, όμως, καθώς και οι στενοκέφαλοι «συμβατικοί» επιστήμονες, δεν μπορούσαν να εννοήσουν – πολλώ δε μάλλον να εκτιμήσουν – το βάθος της σκέψης της. Έτσι, εκείνη συνομιλούσε κυρίως με έναν μικρό σχετικά πυρήνα ευφάνταστων ενδιαφερομένων, οι οποίοι έπιναν νερό στο όνομά της. Οργάνωνε εβδομαδιαίες διαλέξεις κάθε Πέμπτη σε σπίτι φίλου της, στο Hampstead, χρεώνοντας είσοδο 50 πένες. Οι μετέχοντες διερωτώντο προς τι η ταπεινή αυτή χρέωση, δεδομένου ότι η Charlotte εθεωρείτο αριστοκρατικής καταγωγής και υπεράνω χρημάτων... Κάπως έτσι κυλούσε για χρόνια η ζωή της… Στις 17 Ιουνίου του 1981, η πάντοτε περίεργη και εκνευριστική συνομοταξία που ονομάζεται γείτονες πρόσεξε ότι η Charlotte δεν είχε φροντίσει, για μέρες, να πάρει τις φιάλες με το γάλα που ο γαλατάς είχε εναποθέσει στο πλατύσκαλο της οικίας. Εκλήθη τάχιστα η αστυνομία. Ο νεαρός αστυφύλαξ που κατέφθασε χτυπούσε το κουδούνι με επαγγελματική ευσυνειδησία – αλλά ματαίως. Μόνο η σιωπή ερχόταν ως απάντηση στο μανιασμένο κτύπημα του κώδωνος… Ο τολμητίας αστυφύλαξ, τότε, δεν εδίστασε ούτε στιγμή να παραβιάσει ένα παραθύρι και να εισβάλει στην επιστημονική οικία, αντικρίζοντας το αποτρόπαιο θέαμα: η ογκωδέστατη επιστήμων ευρίσκετο πεσμένη επί της κλίνης. Η πόρτα άνοιξε από μέσα και το πτώμα της επιστήμονος μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο. Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για τη νεκρώσιμη ακολουθία και την ταφή στον ευμεγέθη τάφο της, μεγάλη έκπληξη ανέμενε τους υπαλλήλους του νεκροτομείου. Καθώς εγύμνωναν την μακαρίτισσα Charlotte και ενώ κατέβαζαν τη φούστα της, ένα τεράστιο «παλαμάρι» ξεπρόβαλε από το εσώρουχο της θανούσης. Η Dr Bach είχε ανδρικά (και πολύ τριχωτά) γεννητικά όργανα. Και τα στήθη, όμως, ήσαν πλαστικά, πρόσθετα… Κάτω από την φουντωτή – σε στυλ λάχανο – γυναικεία περούκα κρυβόταν το περήφανο ανδρικό σώμα ενός αριστοκράτη – του βαρόνου Carl Hajdu. Η Charlotte Bach δεν ήταν, λοιπόν, γυναίκα. Όπως απεδείχθη, όμως, αργότερα, ούτε και επιστήμων ήταν… Ο Carl Hajdu είχε γεννηθεί στη Βουδαπέστη το 1920. Είχε αναπτύξει σταδιακά τάση προς τις γυναικείες μεταμφιέσεις. Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Francis Wheen, ο Carl αγόραζε μετά μανίας γυναικεία ενδύματα και αγαπούσε ιδιαίτερα τα καλσόν. Η φενάκη δεν αφορούσε, λοιπόν, μόνο το τριχωτό της κεφαλής, αλλά και ολάκερη την ταυτότητα του/της «επιστήμονος». Η περούκα της Charlotte, λοιπόν, έκρυβε, αναμφίβολα, πολλά… Θα τολμούσαμε να ισχυριστούμε ότι οι Λονδρέζοι θα έπρεπε να το είχαν καταλάβει ενωρίτερα. Θα ήταν ποτέ δυνατόν μια γυναίκα να διαθέτει τόσες γνώσεις και να διατυπώνει τόσο σύνθετες και δουλεμένες θεωρίες; Ήταν από την αρχή φανερό ότι οι συγκεκριμένες πρωτοποριακές ηθολογικές θεωρίες δεν μπορούσαν παρά να είναι προϊόν ενός ανδρικού μυαλού… Carl και Charlotte 2 σε 1 (φωτομοντάζ ψυχολογικής ανακουφίσεως από τον ίδιο τον Carl, ενώνοντας δύο δικές του ξεχωριστές φωτογραφίες - μία ως γυναίκα και μία ως άνδρας...). (Οι φωτογραφίες προέρχονται από το βιβλίο του Francis Wheen, Who Was Dr Charlotte Bach?, Short Books, 2002)

Wednesday, March 4, 2009

Λευτέρης Ζαγoρίτης: το πολιτικάντικο βάψιμο…

Ο «φίλος μας ο Λευτεράκης» γεννήθηκε μια ζεστή (και αποφράδα;) ημέρα του 1956 (άλλοι υποστηρίζουν του 1952 και ότι κρύβει χρόνια...) σε μια άκρη της υπέροχης ελληνικής επαρχίας, στα Γιάννενα – την περιοχή που γεννά ανθρώπους με μεγάλα, πλακουτσωτά στο επάνω μέρος κεφάλια («κεφάλι του κουλουρά»). Οι άγγελοι έστησαν χορό με τη γέννηση του μικρού Λευτέρη, καθώς ήταν μάλλον θέλημα Θεού ο μικρός επαρχιώτης, μόλις ανδρωθεί, να επιτελέσει ρόλο σημαντικό, ρόλο καθοριστικό, στην ευλογημένη τούτη χώρα, στην οποία η ανθρωπότητα χρωστά τα πάντα και από την οποίαν αντλούν την προέλευσή τους όλα τα μεγάλα αναστήματα, ακόμη και ο Θεός (είναι παγκοίνως, άλλωστε, γνωστό ότι και ο Θεός ήταν – και παραμένει – έλλην!)… Ο Λευτέρης πέρασε δύσκολη εφηβεία μέχρι να ανδρωθεί. Όταν, όμως, ανδρώθηκε, του έδωσε και κατάλαβε, διαγράφοντας σπουδαία τροχιά στο πολιτικό στερέωμα. Αν και ιδιαιτέρως ευφυής και προικισμένος, αναγκάστηκε να κινηθεί και να αναλωθεί επί έτη στους δαιδάλους του συνδικαλισμού και της μικροπολιτικής, ως μη όφειλε, καθότι τέτοιες λαμπρές περιπτώσεις μόνον ως παράκλητοι δέον να γίνονται δεκτοί στον χώρο της πολιτικής. Ο επαρχιώτης Λευτέρης έκανε χάρη στο κόμμα του, τη χώρα και τον λαό ασχολούμενος με την μικροπολιτική λάντζα, μολονότι το ειδικό του βάρος ήταν για άλλα πράγματα. Το κόστος που πλήρωσε ήταν, αφού απεφοίτησε από τη Νομική οριακά και μετά μεγίστης δυσκολίας, να μην μπορέσει να υπερβεί το status του άσημου δικηγόρου· τα ζητήματα της πατρίδος, βλέπετε, απορροφούσαν κάθε ικμάδα της δυνάμεως του σημαίνοντος πολιτικού στελέχους. Ο Λευτέρης, όμως, δεν μας εσνόμπαρε. Ασχολήθηκε με τα μικρά, ταπεινά καθημερινά του τόπου τούτου, παρότι βεβαίως γεννημένος για πολύ μεγάλα πράγματα. Η κατάληψη της θέσεως του Γραμματέως της Κ.Ε. της ΝΔ, το 2006, υπήρξε ο κολοφώνας της πορείας του (προσώρας, βεβαίως, γιατί το μέλλον επιφυλάσσει πολύ σπουδαιότερα πράγματα – σχεδόν υπερκόσμια…), ενώ έχει εκλεγεί και βουλευτής. Ταπεινός ο Λευτέρης (όπως όλοι οι πραγματικά μεγάλοι...), δέχθηκε μια θέση πολύ κατώτερη των πραγματικών του δυνατοτήτων. Το έκανε όμως για την πατρίδα και τον λαό. Η αυτοθυσία και η ανιδιοτέλειά του τον έφεραν να ανακατεύεται μέρα νύχτα με φρικαλέα κομματικά στελέχη, με γλίτσες δημάρχους, με σούργελα που θέλουν να σώσουν τον τόπο, χωρίς, ούτε μια στιγμή, να διδαχθούν από το μεγαλείο του ανδρός, του ταπεινόφρονος Λευτέρη Διατηρεί εχθρικές σχέσεις με τον Χρόνο. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι κρύβει την ηλικία του (στην προσωπική του ιστοσελίδα αποφεύγει, περίτεχνα, να αναφέρει το ΠΟΤΕ εγεννήθη), σαν τις ματαιόδοξες και ανασφαλείς γυναίκες· επίσης, από το γεγονός ότι βάφει, εδώ και χρόνια, κατάμαυρα τα μαλλιά του. Εδώ ομιλούμε για ένα άκρως αξιοπρόσεκτο βάψιμο, καθότι τελετουργείται μάλλον εις το λουτρό του πολιτευομένου, αφού δείχνει εμφανώς πρόχειρο. Οι ρίζες εμφανίζονται συχνά λευκές, ενώ φαίνεται να έχουμε ενώπιόν μας ένα περίεργο σχέδιο κόμης, καθώς εμφανίζονται μεγάλα κενά στο επάνω μέρος του κρανίου, τα οποία σκεπάζονται, επιδεξίως και εν είδει τέντας, με τις βαμμένες τρίχες. Επίσης κόβονται οι φαβορίτες κοντές, σε στυλ Πάνου Παναγιωτόπουλου, ώστε, δι’ αυτού του τεχνάσματος, να δημιουργείται η ψευδαίσθησις της παντελούς απουσίας λευκών τριχών… Πολλές οι ιστορίες που συνοδεύουν την τιτάνια και γιομάτη αυταπάρνηση πορεία του Λευτέρη στα δημόσια πράγματα. Εμείς θα μείνουμε σε μία. Σε κομματική περιοδεία στο εξωτικό και μαγευτικό Άργος (αν δεν απατώμεθα), ο Λευτέρης, εξαντλημένος από τον κομματικό κάματο, εκάθησε να ξαποστάσει σε γραφικό καφενεδάκι της πλατείας (με τις πλαστικές καρέκλες και με τα όλα του…). Εσφούγγισε τον τίμιο ιδρώτα του και παρήγγειλε μια λεμονάδα. Εκεί, αποκαμωμένος όπως ήταν, γλάρωσε και τον πήρε γλυκά ο ύπνος... Τα παρακείμενα κομματικά στελέχη, με τη γνωστή δουλοπρέπεια και οσφυοκαμψία που τα διακρίνει, εδίστασαν να τον ξυπνήσουν και τον άφησαν για μερικά λεπτά να βρει τη γαλήνη στην αγκαλιά του Μορφέως. Σύμφωνα με αξιόπιστες μαρτυρίες, ξάφνου, ένα πτηνό, ήλθε και εφώλιασε για μερικά δευτερόλεπτα στο κεφάλι του Γραμματέως, ξυπνώντας τον. Το ταλαίπωρο πτηνό επέρασε, προφανώς, το μαλλί του Λευτέρη για φωλιά. Σύμφωνα δε με τις σχετικές μαρτυρίες, επρόκειτο μάλλον για μια καλιακούδα, σε πλήρη χρωματική αρμονία με την (βαμμένη) τρίχα του αποκαμωμένου μεσόκοπου Γραμματέως Ορισμένοι φθονεροί και κακοπροαίρετοι εξαπολύουν μύδρους εναντίον του Λευτέρη. Τον κατηγορούν ότι μέσα στην τεράστια ανασφάλεια που του καταλογίζουν – ανασφάλεια που κατατρύχει όλους τους μέτριους και τους παρ’ αξίαν ανελθόντες – κρατά με νύχια και με δόντια την καρέκλα του Γραμματέως να μην του φύγει, «πριονίζοντας» τη θέση οιουδήποτε την εποφθαλμιά… Επίσης, του αποδίδουν ξύλινο λόγο, σπουδαιοφανή κοινότοπη ρητορεία, πομπώδη κενολογία, αφόρητη αρλουμπολογία – η πομφόλυξ βρίσκει απάγκιο στον στόμα του Λευτέρη, λέγουν. Είναι ν’ απορεί κανείς πως ο «Γραμματέας» μπορεί να εκτοξεύει τόσες και τέτοιες παχύρρευστες κοινοτοπίες, χωρίς ούτε στιγμή να εντρέπεται, προσθέτουν. Ο Λευτέρης, πράγματι, πολυλογεί και παλιλλογεί. «Είναι νόμος της ανθρώπινης φύσης ότι αυτοί που έχουν τα λιγότερα να πουν, μας τρώνε πολύ χρόνο με τις ομιλίες τους» έχει σχολιάσει, εύστοχα, ο φιλόσοφος Roger Scruton. Σωστό, αλλά τι σχέση έχει αυτό με τον Λευτέρη; Επίσης, κατηγορείται ως μισαλλόδοξος και φανατικός, όπως όλοι οι μέτριοι παρ’αξίαν κατέχοντες δημόσια θέση, καθώς και ως βασιλικότερος του βασιλέως και οσφυοκάμπτης ολκής, αφού το ανηλεές γλείψιμο προς τους εκάστοτε ισχυρούς – και, ειδικώς, προς τον σωτήρα του, Κώστα – έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο... Μέχρι κι ο χωριατάκος (και βαψομαλλιάς) Άρης Σπηλιωτόπουλος, με το ηδυπαθές βλέμμα, τα «χαρωπά» ενδύματα και τον ψηλό λαιμό (για να μην αναφερθούμε στην βαριά εκφορά του λόγου με το έντονο πατρινό ιδίωμα), τον πήρε στο ψιλό αναφερόμενος σε «γύφτους με νταούλια». Γύφτος ο ευπατρίδης Λευτέρης, βρε Άρη; Όσοι του καταλογίζουν ό,τι του καταλογίζουν φαίνεται ότι δεν γνωρίζουν πως όλα τα καταμαρτυρούμενα συνιστούν τρικ του επαγγέλματος. Ο Λευτέρης θέλει – και, αναμφίβολα, μπορεί – να είναι πρωτότυπος. Θα λέγαμε ότι έχει γεννηθεί για την πρωτοτυπία. Ο λόγος του, στην πραγματικότητα, είναι γάργαρος, σπάνιος και κελαριστός. Ας όψεται, όμως, η ανάγκη του επαγγέλματος… Η διασκέδασή του Λευτέρη είναι απλή – σχεδόν χωριάτικη. Του αρέσει πολύ το κρέας και στα εστιατόρια πολυτελείας δυσφορεί, καθότι ο ορθός χειρισμός του μαχαιροπίρουνου τον δυσκολεύει αφάνταστα. Επίσης, στάζει συχνά στη γραβάτα – κάτι που εξοργίζει τη σύζυγό του, κυρία Ντιάνα. Φυσικός του χώρος τα ταβερνεία και ιδιαίτερη αδυναμία του οι χοιρινές μπριζόλες (ή «μπριτζόλες», όπως τις λέει) και τα παϊδάκια. Γι’ αυτό, άλλωστε, και έχει διαμορφώσει σβέρκο χονδρό (και πέτσα χονδρή, επίσης) – ό,τι πρέπει για φάπα… Γενικά, ο Λευτέρης είναι ένα απλό (θα λέγαμε απλοϊκό), ετερόφωτο παιδί (πενήντα τόσο ετών…), χαρακτηριστικό προϊόν του γαλάζιου κομματικού σωλήνα, του οποίου ανάγκη είναι να θαυμάζει έναν πατέρα-αφέντη· είναι ένας κομματικός Αζόρ, που βγάζει τη γλώσσα έξω με τα σάλια να τρέχουν, εκλιπαρώντας ένα χάδι του ελεήμονος αφεντικού στο (βαμμένο) κεφάλι του. Δεν είναι κακό – είναι ανθρώπινο… Στο κάτω-κάτω, ο Λευτέρης είναι χρήσιμος όχι μόνο ως παλιάτσος του βασιλιά, αλλά και ως πολύτιμο υλικό για τον «ιστορικό του μέλλοντος». Γιατί, αποτελώντας το τυπικό δείγμα του έλληνος πολιτευομένου της εποχής, θα διαφωτίσει τις επερχόμενες γενεές για το τι σήμαινε πολιτικός στην Ελλάδα, στις αρχές του 21ου αιώνος… (Ευχαριστούμε την εκπομπή "Σαββατοκύριακο στη ΝΕΤ" για την παρουσίαση και τα κολακευτικά σχόλια...)

Thursday, February 26, 2009

Robert Maxwell: το εκδοτικό βάψιμο ενός μακαρίτη…

Ο Robert Maxwell δεν υπήρξε, σε καμία περίπτωση, ένας συνηθισμένος εκδότης. Αντιθέτως, πίσω από το αισθητικά αποκρουστικό σαρκίο του, έκρυβε πολλά… Γεννήθηκε στην Τσεχοσλοβακία μπατίρης. Η ανέχεια, η υποτίμηση και οι προσβολές έγιναν το καύσιμο για μια εντυπωσιακή εξέλιξη, με την οποία ο Bob πήρε το αίμα του πίσω. Στη Βρετανία, τη χώρα της αξιοκρατίας, κατέφυγε ο νεαρός Bob στην τρυφερή ηλικία των 17 ετών. Εκεί ξεδίπλωσε το σπάνιο ταλέντο του για δημιουργία και έτσι, αυτό το λαγωνικό του χρήματος, μπόρεσε να στήσει την εκδοτική αυτοκρατορία του. Αγόρασε, στις αρχές των ’50s, τον ασήμαντο τότε εκδοτικό οίκο Pergamon Press, τον οποίο κατάφερε, μετ’ ου πολύ, να μετατρέψει σε κολοσσό… Το χρήμα άρχισε να βαραίνει ευχάριστα τις τσέπες του Bob, το οποίο και εξόδευε χωρίς ενοχές – κυρίως για φαΐ… Αυτό ήταν που έλειπε χρόνια στον Bob και αυτό ποθούσε, δεδομένου ότι τα άγουρα χρόνια της παιδικής ηλικίας τα επέρασε με λίγο ψωμί (Την εικόνα, μάλιστα, της παιδικής αυτής μιζέριας μπορεί να περιγράψει, με απαράμιλλη ενάργεια, το εκλεκτό στιχούργημα του τέως υπουργού του ΠΑΣΟΚ Γεωργίου Πέτσου: Μάνα δεν έχει άλλο τυρί/Φέρε το χθεσινό που πέρσεψε ψωμί – ή κάπως έτσι…). Έτρωγε μέχρι σκασμού – κυρίως πολύ αργά το βράδυ και, μάλιστα, πολύ κοτόπουλο, που ήταν κι η αδυναμία του... Οι καθαρίστριες του γραφείου του έχουν αποκαλύψει ότι, σχεδόν κάθε πρωί, όταν καθάριζαν το γραφείο του, έβρισκαν πεταμένα στη μοκέτα κόκαλα από μισή ντουζίνα κοτόπουλα, τα οποία συνήθιζε να ξεκοκαλίζει μόνος του… Στα ’60s, ο Bob θέλησε κι αυτός να προσφέρει στον σοσιαλισμό. Προσέφερε, λοιπόν, τις υπηρεσίες του στο κόμμα των Εργατικών, με τη σημαία του οποίου μπόρεσε, για ένα φεγγάρι, να εκλεγεί και βουλευτής. Επιθύμησε σφόδρα να μπει στο μάτι της καλής κοινωνίας της Βρετανίας (και ειδικά του μεγάλου ανταγωνιστή του, Rupert Murdoch) και έτσι, προκειμένου να τους δείξει τι εστί βερίκοκο, αγόραζε εφημερίδες με το τσουβάλι… Daily Mirror, Sunday Mirror, Sunday Mail κ.α. ενετάχθησαν στο εκδοτικό οπλοστάσιο του σοσιαλιστή μεγαλοεκδότη, ο οποίος δημιούργησε και την – πρωτοποριακή για την εποχή – The European [αφού είχε αγοράσει και τον διάσημο εκδοτικό οίκο Macmillan (US)]. Κατηγορήθηκε για τις τουλάχιστον περίεργες επιχειρηματικές τακτικές του, ωστόσο δεν σήκωνε κριτική από τον Τύπο, ξεκωλώνοντας στις μηνύσεις και τις αγωγές κάθε Μέσο που επιχειρούσε να τον εγκαλέσει στην τάξη. Δεν θα μπούμε στις λεπτομέρειες περί των επιχειρηματικών υποθέσεων, το βέβαιον, όμως, είναι ότι ο Bob λειτούργησε εις βάρος των λοιπών (μικρών και μεγάλων) μετόχων και εργαζομένων των επιχειρήσεών του. Έντονες οι φήμες που τον συνόδευαν (αφού ήταν και εβραϊκής καταγωγής), σύμφωνα με τις οποίες υπήρξε πράκτωρ της Mossad (ακούς Σπύρο Χατζάρα;). Το χόμπι του ήταν να υποτιμά τα διευθυντικά στελέχη των εφημερίδων του και να τους δίνει την ευκαιρία να επιδείξουν την οσφυοκαμψία και δουλοπρέπειά τους (κάτι θα ήξερε ο άνθρωπος…) Χαρακτηριστικό του ότι έμπαινε πάντα στους κλειστούς χώρους με το επανωφόρι του ριγμένο χαλαρά στους ώμους, και εστέκετο ακίνητος για μερικά δευτερόλεπτα αρνούμενος να καθήσει, μέχρις ότου ο διευθυντής της εφημερίδας έλθει και, με σεβασμό, του αφαιρέσει το παλτό από τους ώμους και το εναποθέσει στην κρεμάστρα… Συνήθειά του, επίσης, όταν προσγειωνόταν με το ελικόπτερό του στη στέγη της εκδοτικής του επιχείρησης, να κατεβάζει το φερμουάρ και να ρίχνει ένα περιποιημένο κατούρημα. «Είναι σαν να κατουράω τους αναγνώστες μου» έλεγε, ορθότατα, ο ιδιόρρυθμος εκδότης, έχοντας αντιληφθεί το νοητικό επίπεδο της πελατείας του. Μιας και αναφερθήκαμε στην ούρηση, να τονίσουμε, αναφερόμενοι και στην αφόδευση, ότι, όπως αναφέρει ο συγγραφέας W. Donaldson, οι καθαρίστριες αντίκριζαν, κάθε μέρα που πήγαιναν να καθαρίσουν την τουαλέτα του, ένα απερίγραπτο θέαμα με ούρα και ακαθαρσίες ολούθε… Ο εκδότης Bob είχε την ματαιόδοξη συνήθεια να βάφει τα μαλλιά του. Τα έβαφε, μάλιστα, τόσο έντονα και εντυπωσιακά, ώστε καμιά παρερμηνεία επί του θέματος δεν θα μπορούσε να υπάρξει σε όσους τον αντίκριζαν… Τον Νοέμβριο του 1991, όταν απέθανε κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες (άλλοι μιλούν για φόνο, άλλοι για αυτοκτονία) πέφτοντας από το yacht του, Lady Ghislaine, στις Κανάριες Νήσους και το πτώμα ευρέθη αργότερα να πλέει στον Ατλαντικό, ένα πράγμα εντυπωσίασε τους διασώστες αλλά και τους ιατροδικαστές: το βάψιμο της κόμης του πτώματος ήταν τόσο καλής ποιότητας, ώστε είχε παραμείνει έντονο και αναλλοίωτο παρά την υγρή ταλαιπωρία…

Monday, February 23, 2009

Παύλος Τσίμας: το cοmme il faut βάψιμο…

Ευαίσθητος από παιδί ο Παύλος Τσίμας. Αυτό θυμάται η κυρά-δασκάλα του, που έβλεπε τη συστολή ζωγραφισμένη στο χλωμό παιδικό πρόσωπο. Ταγμένος στην υπηρεσία του σοσιαλισμού από μικρός ο Παύλος. Βάρος στην καρδιά του η αδικία· ο ιμπεριαλισμός αποτελούσε γι’ αυτόν κόκκινο πανί. Από μαθητής κομμουνιστής ο Παύλος, θέλησε να δώσει κάθε ικμάδα των δυνάμεών του στον αγώνα για έναν κόσμο πιο δίκαιο, με ίσες ευκαιρίες για όλους. Το σφυροδρέπανο ήταν για τον Παύλο ό,τι ο εσταυρωμένος για έναν πιστό θρησκόληπτο. Στην χακί βαμβακερή τσάντα του (στην οποία μετέφερε επαναστατικά βιβλία και σοκολάτες), ο επαναστάτης μαθητής είχε ζωγραφίσει με bic στυλό απανωτά σφυροδρέπανα, που έδιναν μια αίσθηση ταυτότητας στον νεαρό κνίτη, ο οποίος ήθελε έναν άλλον, δικαιότερο κόσμο. Αργότερα, στη Νομική, ο Παύλος έβλεπε τον εαυτό του ως μελλοντικό ιδεολογικό καθοδηγητή. Αντί να διαβάζει τα μαθήματά του, ανταποκρινόμενος στα έξοδα στα οποία υποβάλλεται το Δημόσιο για να μορφώσει τους νεαρούς μελλοντικούς επιστήμονες, ο Παύλος περνούσε ώρες ολόκληρες αναλύοντας την πολιτική επικαιρότητα, λύνοντας (στα καφενεία) τα προβλήματα όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και του κόσμου ολόκληρου. Η δικηγορία φαινόταν πολύ μπουρζουάδικο επάγγελμα για τον Παύλο (πέραν του ότι ήθελε και κάποιες ικανότητες για να διακριθείς στην ελεύθερη αγορά, αλλά έπρεπε να τελειώσεις και τη Νομική - και εκείνος ουδέποτε τελείωσε) και έτσι η αναπόφευκτη δημοσιογραφία υπήρξε ο επαγγελματικός κάβος για τον επαναστάτη των καφενέδων. Γιατί ο Παύλος ήταν επαναστάτης στην ψυχή, άλλο που ο φόβος τον εμπόδιζε να μετουσιώσει την επαναστατική διάθεση σε πράξη… Στο Ριζοσπάστη, λοιπόν, αλλά και στον 902, ο Παύλος μπορούσε με την πένα/πύρινη ρομφαία του να ανασκολοπίσει το σύστημα, να λογχίσει την αδικία, να δώσει τη μάχη για ένα καλύτερο αύριο για τις λαϊκές δυνάμεις και την πατρίδα. Καλό όχημα ο Ριζοσπάστης για μια τέτοια υψιπετή στοχοθεσία, αλλά τα μπικικίνια δεν ήταν πολλά - άσε δε η λάμψη… Ο Παύλος, παρότι συγκρούστηκε με τη συνείδησή του, αποφάσισε να κάνει στροφή στην καριέρα του και να κατακεραυνώνει το σύστημα από το αστικά Μέσα (μετά και από μια «περίεργη» απομάκρυνσή του από το «κόμμα του λαού» - γιατί άραγε Παύλο;). «Εισοδισμός», τρόπον τινά, ονομάζεται αυτή η στρατηγική και ο Παύλος αποφάσισε να παίξει το παιχνίδι με ενθουσιασμό και αυταπάρνηση. Δεν ήταν, πιστεύουμε, το χρήμα που δελέασε τον νεαρό φιλόδοξο κομμουνιστή δημοσιογράφο, αλλά η δυνατότητα να χτυπά το Σύστημα από τα μέσα, άρα πιο ύπουλα, άρα πιο αποτελεσματικά… Το χρήμα, στην πραγματικότητα, ουδέποτε έπαιξε ρόλο στην απόφαση του Παύλου να εργαστεί στα ΜΜΕ του κεφαλαίου. Αντιθέτως, μια έντονη δυσθυμία τον διακατείχε πάντοτε, όπως βεβαιώνουν συνάδελφοί του, που τον γνώρισαν καλά στα οχυρώματα της δημοσιογραφίας και τον τιμούν ίσαμε σήμερα. «Ο Παύλος είχε πάντοτε αποστροφή προς το χρήμα. Είχε ιδεολογικό πρόβλημα μαζί του. Το μισούσε, μάλιστα, τόσο πολύ, ώστε ήθελε να το ξοδεύει αχόρταγα, εξευτελίζοντάς το… "Τί να το κάνεις το χρήμα...", έλεγε. Δεν έχει καμιά αξία και άρα πρέπει να το ξοδεύουμε μέχρι τελικής πτώσεως...» διηγείται γενειοφόρος συνάδελφός του, συμπαραστάτης του στη μάχη για την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού. Δύσκολη, αλλά ευφάνταστη, η επιλογή του Παύλου, η οποία μας βρίσκει απολύτως σύμφωνους. Με μεγάλη, λοιπόν, δυσκολία, λόγω αποστροφής προς το χρήμα, ο Παύλος, κάνοντας την καρδιά του πέτρα, πέρασε από τα βασικότερα αγκωνάρια του Συστήματος. Ταχυδρόμος, BHMA, ΝΕΑ, SKY, ΕΡΤ (σχετικά με την εκπομπή του για τους Ολυμπιακούς Αγώνες και τις αμοιβές του ακούστηκαν πολλά...), MEGA, City fm κλπ. – όλα γνώρισαν την επαναστατική, ανατρεπτική αύρα του Παύλου... Για χάρη της διάδοσης των σοσιαλιστικών ιδεών, δεν εδίστασε μέχρι και στον Κόκκαλη να πάει κάποτε υπάλληλος, προκειμένου να τον συνδράμει στη δημιουργία ή την ενίσχυση των Μέσων του. Πάντα, όμως, χάριν του σοσιαλισμού… Βασικό στέλεχος στον Flash, ανέλαβε (μαζί με την ηγερία της καθ’ ημάς «ποιότητας», Μαρία Χούκλη) να στήσει τον τηλεοπτικό MAGIC. Τελικά, ο Σωκράτης τους άδειασε και το εγχείρημα δεν ευδοκίμησε… Επιλογές δύσκολες, αντίθετες προς την ιδεολογία του κομμουνιστή δημοσιογράφου – μα, συνάμα, τολμηρές και ανιδιοτελείς επιλογές… Γιατί απαιτούσε πραγματικό τσαγανό να είσαι υπάλληλος του Συστήματος που ήθελες να αποδομήσεις και, μάλιστα, να σε βαραίνουν και οι υψηλές αμοιβές, που καθόλου δεν επιθυμούσε και δεν επεδίωκε ο τενόρος της δημοσιογραφικής προοδευτικότητας. Αναγκαίο κακό, λοιπόν... Ο Παύλος, επιπλέον, δεν έκανε εκπτώσεις στο στυλ του για χάρη της τηλεθέασης/ακροαματικότητας/αναγνωσιμότητας. Δεν θα ξεπούλαγε τον εαυτό του για να προσαρμοσθεί στα κελεύσματα των καιρών και της χυδαίας εμπορικότητας. Έτσι, διατήρησε το στυλ με το οποίο τον γνωρίσαμε και τον αγαπήσαμε όλα αυτά τα χρόνια. Εμφάνιση δημοδιδασκάλου, μύσταξ ιεροψάλτου, ύφος σεμνοπρεπές. Ούτε, όμως, και το δημοσιογραφικό του στυλ καταδέχθηκε να αλλάξει ο Παύλος. Είπαμε: θα ρίξουμε το Σύστημα από μέσα, αλλά όχι να μας πάρουν και τα σώβρακα οι καπιταλίστες… Έτσι, ο Παύλος παρέμεινε, ως θαλαμηπόλος του Συστήματος, στον ανιαρό ακαδημαϊσμό, στη πληκτική «θεσμική» δημοσιογραφία, στην comme il faut «ενημέρωση», που μπορεί να μας εκοίμιζε (κυριολεκτικώς και μεταφορικώς), πλην όμως είχε «ποιότητα» και λεπτότητα, καθότι δεν έμπαινε στον πειρασμό να στριμώξει τους ανθρώπους της εξουσίας, όπως κάνει η απλή δημοσιογραφία. «Η εξουσία θέλει πόλεμο με το γάντι, για να χτυπήσουμε το Σύστημα με δολιότητα» έλεγε και ξανάλεγε ο ακαδημαϊκής αντίληψης δεοντολόγος δημοσιογράφος. Ο - χωρίς γωνίες - λόγος του, το σφίξιμο στα χείλη, η περίσκεψη με τον οποία εκστόμιζε τις, κατά πολλούς, κοινοτοπίες του, αποτελούσαν το καμουφλάζ για να μπαίνει άνετα σε όλα τα σπίτια ο επαναστατικός του λόγος. Ουδέποτε ενόχλησε κανέναν και άρα όλες οι πόρτες ήσαν ανοιχτές. Σατανικό, μα την αλήθεια, σχέδιο του Παύλου για να το πλήξει καίρια το Σύστημα και να τσουρνέψει ψήφους υπέρ των κομμάτων της προόδου, κάνοντας την επανάσταση από μέσα. Ορισμένοι τον χαρακτηρίζουν και Αβραμόπουλο της δημοσιογραφίας. Δύσμοιροι… Δεν έχετε καταλάβει την πανουργία του σχεδίου του Παύλου να αλώσει το Σύστημα από τα σπλάχνα του και να σπείρει δολίως τον σπόρο της αμφισβήτησης… Το καμουφλάζ του Παύλου φτάνει σε επίπεδα τελειότητας. Ακόμη και κοσμικός έχει καταντήσει ο ντούρος επαναστάτης, προκειμένου να κοιμίζει τους σεσηπότες αστούς και να εισχωρήσει στο Κατεστημένο, ώστε, ακολούθως, να του αλλάξει τον αδόξαστο… Έμαθε μέχρι και πούρο να καπνίζει (εδώ θα ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια, αν δεν γνωρίζαμε ότι αποτελεί μέρος του σχετικού καμουφλάζ - πολλές οι θυσίες που κάνει ο βάρδος του σοσιαλισμού και της προόδου...)!!! Ως καμουφλάζ μάλλον δέον να νοηθεί και η σχετικώς πρόσφατη αλλαγή που συνέβη επί της κεφαλής του Παύλου. Βαμμένο μαλλί και - μάλλον - μουστάκι. Μέρος του πολιτικού σχεδίου του κομμουνιστή δημοσιογράφου για την πλήξει τον αστισμό… Θεώρησε ότι το Σύστημα, μόλις έβλεπε και αυτή τη φάση της γελοιοποίησης του Παύλου με τα βαμμένα μαλλιά, θα τον ένιωθε ολότελα δικό του. Άλλη μια σατανική επινόηση του ανατρεπτικού εργάτη της ενημέρωσης, Παύλου, προκειμένου να φέρει από τα μέσα την ανατροπή στο Σύστημα μια ώρα αρχύτερα. Όλα για τον σοσιαλισμό…

Thursday, February 19, 2009

Σπύρος Χατζάρας: το κρατικοδίαιτο σοσιαλιστικό βάψιμο…

Ο Σπύρος ανδρώθηκε την περίοδο της «Αλλαγής». Η αδικία τον σκότωνε. Η αντιδημοκρατικότητα τον συνέτριβε. Η Δεξιά τον φούντωνε. Εφλέγετο η καρδιά του για τα ιδεώδη της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού. Με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, ο Σπύρος, ως αγνός και άδολος αγωνιστής του σοσιαλισμού που ήταν, δεν μπορούσε παρά να αξιοποιηθεί. Προς θεού – όχι ως ρουσφέτι. Υπηρεσίες στην πατρίδα και τη δημοκρατία προσέφερε (τσεπώνοντας και μια καλή αμοιβή ως τηλεοπτικός παρουσιαστής, καθώς και τη σχετική προβολή). Η συμπαθητική αυτή φάτσα του μπουλούκου παρουσιαστή ειδήσεων γέμιζε ευχάριστα (;) τις τηλεοπτικές οθόνες. Δεν έκανε απλώς δημοσιογραφία. Δεν εκφωνούσε μόνο ειδήσεις. Έκανε σοσιαλιστικό λειτούργημα. Χρωμάτιζε (σε πράσινες αποχρώσεις) τα λεγόμενά του, παίρνοντας πάντοτε θέση. Και η θέση του, όλως συμπτωματικώς, υπηρετούσε πάντοτε τα ιδεώδη του σοσιαλισμού και του πρασινοφρουρισμού. Τί να την κάνεις την αμεροληψία και την αλήθεια, όταν συγκρούεται με τα σοσιαλιστικά ιδεώδη; Σωστά το συνέλαβε ο Σπύρος... Οι λιβανωτοί του προς τον Παπανδρέου άφησαν εποχή. Ο αγαπημένος δημοσιογράφος της Μιμής και του Ανδρέα ξεροστάλιαζε, την εποχή του Harefield, έξω από το νοσοκομείο για την απρόσκοπτη ενημέρωσή μας, προκειμένου να μας μεταφέρει τα νέα για την «άφθονη διούρηση»… Στρατευμένη «δημοσιογραφία», εντούτοις γιομάτη από το σφρίγος της σοσιαλιστικής αλήθειας. Με την αποκαθήλωση του ΠΑΣΟΚ, εξεδιώχθη από την ΕΡΤ ο τίμιος αυτός αγωνιστής της δημοσιογραφίας. Η Αντίδραση τον έτρεμε και θέλησε να τον εξουθενώσει. Επέλεξε, τότε, να κάνει δημοκρατική αντίσταση από το Κουρο-κάναλο (γνωστό και ως «κουραδοκάναλο») Κανάλι 29, παρέα με όλη την κομπανία των «συντρόφων» του αυριανισμού. Με την επιστροφή του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, το ’93, εξαργύρωσε την διαχρονική πίστη του στα σοσιαλιστικά ιδεώδη, τοποθετούμενος ως επικεφαλής του γραφείου τύπου της ελληνικής πρεσβείας στο Βελιγράδι και τη Μόσχα. Αργομισθία, λένε κάποιοι κακόβουλοι, τουρισμός μετ’ επιδοτήσεως, λέγουν άλλοι κακοπροαίρετοι. Εμείς, όμως, νομίζουμε ότι ο Σπύρος πήγε να προσφέρει, εργαζόμενος σκληρά, ειδικά σε ό,τι αφορά τα εθνικά θέματα. Γιατί (το είπαμε;) ο Σπύρος δονείται όταν ακούει για εθνικά θέματα. Δώσ’ του εθνικά θέματα και πάρ’ του την ψυχή… Δημοσιογραφικώς, εν τέλει, ο Σπύρος δεν έκανε και σπουδαία πράματα στην καριέρα του. Υπηρέτησε, όμως, τη σοσιαλιστική αλήθεια. Στο βιογραφικό του έχει και τον τίτλου του εκδότη. Εξέδιδε, για ένα φεγγάρι, το (βραχύβιο) περιοδικό TARKIDI. Αντιπροσωπευτική προσπάθεια για τον σοσιαλιστή οργανικό διανοούμενο (εδώ γελάνε;) και στρατευμένο δημοσιογράφο. Και έτσι, με τα πολλά, ο Σπύρος χάθηκε από το προσκήνιο και μας έλειψε. Όλοι εμείς, οι φαν του, ένα ερώτημα είχαμε στο στόμα, από την στιγμή της πρωινής εγέρσεως μέχρι την ώρα της εσπερινής κατακλύσεως: Πού είναι ο Σπύρος Χατζάρας; Τι κάνει το παιδί της Αλλαγής; Πολλές οι φήμες – τόσο γραφικές, όμως, που δυσκολευόμασταν να τις πιστέψουμε. Γιατί εμείς σεβόμαστε τους μεγάλους της δημοσιογραφίας, τιμούμε τις αξίες. Αίφνης, πριν από κανα-δυό χρόνια, να σου ο Σπύρος, από την οθόνη του BLUE SKY, ίδιος κι απαράλλαχτος – όπως τότε, την εποχή της μεγάλης ακμής… H μόνη διαφορά με το παρελθόν, τα έντονα καφεκόκκινα βαμμένα μαλλιά. Πάντα κοκέτης ο Σπύρος… Το μενού της εκπομπής του γνωστό: κατακεραυνώνουμε τη Δεξιά (ανάθεμα κι αν υπάρχει πια τέτοιο πράγμα στην Ελλάδα), τους Εβραίους που κρύβονται πίσω από κάθε δεινό στον πλανήτη ετούτο, τη Λέσχη Bilderberg, τις πολυεθνικές και πάει λέγοντας… (Στη νέα version έχει προστεθεί και ο Soros, τον οποίον ο ευφάνταστος Σπύρος βλέπει να κρύβεται πίσω από τα πάντα...). Αν δεν ήμασταν, μάλιστα, απολύτως βέβαιοι για τη δημοκρατικότητα του Σπύρου (τι διάολο… τόσους αγώνες έδωσε για το πλάτεμα και βάθεμα της δημοκρατίας τη δεκαετία του ’80…), θα τολμούσαμε να τον υποπτευθούμε και για ρατσιστή. Αλλά είπαμε… Μεγάλωσε, λοιπόν, ο Σπύρος, έβαψε και το μαλλί, αλλά το ρεπερτόριο ίδιο και απαράλλαχτο. Η βελόνα κόλλησε και ο Σπύρος δεν έλεγε να την ξεκολλήσει με τίποτα… Η διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη συνεχίζει να αποτελεί το δικό του τοτέμ και ευαγγέλιο. Τα εθνικά θέματα, βεβαίως, και η ανάλογη ανιδιοτελής - φυσικά - ευαισθησία και πάλι, μονίμως, στην ημερήσια διάταξη. Ο Samuel Johnson είχε πει, ως γνωστόν, για τους εθνικώς ανησυχούντες και τους κατ’ επάγγελμα πατριώτες: «patriotism is the last refuge of a scoundrel» (για να το πούμε στη γλώσσα που παίζει στα δάχτυλα ο Σπύρος και να μην τον προσβάλουμε μεταφράζοντας την ρήση). Προφανώς, δεν είχε υπ’ όψιν έναν Σπύρο Χατζάρα… Όλα καλά, λοιπόν, ως εδώ. Ο Σπύρος επέστρεψε, αν και σε μικρό κανάλι, σώος και αβλαβής, ενημερώνοντας και ψυχαγωγώντας το (όχι και τόσο πολυπληθές, εδώ που τα λέμε) κοινό του. Μέχρι που ήλθαν κάποιες – κακόβουλες, χωρίς αμφιβολία και ατεκμηρίωτες, μετά βεβαιότητος – καταγγελίες από το PRESSMME.blogspot.com. Ο Σπύρος, λέει, αν και δημοσιογράφος και άρα, κατά τεκμήριο, κριτικός απέναντι στην εξουσία και το κράτος ήταν, λέει, κρατικοδίαιτος, έμμισθος υπάλληλος της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης, μαζί με άλλα εκλεκτά τέκνα της αλλαγής (και άλλων κομμάτων βεβαίως): Σπύρο Μεταξά, Μιχάλη Γαργαλάκο, Μάρκο Μουζάκη κ.α. Κρατικοδίαιτος ένας Σπύρος Χατζάρας; Ασφαλώς θα αστειεύεστε, κύριοι, με τις ψευτοκαταγγελίες σας. Σπύρος Χατζάρας και κρατική μισθοδότηση είναι, αναμφίβολα, έννοιες ασύμβατες… Ακόμη, όμως, και αν ισχύουν οι καταγγελίες και ο Σπύρος είναι κρατικός υπάλληλος, ουδεμία αργομισθία υφίσταται. Ασφαλώς θα εργάζεται με αυταπάρνηση, όπως έκανε σε όλη του τη ζωή. Πολλοί αναρωτιούνται κακόβουλα: Καλά, αργόσχολος είναι; Πώς είναι δυνατόν να εργάζεται σκληρά το πρωί στη Γ.Γ. Ενημέρωσης, να ετοιμάζει καθημερινή βραδινή εκπομπή στο BLUE SKY και, από την άλλη, να κάθεται με τις ώρες τα μεσημέρια στη Βαλαωρίτου, ενώ, ταυτοχρόνως, συντηρεί 5-6 blogs; Απλώς, είναι γρήγορος και προκομμένος κύριοι! Αυτή είναι η εξήγηση… Επιπλέον, η δύναμη των σοσιαλιστικών ιδεωδών αποτελεί καύσιμο πολλών οκτανίων, προσφέροντας δύναμη και ζωντάνια στον χαλκέντερο και απροσκύνητο δημοσιογράφο με τα full καραμπογιατισμένα μαλλιά…

Sunday, February 15, 2009

Pat Boone: βάψιμο και περουκίνι σε rock ’n’ roll ρυθμό...

Ο γέροντας, πλέον, Pat Boone, 75, αποτελεί έναν ζωντανό θρύλο της αμερικανικής και της παγκόσμιας κουλτούρας (που λέει ο λόγος…). Και ένα τέτοιο καλλιτεχνικό τεμάχιο δεν θα μπορούσε παρά να βγει από τα σπλάχνα της μάνας Αμερικής. Θεωρείται, μέσω των rhythm and blues ασμάτων που ερμήνευσε, ως πρόδρομος του rock and roll, βοηθώντας αυτό το παρεξηγημένο, τότε, είδος μουσικής να γίνει αποδεκτό από τα πλήθη, αν και εμείς τον θεωρούμε περισσότερο έναν μάγο του ελαφρού ρεπερτορίου, που αγγίζει τις ευαίσθητες ψυχές. Κι αυτό γιατί, με την αισθαντική φωνή του, έκανε πολλές καρδιές ερωτευμένων να κτυπούν γοργά και σώματα να ριγούν από έρωτα και πόθο. Πούλησε δίσκους με το τσουβάλι, αναδεικνυόμενος σε εμπορικό καθαρόαιμο περιωπής. Ο λαός λάτρεψε τον πολυσχιδή καλλιτέχνη (πολυσχιδής, γιατί ο Pat, εξόν από τραγουδιστής, τυγχάνει συγγραφέας αλλά και ηθοποιός, καθώς και τηλεοπτικός και ραδιοφωνικός παραγωγός/σχολιαστής). Κι όταν ο λαός μιλά… Έτσι, τα charts έπιαναν φωτιά. Μεγάλη η δημοφιλία του αν και ποτέ δεν έφτασε σε αποδοχή τον «ανταγωνιστή» Elvis, του οποίου έβλεπε πάντα την πλάτη, αποτελώντας, στη συνείδηση των πολλών, μάλλον μια πιο συντηρητική εκδοχή του. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι ο Pat, το «καλό παιδί» της αμερικάνικης μουσικής, συνήθιζε συχνά να εμφανίζεται επί σκηνής πλαισιωμένος από τη σύζυγό και τις κόρες του, οπότε γίνεται εύκολα αντιληπτό για τι τρελό κέφι ομιλούμε… Η μπογιά του άρχισε να ξεβάφει (μεταφορικώς μιλώντας) και έτσι, στα 70s, ο ανάλαφρος καλλιτέχνης το γύρισε στο gospel, που ταίριαζε και περισσότερο με την οπτική του ήθους και της εντιμότητας που αποτελούσε την πυξίδα της ζωής του. Και πράγματι, μολονότι καλλιτέχνης, ο Pat καθόλου δεν ενέδωσε στις σειρήνες του «τεντυμποϊσμού» και του έκλυτου βίου. Χριστιανός, ηθικολόγος και συντηρητικός, μίλαγε στην καρδιά του μέσου αμερικανού. Δεν τολμούσε ο νέος της εποχής να εξοκείλει λιγάκι από τα «πρέποντα», και να’ σου ο κέρβερος της ηθικής Pat, διά του κηρύγματος, παρών, για να του τραβήξει (νοερώς) το αυτί και να τον βάλει, με το ζόρι, στον ίσιο δρόμο. Επιπροσθέτως, μπλέκοντας με πάσης φύσεως θρησκευτικά δόγματα και σέκτες (πάντοτε όμως χριστιανικής κατευθύνσεως, οπότε ΟΚ…), ο καλλιτέχνης απέρριπτε κάθε υποψία συμμετοχής σε «ανήθικα», προκλητικά projects, ενώ διέπρεψε στο τηλεοπτικό χριστιανοπρεπές κήρυγμα. Παρουσιαστής και θρησκευτικών εκπομπών, λοιπόν, με λευκό ή πράσινο (παπαγαλί) κοστούμι και λευκά υποδήματα (που τα υπεραγαπούσε), εκήρυττε το λόγο του Θεού για εγκράτεια και ηθική, με περισσή θέρμη και πειστικότητα (κάτι ανάλογα ελπιδοφόρο και ηθικό ζήσαμε κι εμείς, κάποια εποχή, με το αλήστου μνήμης ιδιωτικό κανάλι των ελλήνων τηλε-ευαγγελιστών Hellas 62 του Θανάση Κατσίγιαννη, την ίδια εποχή που διέπρεπαν επίσης το Κ67 του Προέδρου Λεβέντη, καθώς και το κανάλι του Λεωνίδα – απεβίωσε πρόσφατα – ΙΤΑ8, με τις ψησταριές του και τη μούσα του Άννα Μαρώνη…). Η ευαισθησία του λαοφιλούς καλλιτέχνη σε θέματα ηθικής τάξεως, όμως, καθώς και ο άτεγκτος σε ζητήματα ευπρέπειας χαρακτήρας του καθόλου δεν τον εμπόδισαν να επιτρέψει στον (γνωστό) περιοδικό Hustler, την δεκαετία του ’80, να φωτογραφίσει το… πουλί του! Ντούρος Συντηρητικός a l’ americaine (και όλοι γνωρίζουμε τι σημαίνει αυτό...), ηθικολόγος μέχρι το μεδούλι, προπαγανδίζει την ανάγκη επιστροφής σε πιο ηθικά πρότυπα ζωής. Τα χρόνια πέρασαν, όμως, επικίνδυνα και ο Pat άρχισε να περνά στα αζήτητα… Τότε ήταν που δεν εδείλιασε, με τρόπο τολμηρό και καθάριο, να προσφέρει σπονδή στη γελοιότητα. Το γύρισε στο metal και έτσι τα κοστούμια και τα λαμέ φαρδομάνικα υποκάμισα (σαν αυτά που φορούσε ο Καμπουρίδης, ο Γερολυμάτος και ο Πανταζής τη δεκαετία του ’80) έδωσαν τη θέση τους στο leather outfit, που, κάνοντας contrast με το κρεμασμένο κρέας του Pat, έδινε μια αίσθηση τόλμης, η οποία ουδέποτε έλλειψε από την ψυχή του αδάμαστου και ηθικολόγου καλλιτέχνη. Αυτή θα μπορούσε να είναι, στυλιστικά, η μεγάλη στιγμή της καριέρας του, εάν δεν ερχόταν μια άλλη επιλογή να σφραγίσει αισθητικά την δημόσια παρουσία του: o Pat, μη αντέχοντας τη λεύκανση των τριχών της κεφαλής, περιποιήθηκε την κόμη του με ένα εκθαμβωτικό κομοδινί. Και όχι μόνον αυτό: απελπισμένος από την απώλεια της τρίχας, παρήγγειλε και ετοποθέτησε επί του κρανίου ένα κομψότατο, συνθετικής υφής, περουκίνι, σε χρωματική σύμπνοια με τις (ελάχιστες) φυσικές κομοδινάτες τρίχες που του απέμειναν. Η μεγάλη του δε στιγμή ήταν όταν, κατά τη διάρκεια της παρουσίας του σε ευτελές σώου, και ενώ προσπαθούσε φιλότιμα να αναψύξει το οπωσδήποτε απαιτητικό κοινό του παίζοντας με ένα… λάσο (!), ο παρηκμασμένος καλλιτέχνης, σε ένα από τα γνωστά απότομα σκέρτσα του, έχασε το περουκίνι του, το οποίο εκτοξεύθηκε, σαν ομελέτα που φεύγει από το τηγάνι επιδειξία ερασιτέχνη μάγειρου, λίγα μέτρα μπροστά… (Το βίντεο του εξευτελισμού) Ο Pat είχε, για μια εισέτι φορά, ψυχαγωγήσει το κοινό του – και μάλιστα με το παραπάνω (έστω και παρά τη θέλησή του). Το κοινό (τα οπίσθια του οποίου γλείφουν μετά μανίας όλοι αδιακρίτως) επιβεβαίωσε αυτό που ισχύει πάντα, για όποιον έχει μια στάλα γνώσης ψυχολογίας: λατρεύει και χειροκροτεί τα ινδάλματά του, επιθυμώντας, ταυτόχρονα, και να τα κατασπαράξει. Η αέναη «ειδωλοφαγία» του κοινού καταλήγει στον να αντιμετωπίζει χαιρέκακα και με πανηγυρισμούς ρωμαϊκής αρένας την αποτυχία και την παρακμή των ινδαλμάτων του. Ο κεκλασμένος καλλιτέχνης, ατρόμητος από την άτυχη και φαιδρή αυτή εξέλιξη, την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενος, γέλασε αμήχανα («ξινό γέλιο»), κάτι ψέλλισε, σήκωσε το περουκίνι που είχε πέσει καταγής και το επανατοποθέτησε επί της αραιοκατοικημένης κεφαλής, συνεχίζοντας την λυπηρή και αξιοθρήνητη παράσταση… Συνέχισε, το λοιπόν, να προσφέρει χαρά στο κοινό του παρά τη γελοιοποίηση και τον εξευτελισμό, όπως μόνον οι ταγμένοι καλλιτέχνες γνωρίζουν – οι πάντοτε αφωσιωμένοι στη υπηρεσία του κοινού. Και ο Pat Boone, αναμφίβολα, υπήρξε – και παραμένει – ένας από δαύτους, ακόμη και σήμερα με το θλιβερό περουκίνι και το αξιοθρήνητο κομοδινί βαμμένο μαλλί…

Tuesday, February 10, 2009

Γεροντοέρωτες και βαμμένα μαλλιά…

«Ο εραστής, είναι γνωστό τοις πάσι, πάσχει από μιαν απροσδιόριστη έλλειψη σοβαρότητας», διαπιστώνει, σοφά, ο Κ. Παπαγιώργης. Πολλώ δε μάλλον, όταν διέρχεται την μέση ηλικία, προσθέτουμε εμείς. Η κρίση της μέσης ηλικίας αποτελεί ένα σταυροδρόμι. Αν πάρεις τη λάθος κατεύθυνση, την έκανες... Ο μεσήλιξ (και πάνω), παθαίνει συχνά κάποιου είδους ηλεκτροσόκ, αρχίζοντας να βλέπει την πραγματικότητα μέσα από παραμορφωτικούς φακούς – τους φακούς της ανασφάλειας που η φθορά συνήθως επιφέρει. Η κρίση της μέσης ηλικίας χτυπά τον άνδρα κατακούτελα και η ανάγκη για επιβεβαίωση θεριεύει… Το κορμί αρχίζει και δίνει δείγματα γραφής: Τα μαλλιά αραιώνουν επικίνδυνα ή παίρνουν οριστικό διαζύγιο από το κρανίο, οι κοιλιές μεγαλώνουν, τα προγούλια και τα κρέατα αρχίζουν και κρέμονται. Ο γηράσκων αντικρίζει τον εαυτό του στον καθρέφτη και βλέπει κάποιον άλλον. Η μετάλλαξη έχει αρχίσει… Τότε είναι που χάνει την μπάλα, χαμένος στις ατραπούς μιας πορείας που μόνο γελοιοποίηση και καταστροφή μπορεί να επιφέρει. Αρχίζει η περίοδος που ο σιτεμένος, σε κρίση, συνάνθρωπος νεανίζει. Τα παραφερνάλια μιας τέτοιας μετάλλαξης είναι σε όλους γνωστά. Γελοία, νεανικά ενδύματα, υπερβολικά παρφουμαρίσματα, πολυτελή ή σπορ – και μάλιστα decapotable – αυτοκίνητα, μοντέρνα εσώρουχα (αντί για τα μέχρι τότε Υ σλιπ και σώβρακα). Το μπάνιο βρίσκει συχνά θέση στην καθημερινότητα του βρομύλου μπαμπαλή, ενώ και το ψευδονεανικό λεξιλόγιο επιστρατεύεται με άκρως φαιδρά αποτελέσματα. Το, ούτως ειπείν, γερόντιο, καμένο στον εγκέφαλο από την άρνηση αποδοχής της (φυσικότατης) φθοράς, επιδίδεται σε νεανικού χαρακτήρα σκέρτσα και χυδαίους σεξιστικούς αστεϊσμούς προς το θήλυ… Πόσα και πόσα νέα κορίτσια, σαν τα κρύα τα νερά (τύπου Μάριον ή Ιωάννας), δεν έχουν εμπειραθεί τη γλοιώδη και χυδαία προσέγγιση ενός μορμολυκίου, το οποίο, επιστρατεύοντας νεανική slang και αλαζονικό ύφος που τόση ανασφάλεια δείχνει, επιχειρεί να βάλει την νεαρή πουλάδα στο κοτέτσι για να την ξεπουπουλιάσει… Το ξεμωραμένο γερόντιο νιώθει να κουράζεται με το πέρασμα των ετών. Και δεν αντιλαμβάνεται ότι γι’ αυτό του φταίει κυρίως ο εαυτός του και η αδυναμία προσαρμογής στα δεδομένα της ηλικίας του. «Κάποιος με κουράζει. Νομίζω πως είμαι εγώ» έλεγε ο Dylan Thomas και αυτό ισχύει κατά τεκμήριον στην περίπτωση των ερωτευμένων ραμολιμέντων. Το πεδίο στο οποίο κατ’ εξοχήν δοκιμάζεται η κρίση της ηλικίας είναι, ασφαλώς, το σεξουαλικό. Ο μπαμπαλής κοιτάζει τα όργανά του (εάν μπορεί, λόγω της προτεταμένης μπάκας) και αντικρίζει την Πόλη, μετά την εισβολή του Μωάμεθ του Πορθητή: γκριζόλευκες τρίχες έχουν στήσει τρελό χορό στη βουβωνική χώρα, τα καμπανέλια έχουν κρεμάσει και σταφιδιάσει, το εργαλείο, άλλοτε (ίσως) κραταιό, στητό και ντούρο σαν σιδερόβεργα, τώρα θυμίζει mini λουκάνικο Φρανκφούρτης Όσο, όμως, λείπει το σφρίγος, όσο έχει πάει εκδρομή η σωματική ρώμη, τόσο περισσότερο ο γέρο-ξούρας θέλει την επιβεβαίωση. Πολλά τα μέσα υπεραναπλήρωσης (μερικά τα αναφέραμε ήδη): αυτοκίνητα (μεγάλα ή σπορ), μοτοσικλέτες, νεανικά ενδύματα, sneakers, βραχιόλια και κομποσκίνια στους καρπούς, tattoos, σκουλαρίκια, νεανική αργκό - για να καταλήξουμε στις επινοήσεις της κεφαλής. Τζόκεϊ, ποστίς, περούκες και, πρωτίστως, βαψομαλλίαση – όλα τα τεχνάσματα επιστρατεύονται για να θολώσουν τα νερά. Το μοντέλο του σοβαρού, γοητευτικού γκριζομάλλη δεν μιλά στην ψυχή του ασταθούς και συμπλεγματικού μεσήλικα… Οι φερετζέδες που μεταλλάσσουν την πραγματικότητα αποτελούν στόχο – βάλσαμο στην ψυχή του ανασφαλούς, ναρκισσευόμενου ραμολιμέντου. Με σπαρταριστά, βέβαια, αποτελέσματα, αφού όλοι βλέπουν την κατάντια, εκτός από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο. "Κάθε τι που έχει σχέση με την ανημπόρια, ό,τι δηλαδή δεν μπορεί να ντύσει την αλαζονεία του ιδεώδους, προσφέρει αφορμές στην κωμωδία", υποστηρίζει ο Κ. Παπαγιώργης και πάλι (Ίμερος και Κλινοπάλη). Ο μεσόκοπος ερωτοχτυπημένος, λοιπόν, χορεύει βαλς με το γελοίο. Και – εννοείται – δεν καταλαβαίνει Χριστό... Η κρουστή σάρκα (και η, έστω, πρόσκαιρη κτήση της) κάνει τον ξεκούτη να ριγεί. Στα γέρικα σωθικά του κάτι κινείται – το ίδιο (ίσως) και στα τρεμάμενα σκέλια του. Αλλά και μια (πρόσκαιρη έστω) ψυχική πληρότητα έρχεται να ικανοποιήσει τον γηραλέο θλιβερό (και κατά φαντασίαν κοτσονάτο) εραστή του γλυκού νερού. Το αντικείμενο του πόθου είναι, τύποις, η νεαρή θηλυκή ύπαρξη, αλλά ουσία, δια του αντικατοπτρισμού, αντικείμενο του έρωτα για το ανασφαλές γερόντιο καθίσταται, ναρκισσιστικά, ο Εαυτός. Ο γερο-ερωτοχτυπημένος δεν ερωτεύεται την Άλλην, αλλά το γεγονός ότι η Άλλη (η νεαρή Άλλη) τον αποδέχθηκε. Και ο γηραλέος βαψομαλλιάς εκστασιάζεται... Ανδρέας Μικρούτσικος, Δημήτρης Ρίζος, Γιώργος Τράγκας, Γιώργος Καρατζαφέρης, Αλέκος Βέλιος, Πάνος Παναγιωτόπουλος αποτελούν μερικά μόνο ενδεικτικά παραδείγματα του στυλ «τζόβενο-βαψομαλλιάς» α λα ελληνικά. Ο καθείς τους, ως επίδοξος Λάμπρος Κωνσταντάρας, επιχειρεί να αναμετρηθεί με τον χρόνο που περνά, αλλά ματαίως. Παράσημο από την (εκ των προτέρων χαμένη) μάχη, η γελοιοποίηση… Η ανασφάλεια χτυπάει κόκκινο, τα σάλια τρέχουν, οι μασέλες τρίζουν από πόθο, το μαλλί μπογιατίζεται... Οι ξεμωραμένοι κατά φαντασίαν εραστές είναι πανέτοιμοι – έτσι νομίζουν οι δύστυχοι – για σαφάρι στο πάρκο του έρωτα, προκειμένου να θηρεύσουν κανένα κοκαλάκι. Και η αυτο-γελοιοποίηση κατευθύνεται, πλησίστια, να χτυπήσει τη ροζιασμένη πόρτα του ερωτοχτυπημένου μπάρμπα. Γιατί μπορεί ο κάθε γερο-ξεμωραμένος να κοιτάζει στον καθρέφτη το φτιασιδωμένο του πρόσωπο και τα βαμμένα του μαλλιά και αντί να θρηνεί να αγάλλεται, αλλά οι πατσοκοιλιές, τα ψεύτικα δόντια και τα σκουριασμένα υδραυλικά δείχνουν ότι ο χρόνος είναι αμείλικτος… «Ωραίο πράγμα ο έρωτας. Φτάνει να είναι στην ώρα του. Αλλιώς μοιάζει με ξαναζεσταμένο τσάι», επισημαίνει ο Βασίλης Καραβίτης (Οκνηρίας Εγκώμιον ή Γιατί μας κλαίνε κι οι ρέγγες), αλλά ο αμετροεπής εσχατόγερος, το κατά φαντασίαν τζόβενο, μέσα στην απολαυστική γελοιότητά του, αγρόν αγοράζει, αρνούμενος την συμφιλίωση με τον (αμείλικτο) Χρόνο… "Το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο (και, συγχρόνως, το σπαρακτικότερο, για εκείνους τουλάχιστον που τον νοιάζονται) είναι να τα φέρει έτσι η ζωή ώστε να βρεθεί στα γεράματά του να παίζει τον ρόλο του τζόβενου. Το διαπιστώνουμε συχνά να συμβαίνει, κυρίως με τους γεροντο-έρωτες που εκδηλώνονται τριγύρω, καθώς η κουλτούρα της εποχής επιβάλλει την ψευδαίσθηση ότι η νεότητα επιμηκύνεται", σημειώνει, με την χαρακτηριστική οξυδέρκειά της, η Πανδώρα στο ΒΗΜΑ (31/05/2007).Το χειρότερο πράγμα, όντως. Πόσο μάλλον, όταν, συν τοις άλλοις, συνοδεύεται, δίκην λοφίου, και από τα – αναπόφευκτα – βαμμένα μαλλιά…

Tuesday, February 3, 2009

Λόρδος Berners: ο άνθρωπος που έβαφε το πουλί του…

Τί να πρωτοπεί κανείς για τον Gerald Hugh Tyrwhitt-Wilson, τον γνωστό σε όλους (;) Λόρδο Berners – έναν άνθρωπο που ανήκει στο top ten των προτιμήσεών μας, ανεξαρτήτως ιδιότητος και χρονικής περιόδου. Κατά κυριολεξία, πρόκειται περί Βαρόνου (14th Baron Berners) – έχει, όμως, επικρατήσει ο τίτλος του Λόρδου, αφού έτσι τον γνώριζε ο κοσμάκης και έτσι του απηύθυνε τον λόγο (που λέει ο λόγος…). Όταν μιλάμε για Λόρδο Berners, ας γίνει σαφές ότι μιλάμε για μια πολυδιάστατη, εκρηκτική προσωπικότητα – για ένα σπάνιο ταμπεραμέντο και έναν μεγάλο βρετανό εκκεντρικό. Ο Λόρδος διέπρεψε σε πολλά επίπεδα: ζωγράφος, συνθέτης όπερας και μπαλέτου (ο Stravinsky έπινε νερό στο όνομά του), συγγραφέας – όλες, σχεδόν, οι τέχνες γνώρισαν την «περιποίηση» του Λόρδου και του χρωστούν πολλά. Η δράση, βέβαια, του Berners ξεκίνησε από τον χώρο της διπλωματίας, αφού, μετά την αποφοίτησή του από το Eton, ο - μετέπειτα - Λόρδος επιθύμησε μιαν επαγγελματική απασχόληση. Ο κλήρος και η διπλωματία ήταν οι μόνες επιλογές της εποχής που ταίριαζαν στην κοινωνική προέλευσή του. Τελικά, επέλεξε τη δεύτερη. Πολλοί θυμούνται σημεία και τέρατα κατά τη διάρκεια της θητείας του Berners στον χώρο της διπλωματίας, αφού το πλαίσιο δράσης του συγκεκριμένου επαγγέλματος τού φαινόταν περιοριστικό για την σπινθηροβόλα και ασυμβίβαστη ιδιοσυγκρασία του… Διακόνησε, λοιπόν, με μεγάλη φαντασία, το διπλωματικό επάγγελμα/λειτούργημα, το οποίο, φευ, δεν κατόρθωσε να κρατήσει κοντά του για πολύ τον sui generis ευγενή… Κυρίως, γιατί, με σκοπό να αντιμετωπίσει την πλήξη που του γεννούσε η σοβαροφάνεια των διπλωματών, φρόντιζε, για την δική του ευχαρίστηση, να πιτσιλίζει τους ανωτέρους του με… μελάνι. Οι σπάνιοι αυτοί χαρακτήρες, βεβαίως, στην χώρα μας θα αντιμετωπίζονταν ως αποσυνάγωγοι. Με τη σοβαροφάνεια που επικρατεί στη τιμημένη χώρα της ελιάς, κάθε παρέκκλιση από τις βαρετές, ασφυκτικές νόρμες λογίζεται ως ημι-παράνοια (τουλάχιστον…). Ο Λόρδος, όμως, τα είχε τετρακόσια. Καμία σημασία δεν είχε ότι επεδίδετο σε ουκ ολίγες δραστηριότητες, τουλάχιστον ανεξήγητες για τους πολλούς. Μισάνθρωπος κατά βάσιν, ο Berners προτιμούσε να συναναστρέφεται, αντί για ανθρώπους, μια καμηλοπάρδαλη (το προσωπικό του κατοικίδιο), με την οποίαν απολάμβανε, κάθε απόγευμα, το τσάι του. Έχοντας τεράστια αδυναμία στα σκυλιά, φρόντιζε να τα στολίζει και να τα ευπρεπίζει φορώντας τους κολάρο (στην κυριολεξία) μια σειρά διαμαντιών (diamond collars). Η αγάπη του, μάλιστα, για τα συμπαθή τετράποδα, σε συνδυασμό με την χωρίς όρια εφευρετικότητά του, τον οδήγησε, κάποτε, στην ευφάνταστη έμπνευση να ρίξει το αγαπημένο σκυλί της μητέρας του από το παράθυρο, σε μια προσπάθεια (όπως δήλωσε αργότερα) να το μάθει να… πετάει (το σκυλί πέταξε τελικά, αλλά εις τους ουρανούς…). Αυτό δεν ήταν τυχαίο. Ο Λόρδος Berners έδειχνε μεγάλη αδυναμία στην πτητική διαδικασία. Αγαπούσε με πάθος πρωτόγνωρο τα πτηνά – ειδικά δε τα λατρεμένα του περιστέρια. Είχε αμέτρητα στην οικία του στο Faringdon, στην Οξφόρδη. Επειδή, όμως, έπρεπε να είναι συμβατά με την colourful ιδιοσυγκρασία του, αποφάσισε, εκτός από τα δικά του μαλλιά, τα οποία συχνά «φρέσκαρε» με μπογιά, να βάφει και τα πουλιά του (ο τίτλος, λοιπόν, του κειμένου είναι κάπως παραπειστικός, προκειμένου το κείμενο να καταστεί πιο «πιασάρικο»...). Αμέτρητα περιστέρια (που συχνά κούρνιαζαν και επί της βαμμένης κεφαλής του Λόρδου), βαμμένα σε παλ χρώματα, πετούσαν πάνω από την λόρδικη, πολυτελή, αριστοκρατική οικία, δίνοντας ένα άλλο χρώμα (κυριολεκτικώς) στην καθημερινότητά του (και κάνοντας τους γείτονες να γελούν μέχρι δακρύων…). Ήταν, δε, τόσο φιλόμουσος, ώστε στην vintage, αγαπημένη του Rolls Royce, στη θέση των πίσω καθισμάτων, είχε εγκαταστήσει ένα πραγματικό, λειτουργούν κλειδοκύμβαλο, το οποίο χειριζόταν με ιδιαίτερη επδεξιότητα… Ο "σύζυγός" του (σύμφωνα με δημοσίευμα της Independent, αν δεν κάνουμε λάθος) φαίνεται να είχε δηλώσει ότι ο – μακαρίτης πλέον – Λόρδος υπήρξε ένας υποδειγματικός "σύζυγός", ένας ενδιαφέρων άνθρωπος – με μια διαφορά: κατά δήλωσίν του, ουδέποτε συνευρέθησαν επί της κλίνης (ούτε και οπουδήποτε αλλού, άλλωστε...). Το σεξ δεν υπήρξε στη ζωή του˙ η κλινοπάλη ήταν terra incognita για τον συμπαθή "σύζυγο". Και εδώ σωστός ο Λόρδος. Είχε από ενωρίς αντιληφθεί τον περιττόν, όχι απλώς του έρωτος, αλλά και αυτής ταύτης της ερωτοπραξίας. Δεν σπαταλούσε, λοιπόν, χρόνο και δυνάμεις σε δραστηριότητες σχετιζόμενες με βλέννες και εκκρίσεις. Είχε, όπως δείξαμε, πολύ πιο ενδιαφέρουσες ενασχολήσεις… Όταν αγαπάς μετά πάθους τις τέχνες και όταν είσαι ένας τόσο εφευρετικός άνθρωπος, προτιμάς, ασφαλώς, την καμηλοπάρδαλη ή τη φιλοτέχνηση του πορτρέτου του αγαπημένου σου αλόγου, αφού το έχεις βάλει μέσα στην οικία σου να ποζάρει, από συνευρέσεις στις οποίες αρέσκονται ακόμη και οι λαϊκές τάξεις. Και ο Λόρδος Berners αντιμετώπιζε με συγκατάβαση τις λαϊκές τάξεις… Οι βαρετοί συνάνθρωποι αποτελούσαν το κόκκινο πανί για τον ιδιόμορφο Λόρδο. Στη Βουλή των Λόρδων δεν πάτησε παρά μία φορά. Έβρισκε τις συνεδριάσεις βαρετές μέχρι θανάτου. Επιπλέον, είχε δηλώσει σχετικά: "Στη Βουλή παρέστην μόνον μία φορά. Κάποιος επίσκοπος μου έκλεψε την ομπρέλα μου και από τότε δεν ξαναπάτησα...". Όταν ταξίδευε με τρένο, δεν επιθυμούσε την παρουσία άλλων (συμβατικών) ανθρώπων στο κουπέ. Ποθούσε την ησυχία του. Αφού, λοιπόν, οι «καθώς πρέπει» επιβάτες αναπαύονταν στις θέσεις τους, μετά από λίγο αναγκάζονταν, ένας-ένας, να αποχωρήσουν έντρομοι. Ο λόγος; Ο ευφάνταστος και παιγνιώδης Λόρδος έβγαζε από την δερμάτινη καφέ τσάντα του ένα θερμόμετρο και, αφού κατέβαζε τα παντελόνια του, μετρούσε, κάθε πέντε λεπτά, τη θερμοκρασία του πρωκτικώς… Αυτός ήταν ο ευπατρίδης Gerald Hugh Tyrwhitt-Wilson – ο ξακουστός (και αγαπητός σε όλους μας) Lord Berners

Thursday, January 29, 2009

Ron Jeremy: το πορνογραφικό βάψιμο…

(αφιερωμένο στη Μάριον, που λατρεύει τα μεγάλα μεγέθη...) Ο Ron Jeremy αποτελεί, κατά τη γνώμη μας, τη μεγαλύτερη φυσιογνωμία που εμφανίστηκε ποτέ στον χώρο του ένδοξου και λατρεμένου πορνογραφικού κινηματογράφου. Η πορνογραφική κινηματογραφική τέχνη μπορεί, κάλλιστα, να χωριστεί σε προ Jeremy και μετά Jeremy εποχή (πως λέμε πρό Χριστού, μετά Χριστόν – κάπως έτσι…). Κερδίζει, λοιπόν, ένα περιποιημένο αφιέρωμα και από το ταπεινό αυτό ιστολόγιο – και, μάλιστα, με το σπαθί του (ή με το «παλαμάρι» του – για το οποίο περισσότερα παρακάτω…). Ο Ron κάθε άλλο παρά λαϊκή καταγωγή είχε (όπως πολλοί ενδέχεται, λανθασμένα, να νομίζουν ένεκα επαγγέλματος). Γεννήθηκε και ανδρώθηκε σε μια μεσοαστική οικογένεια, δεμένη και αγαπημένη, που τον ανέθρεψε με πολλή αγάπη και στοργή. Και εκείνος δεν την απογοήτευσε, αφού άφησε έντονο το στίγμα του στον μάταιο τούτο κόσμο. Εβραϊκής καταγωγής η οικογένεια του Ron, παραδοσιακή και αυστηρή, δεν θέλησε να δώσει στην διαπαιδαγώγηση του μονάκριβου γιου της τίποτε λιγότερο από το καλύτερο. Τον σπούδασε, λοιπόν, εκπαίδευση και θέατρο εξασφαλίζοντάς του και μεταπτυχιακές σπουδές (ΒΑ, ΜΑ). Εννοείται, βέβαια, ότι ο νεαρός Ron υπέστη το μαρτύριο της περιτομής επί του – ευμεγέθους – «εργαλείου» του (26 πόντοι, με το συμπάθιο) – του όπλου εκείνου που θα του επέτρεπε να χαράξει το όνομά του με χρυσά γράμματα στις δέλτους της εναλλακτικής καλλιτεχνικής ιστορίας (όχι κυριολεκτικώς, βέβαια, μολονότι σκληρό όργανο και αιχμηρό σαν καλέμι, σύμφωνα με μαρτυρίες κυριών που είχαν την σχετική εμπειρία…). Ξεκίνησε τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα ως διδάσκαλος σε σχολεία, αλλά, τελικά (έχοντας και πολλές ορμές) φαίνεται πως προτίμησε να διδάξει όλους εμάς κάτι διαφορετικό από ιστορία και γλώσσα: τη μαστορική της ερωτοπραξίας (και, βεβαίως, μιας διαφορετικής, οπωσδήποτε, χρήσης της γλώσσας…). Η εμπνευσμένη αυτή στροφή στην καριέρα του δεν βρήκε σύμφωνη, όμως, την οικογένειά του˙ ο τίμιος, μάλιστα, πατέρας εθίγη από την επιλογή του ευφάνταστου γιου του πιστεύοντας ότι εκθέτει την οικογένεια και φτάνοντας μέχρι του σημείου να τον απειλήσει με φυσική εξόντωση! Το συντηρητικότατο, γεμάτο τικ, κοινό της εποχής σοκαρίστηκε όταν είδε τον νεαρό Jeremy να επιδίδεται σε δράσεις γιομάτες έρωτα και, με το αριστερό χέρι να αναπαύεται πότε στο σβέρκο και πότε στη μέση του στιβαρού αυτού γυμνού κορμιού, να κοιτά το κοινό του, με αυταρέσκεια, μέσα από την κάμερα… Η τεχνική, όμως, που δόξασε τον Jeremy και έφτασε τη φήμη του στα πέρατα της οικουμένης ήταν η μοναδική τεχνική της auto-fellatio (αυτο-πεολειχίας θα το λέγαμε στα ελληνικά, καθώς οποιαδήποτε άλλη απόδοση του όρου απάδει της αγωγής μας). Η τεράστια μπάκα του μεγάλου μάστορα της πορνογραφικής τέχνης καθόλου δεν τον εμπόδιζε, ώστε να σκύβει ευλαβικά και να επιδαψιλεύει ο ίδιος τις δέουσες τιμές και περιποιήσεις στο τεράστιο όργανό του. Και αυτό άρεσε πολύ και στα κορίτσια, που ουδέποτε έκρυψαν τον θαυμασμό τους γι’ αυτό το νεαντερτάλιο, αλλά φιλότιμο και επιδέξιο, πλάσμα. Πράγματι, ο Ron δεν ήταν (και δεν είναι) εμφανισιακά προικισμένος. Μάλλον βραχύσωμος και συμπαγής, εξαιρετικά τριχωτός σε όλα τα μήκη και πλάτη του κορμιού του (the werewolf of the sex industry), παχύς και αγύμναστος, δύσμορφος, με μαλλί γλίτσα. Το μουστάκι του – σήμα κατατεθέν μαζί με το όργανό του – το διατήρησε ως ένα δείγμα αντίθεσης στα ειωθότα, αφού όλοι γνωρίζουμε ότι η (ισοπεδωτική) μόδα θέλει τους πορνοστάρ άτριχους. Και εδώ επαναστάτης ο δασύτριχος Ron Ο Θεός, όμως, που είναι κατά βάσιν δίκαιος, ό,τι του αφαίρεσε σε κάλλος, του το προσέφερε απλόχερα σε μέγεθος. Και αυτό ήταν υπερ-αρκετό για τον παχουλό Ron, ο οποίος, κάνοντας λογαριασμό, διαπίστωσε ότι έκανε μεγαλύτερη καριέρα από κάτι φλούφληδες metrosexual πορνοστάρ. Ο μπρούτος και ζωώδης ανδρισμός του ξεχείλιζε από τα μπατζάκια… Διόλου τυχαίο, λοιπόν, το γεγονός ότι ο Ron στέφθηκε πρωταθλητής στον αριθμό εμφανίσεων σε ταινίες πορνό (πάνω από χίλιες), ενώ ο δεύτερος (John Holmes) τον βλέπει – για την ακρίβεια, τον έβλεπε, αφού είναι πλέον μακαρίτης – με το κιάλι… Γι’ αυτό, άλλωστε, και λατρεύτηκε όχι μόνο από το κοινό αλλά και από τις γυναίκες συναδέλφους του: Tabitha Stevens, Kandi Cox, Jasmin St. Claire, Cicciolina και αμέτρητες άλλες – όλες πέρασαν από τον πάγκο του Ron, γευόμενες τους χυμούς του. Καμιά τους δεν εφείδετο εγκωμιαστικών λόγων για τον Ron και ειδικά η ιέρεια του γεροντοφιλικού πορνό Kitty Fox, την οποία, μάλιστα, χάσαμε πρόσφατα (ο Θεός να την αναπαύσει…). Τον Ron, αν δεν γνωρίζαμε ότι είναι αμερικανο-εβραίος, θα μπορούσαμε, κάλλιστα, να τον θεωρήσουμε ως ομοεθνή μας. Βραχύσωμος, κοιλαράς, «σκόρπιος», πλακατζής, κομπάζων ως προς το μέγεθος του εργαλείου του και τις ερωτικές του επιδόσεις, με χρυσά δαχτυλίδια και αλυσίδες στα χέρια, κορδωμένος και αυτάρεσκος – θα μπορούσε, άνετα, να εκφράζει την ελληνική λεβεντιά… Είναι, άλλωστε, και πολύ μελαχρινός, αν και, πια, το κατάμαυρο χρώμα σε μαλλί και μουστάκι διατηρείται χάριν της μπογιάς, γιατί ο Ron επιδίδεται μετά πάθους στο σπορ της βαφής. Ενδιαφέρον έχει ένας ιδιαίτερος δεσμός του καλλιτέχνη με τη χώρα μας. Αγαπά υπερβολικά τις ελληνίδες, τις οποίες φαίνεται να ξεχωρίζει από τις άλλες φυλές γυναικών. «Οι ελληνίδες είναι οι πιο λαχταριστές» φέρεται ειπών σε έλληνα έμπορο του Las Vegas ο λαοφιλής πορνοστάρ. «Είναι κοντόσωμες και άρα πιο “κουλαντρίσιμες”, ενώ είναι και πολύ τριχωτές. Μερικές, μάλιστα, έχουν μέχρι και ελαφρύ μουστάκι! Αυτό μου αρέσει, γιατί ξυπνά μέσα μου το ζώο… Μου αρέσει, γιατί η τρίχα δείχνει ερωτισμό, αλλά μου θυμίζει και τον εαυτό μου, αφού έχω τρίχες μέχρι… και στην πλάτη. Όταν κάνω έρωτα σε ελληνίδα, είναι σαν να κάνω έρωτα στον εαυτό μου! Είναι μια αίσθηση αντίστοιχη της auto-fellatio» τόνισε, με εξομολογητική διάθεση, ο γεροδεμένος επαγγελματίας του έρωτα. Μεγάλο σουξέ οι ελληνίδες… Ο Ron Jeremy, alive and kicking, εργάζεται, ακόμη και σήμερα, σκληρά και υπεύθυνα, συνεχίζοντας να χαρίζει στιγμές μεγάλης απόλαυσης και αγαλλίασης στο φιλοθέαμον κοινό. Το τεράστιο όργανο και η ερωτική μαστοριά του αποτελούν τα «διαπιστευτήριά» του… Το γιγαντιαίο εργαλείο-τρυπάνι (που έθελξε, αλλά και τρόμαξε πολλές γυναίκες – συναδέλφους του και μη) δουλεύει ακόμη στην εντέλεια. Το προσόν αυτό, σε συνδυασμό με το κατάμαυρα βαμμένο μαλλί, εξασφαλίζει στον Ron, δεκαετίες τώρα, χρήμα, δόξα και τιμή. Άξιος Ron Jeremy και Kitty Fox σε ερωτικές τρέλες: www.redtube.com/3269

Saturday, January 24, 2009

Θάνος Λειβαδίτης: η περούκα της τιμιότητας…

Ο Θάνος Λειβαδίτης γεννήθηκε μια παγωμένη μέρα του 1934 στη μαγευτική Λαμία. Το μέλλον του στον χώρο της Τέχνης ήταν προδιαγεγραμμένο. Ο ευαίσθητος ψυχισμός του, σε συνδυασμό με τις οικογενειακές καταβολές, καθιστούσαν τον δρόμο της καλλιτεχνίας μονόδρομο για τον σεμνό Θάνο. Από οικογένεια με σπουδαία καλλιτεχνική φλέβα (γιος του ηθοποιού Αλέκου και αδελφός του ποιητή Τάσου), η εφηβεία τον βρήκε να σπουδάζει ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου της Αθήνας και μάλιστα δίπλα στον Γιάννη Μόραλη. Η υποκριτική, όμως, ήταν η τέχνη που θα κέρδιζε για τα καλά την καρδιά του Θάνου. Έτσι, αφού αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, δοκίμασε την τύχη του στο λεγόμενο «σοβαρό» θέατρο: Σοφοκλής, Σαίξπηρ, Μολιέρος ήσαν μερικοί μόνο από τους μεγάλους συγγραφείς με τα κείμενα των οποίων αναμετρήθηκε ο Θάνος (με αμφιλεγόμενα, πάντως, αποτελέσματα...), δίπλα σε τιτάνες όπως, μεταξύ άλλων, ο Θάνος Κωτσόπουλος, η Κατίνα Παξινού, ο Αλέξης Μινωτής, ο Δημήτρης Χορν. Τελικά, όμως, αφού δεν ευδοκίμησε και τόσο η περιήγησή του στο χώρο του θεατρικού σανιδιού, στο διάβα του Θάνου βρέθηκε ο κινηματογράφος και η τηλεόραση – μέσα τα οποία τον κατέστησαν δημοφιλή στο πανελλήνιο και του εξασφάλισαν τη λαϊκή αποδοχή και αποθέωση. Όλοι θυμόμαστε με συγκίνηση τον Θάνο, στις παλιές ασπρόμαυρες ταινίες (Το Φτωχόπαιδο, Φουκαράδες και Λεφτάδες, Παιδί μου δεν Αμάρτησα κλπ.), στο ρόλου του έντιμου πλην πτωχού φοιτητή (πότε της Νομικής, πότε του Πολυτεχνείου) να προσπαθεί να σπάσει τα δεσμά της κατώτερης τάξης στην οποίαν ανήκε και τον κρατούσαν αλυσοδεμένο στα τάρταρα... Μολονότι έντιμος και δουλευτής, η ταπεινή καταγωγή και η ανέχεια της οικογένειάς του τον εμπόδιζαν να ακολουθήσει τον δρόμο για τον οποίον ήταν φτιαγμένος και να νοικοκυρευτεί με τα κορίτσια (συνήθως μεγαλοαστικής καταγωγής) για τα οποία η καρδιά του επάλλετο από έρωτα (ποια κορίτσια, δηλαδή – τη μία και μόνιμη, με την βαριά πελοποννησιακή προφορά γεμάτη λιι και νιι, Μέμα Σταθοπούλου…). Τα χαστούκια της ζωής, όμως, τον πείσμωναν και πάντα θα έβρισκε στο τέλος μια λύση, με τη συμπαράσταση του, ταπεινής καταγωγής, πατέρα του (πότε ο Λαυρέντης Διανέλος, πότε ο Παντελής Ζερβός…). Και στην τηλεόραση, όμως, γνώρισε στιγμής μεγάλης δόξας – κυρίως σε ρόλους αναζητητή της αλήθειας, τιμωρού της παρανομίας και εγγυητή της τιμιότητας (Οι Ιερόσυλοι, η Έκτη Εντολή, οι Δίκαιοι κλπ.). Πότε ως δημοσιογράφος Άρης Μαρτέλης, πότε ως δικηγόρος Άγγελος Καρνέζης, καταδίωκε την αδικία μέχρι τελικής πτώσεως. Χωρίς δικαιοσύνη, η ζωή ήταν αφόρητη για τον Θάνο ως Μαρτέλη/Καρνέζη, εξ ου και η αταλάντευτη προσήλωσή του στον εντοπισμό και κολασμό του Κακού και της Απάτης… Δεν είχε στοιχεία βεντετισμού ο σεμνός Θάνος. Γι’ αυτό και αυτόπτες μάρτυρες τον θυμούνται, στις ανά την επαρχία περιηγήσεις του για την παρουσίαση θεατρικών έργων, να διαφημίζει ο ίδιος στους δρόμους και τα σοκάκια το έργο του. Έβγαζε από το παράθυρο της μπάνικης (ψευτοσπόρ) λευκής Celica, της οποίας ήταν ο υπερήφανος ιδιοκτήτης, μια μικρή ντουντούκα, διαλαλώντας ο ίδιος, με ταπεινότητα, την καλλιτεχνική του πραμάτια! Στο τέλος, μετά τις παραστάσεις, κέρδιζε άξια το χειροκρότημα από τους διψασμένους για τέχνη κατοίκους της τίμιας ελληνικής επαρχίας… Συμπαθέστατη παρουσία ο Θάνος, αγαπήθηκε όσο λίγοι και από το πανελλήνιο και από τους φίλους του στην πλατεία Κολωνακίου, της οποίας υπήρξε πιστός φίλος και στην οποία ξημεροβραδιαζόταν… Ειδικά τα τελευταία χρόνια, όταν είχε αφήσει την ηθοποιία (ή τον είχε αφήσει εκείνη – δεν είναι εξακριβωμένο), ο αγαπητός σε όλους Θάνος μπορούσε να διηγείται στις παρέες του ατέλειωτες ιστορίες και παρασκήνια από τα χρόνια της καλλιτεχνικής του ακμής με τις ώρες. Ειδικά, μάλιστα, λίγο πριν το θάνατό του, η αναπόληση ήταν κάτι που του προσέφερε ανείπωτη χαρά (δεν ξέρουμε αν το ίδιο ίσχυε και για τους ακροατές των αναπολήσεων…), οπλίζοντάς τον, ταυτόχρονα, με κουράγιο για να συνεχίσει την πορεία στο κακοτράχαλο μονοπάτι της ζωής… Εκείνο, πάντως, που είχε κάτσει βαριά στον Θάνο ήταν η απώλεια των μαλλιών του. Η απελπισία που ένιωθε γι’ αυτή την έλλειψη τον οδήγησε στον δρόμο της περούκας. Επρόκειτο, δε, για μια (σκουρόχρωμη) περούκα τόσο κακοκατασκευασμένη και ψεύτικη, απολύτως αναντίστοιχη με την ηλικία του, που του καθόταν επάνω στο κεφάλι σαν χελιδονοφωλιά. Το συμπαθές, όμως, του χαρακτήρα του μετρίαζε, αναμφίβολα, τις αρνητικές εντυπώσεις και το ελληνικό κοινό του συγχωρούσε αυτή την κακόγουστη επιλογή. Ο θάνατος συνάντησε τον Θάνο Λειβαδίτη μια φθινοπωρινή ημέρα του 2005. Εκεί έπεσε αυλαία για τον συμπαθή και δημοφιλή ηθοποιό. Με το θάνατό του, το πανελλήνιο έχασε ένα λαϊκό είδωλο, η τέχνη της υποκριτικής έναν σεμνό, ακάματο εργάτη - και η πλατεία Κολωνακίου έναν πιστό θαμώνα… http://www.youtube.com/watch?v=0PYY92v65mM http://www.youtube.com/watch?v=x4FYEJc_Gj8&NR=1

Monday, January 19, 2009

Terry Thomas: το αριστοκρατικό βάψιμο…

Μετά το αφιέρωμα στον φρικαλέο Πάνο Παναγιωτόπουλο (που μας άφησε μια δυσάρεστη, στυφή επίγευση), ας αποκαθαρθούμε με κάτι ολωσδιόλου διαφορετικό – σε στυλ και σε ουσία (το στυλ είναι η ουσία, βεβαίως, αλλά ας μην περιηγηθούμε στις ατραπούς μιας τέτοιας συζήτησης…). Κυρίες και κύριοι: Terry Thomas, το, χωρίς αμφιβολία, αριστοκρατικό βάψιμο! Ο μεγαλειώδης Terry ανήκει, το δίχως άλλο, σε μια διαφορετική, ευγενέστερη εποχή. Οι πιο ευαίσθητοι εξ ημών την αναπολούμε (χωρίς, ωστόσο, λόγω ηλικίας, να την έχουμε ζήσει) με νοσταλγία και – γιατί όχι – με φθόνο: χειροφιλήματα, κομψά ενδύματα, γάντια, brylcreem, bowlers, doffing (ο περίφημος χαιρετισμός δια του ελαφρού αγγίγματος ή ανασηκώματος του καπέλου), χειροποίητες (μαύρες και μόνο μαύρες) ομπρέλες, φουλάρια, plus twos /plus fours, κομψά νυχτοπερπατήματα με τζαζ και (ευγενικό) χορό στα cabaret you get the picture… Σ’ αυτές τις ένδοξες, κομψότατες εποχές, κατά τις οποίες η υψηλή (όσο και απολεσθείσα) τέχνη του gentlemanship βρισκόταν στο απόγειό της, ακόμη και η ατιμία είχε το στυλ της˙ ουδεμία σχέση με τη σημερινή vulgarité, όπου η απάτη αποτελεί υπόθεση φρικτών, αντιαισθητικών, ακορέστων κοστουμάκηδων ή λούμπεν στοιχείων – ακαλλιεργήτων, κακοντυμένων, ακαλαισθήτων… Ο (ασφαλώς βρετανικής καταγωγής) Terry Thomas (γεννηθείς το 1911 στο Λονδίνο), με τους τρόπους, την κομψότητα και το εν γένει μεγαλείο του ήλθε να ενσαρκώσει τον δανδή απατεώνα της upper class – και έφερε εις πέρας τον σκοπό του με αξιοπρόσεκτη επιτυχία. Σήμα κατατεθέν του η κομψοτάτη πίπα σιγαρέτων, που στηρίζεται – με περίσσια χάρη – ανάμεσα στα λεπτά, μακριά δάκτυλα του αριστοκράτου-απατεώνος˙ επίσης, οι ρόμπες, τα pinstripe κοστούμια (για τις περιηγήσεις εντός του άστεως) και τα tweed (για τις εξοχικές εξορμήσεις του σαββατοκύριακου)… Τα bespoke κοστούμια του παραγγέλνονταν στη Savile Row, στο Mayfair, ενώ υποκάμισα και γραβάτες αυστηρώς από Jermyn Street. Ακόμη και τα εσώβρακά του (άνετα και, πάντοτε – ασφαλώς – λευκά) ήσαν χειροποίητα… Φυσικό χαρακτηριστικό του, αυτό το (όχι και τόσο ανεπαίσθητο) κενό στους εμπροσθίους οδόντας του δημοφιλούς ηθοποιού. Ενώ, συνήθως, το συγκεκριμένο κενό ταυτίζεται, από ειδικευμένους φυσιογνωμιστάς, με την κάπως περιορισμένη νοημοσύνη, στην περίπτωση του Terry Thomas κάθε άλλο παρά αυτό ίσχυε (τέρας ευφυίας ο Terry). Γνωστή, επίσης, η φιλοπαίγμων διάθεση του κορυφαίου ηθοποιού – σε αντίθεση με τον κατατονικό και καταθλιπτικό χαρακτήρα άλλων μεγάλων κωμικών... Από την περσόνα αυτή δεν θα μπορούσε να λείπει και το στοιχείο της λατρείας προς το «ασθενές φύλο». Λάτρης της γυναικείας χάριτος ο Terry, θυσίαζε τα πάντα χάριν του θησαυρού που ονομάζεται τρυφερή γυναικεία σάρξ. Ελάτρευε ιδιαιτέρως τα μακριά πόδια και τα μεγάλα, τροφαντά στήθη, ενώπιον των οποίων έχανε το φως του… Αυτός ήταν και ο λόγος που ο γάμος του με την νοτιοαφρικανή σκουρόχρωμη γαζέλα Ida Patlanski δεν μπόρεσε να στεριώσει. Ο είλωτας του αιδοίου, Terry, δεν μπορούσε να προσφέρει αποκλειστικότητα. Την χάρη, το στυλ και την κορμοστασιά του έπρεπε να την απολαύσουν και άλλες γυναίκες – όσο το δυνατόν περισσότερες. Δίκαιη, λοιπόν, η απόφασή του να αποφεύγει, έκτοτε, τις δεσμεύσεις… Κάπου εκεί, έρχεται να ενταχθεί και η συνήθεια της βαφής της κόμης (κόμης ταιριαστής με το εξαίσιο, διακριτικό μουστάκι) – μια αισθητική παρασπονδία, που συγχωρούμε, βεβαίως, στον δανδή ηθοποιό. Γιατί, στόχος του ήταν πάντοτε η – με τα μέτρα της εποχής – αισθητική τελειότητα. Δεν ήταν, λοιπόν, δυνατόν, να επιτρέψει σε μερικές λευκές τρίχες να του χαλάσουν την αψεγάδιαστη εικόνα, που με τόσο κόπο φιλοτεχνούσε. Να που, τελικώς, όλα τα ζητήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται διαλεκτικώς. Το βαμμένο μαλλί δεν είναι και πάντα κάτι το… αξιοκατάκριτο $%$*^*. Η παραδοχή αυτή καταδεικνύει, βεβαίως και το δικό μας μεγαλείο ψυχής: δεν είμαστε μονομανείς και εμπαθείς, απορρίπτοντας αδιακρίτως το βαμμένο μαλλί (θα έλεγα, μετά από μια τέτοια επισήμανση, ότι δεν είμαστε ούτε και σεμνοί, αλλά ούτε και ειλικρινείς…). (υιός: Πατέρα, ο ελέφαντας πετάει;/αυριανιστής πατέρας: Πού άκουσες, παιδί μου, τέτοιες ανοησίες;/υιός: Το διάβασα στην Αυριανή, πατέρα.../αυριανιστής πατέρας: Έ, να σου πω… Μια πετάει, μια δεν πετάει… – αυτά για την μεροληψία μας κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε…). Ο gentleman Terry Thomas ετίμησε – κυρίως – την ανυπέρβλητη βρετανική κωμωδία όσο ολίγοι. Εχάρισε στο πολυπληθές κοινό του στιγμές μεγάλης απολαύσεως (και – θα τολμούσα να πω – μεταρσιώσεως). Επέταξε, όμως, εις τους ουρανούς μια αποφράδα ημέρα του 1990... A man of great calibre (για να το εκφράσουμε στη γλώσσα που καταξίωσε αυτόν τον μεγάλο της υποκριτικής τέχνης και του στυλ), θα μείνει για πάντα ζωντανός στη μνήμη μας. Κάθε φορά που θα τον απολαμβάνουμε στις οθόνες μας, ένα σφίξιμο στο στομάχι θα μας θυμίζει ότι η εποχή στην οποίαν μεγαλούργησε ο εστέτ Terry έχει περάσει ανεπιστρεπτί… Terry Thomas: μια εξαιρετική φυσιογνωμία, ένας κομψός γυναικάς – ένας μεγάλος, αριστοκρατικός βαψομαλλιάς… http://www.youtube.com/watch?v=NaGcCj0WVgg&feature=related

Wednesday, January 14, 2009

Πάνος Παναγιωτόπουλος: το αυτάρεσκο και αντιπαθητικό βάψιμο (μετ’ εμφυτεύσεως)…

Αφού ζητήσουμε συγγνώμη για την ολιγοήμερη απουσία μας στα Λονδίνα (για τις ανάγκες μια μικράς εμφυτεύσεως εις την κορυφή της κεφαλής στην κλινική Hurlingham) και αφού επιστήσουμε την προσοχή στους απαγωγείς του πλοιοκτήτου Παναγοπούλου ότι ο συμπαθής ισχυρός άνδρας του εφοπλισμού εκτός από τα φάρμακά του έχει ανάγκη και την βαφή του (συγγνώμη για το κάπως vulgar αστείο), ας στρέψουμε την προσοχή μας σε έναν θεό της τέχνης της βαψομαλλίασης, τον (κατά δήλωσίν του) «πάντα δημοσιογράφο» και νυν και αεί πολιτευόμενο Πάνο Παναγιωτόπουλο. Για τον Πάνο Κόκκινο Πάνο, ή Πανάρα ή Κοντο-πάνο – λογοπαίγνιο σχετιζόμενο με το ύψος του) θέλαμε να γράψουμε από την πρώτη στιγμή που ξεκινήσαμε αυτή την κοπιώδη προσπάθεια ξεμπροστιάσματος των γραφικών βαψομαλλιάδων. Του άξιζε, όμως, ένα μεγάλο κείμενο˙ εμάς, όμως, μας διακατείχε μια σχετική μουργέλα. Να, τώρα, που οι συνθήκες ωρίμασαν (όπως και ο Πάνος – δυστυχώς, όμως, εκείνος μόνο ηλικιακά) και έφτασε η ώρα για την δέουσα προσωπογραφία σε έναν Μεγάλο. Την κατανόησή σας, λοιπόν, για το μέγεθος του profile, αλλά μια φορά γράφουμε για έναν Πάνο Παναγιωτόπουλο και τα μολύβια παίρνουν φωτιά… Ο Πάνος αποτελεί περίπτωση one of a kind. Προσωπικώς, θεωρούμε ότι αποτελεί μια οιονεί μασκώτ της Ελλάδος (ειδικά στην κατηγορία «πολιτικοί-βαψομαλλιάδες»). Θα λέγαμε, μάλιστα, ότι ο Πάνος είναι ο «Mr Ελληνικός Σωματότυπος» [«το σωματότυπο» (sic), όπως αναφέρει την λέξη ο "δημοσιογράφος" Άρης Σπίνος, αλλάζοντας γένος – και αλλάζοντας, γενικώς, την παναγία σε γραμματική και συντακτικό από το Αποκαλυπτικό Δελτίο του Extra διαύλου], αλλά εκφράζει και την αντιπροσωπευτική ψυχοδομή του «μέσου» Έλληνος. Βραχύσωμος και μελαχρινός, ως προς την εμφάνιση, αυτάρεσκος, πομπώδης, πείσμων, ξερόλας, δοκησίσοφος, εξυπνάκιας, φανφαρόνος, συμπλεγματικός, ως προς την συμπεριφορά. Τα δείγματα του χαρακτήρα του ήσαν εμφανή ήδη από τα σχολικά του χρόνια. Η αντιπάθεια που προκαλούσε η ξερολίαση του μικρού Πάνου ξεπερνούσε κάθε όριο. Οι συμμαθητές του φαίνεται να τον θυμούνται με αισθήματα αποστροφής. Συχνά έπαιρνε τον λόγο από τους συμμαθητές του αυθαίρετα (ήθελε να μιλά μόνο εκείνος και, μάλιστα, ακαταπαύστως), ενώ ένα επιπλέον χαρακτηριστικό του υπήρξε η συνήθειά του να σηκώνει το χέρι στην τάξη για να απαντήσει, επαναλαμβάνοντας απλώς, υπό μορφή συμπιλήματος και δίχως ίχνος πρωτοτυπίας, ό,τι είχαν απαντήσει προηγουμένως άλλοι μαθητές. «Αφόρητη η εκνευριστική αυτή συνήθεια του Παναγιωτόπουλου», θυμάται παλαιός συμμαθητής του – έμπορος την σήμερον. «Μου ερχόταν να τον στραγγαλίσω. Πολύ αντιπαθητικός τύπος, από τότε… Πιστεύω ότι διακατεχόταν από έντονα συμπλέγματα μειονεξίας. Είχε μικρό ανάστημα, ήταν άσχημο παιδί και ήταν επίσης εντελώς άτριχος. Ένιωθε μειονεκτικά προσπαθώντας να επιβληθεί μέσω άλλων οδών». Και πράγματι, στα ζητήματα φυσικού κάλλους, ο Πάνος δεν φάνηκε τυχερός. Ο Πανάγαθος εστάθη φειδωλός ως προς τα φυσικά χαρίσματα που εδώρισε στον δύσμοιρο Πάνο, όθεν και το θρυλούμενο αίσθημα μειονεξίας, από το οποίο, προφανώς, προέρχεται το αλαζονικόν και το ανασφαλές του χαρακτήρος του. Οι τσάτρα-πάτρα γνώσεις που απέκτησε ο Πάνος κατά την πανεπιστημιακή του εκπαίδευση (σπουδές πολιτικού μηχανικού και Νομικής – τι εμπνευσμένος συνδυασμός…), καθώς και η φανερή κλίση του προς τον ακατάσχετο βερμπαλισμό τον οδήγησαν, αναπόφευκτα, στον σεπτό χώρο της δημοσιογραφίας. Ο λογιοτατισμός, η πομπώδης ασημαντολογία και η στραμπουληγμένη γλώσσα που χρησιμοποιούσε (και χρησιμοποιεί) η ελληνική «πολιτική» δημοσιογραφία μίλαγαν στην καρδιά του Πάνου και στο «πολιτικό ρεπορτάζ» ο αδολέσχης βουλευτής βρήκε το λιμάνι του. Ως πολιτικός συντάκτης, πλέον, ο Πάνος λιγουρεύτηκε την είσοδο σε ένα μεγάλο πολιτικό τζάκι. Και βρήκε τον τρόπο, μέσω της αγαπημένης κόρης του Νανά Τσαλδάρη, Μάουζι. Η μητέρα της, Πανδώρα, φαίνεται ότι δεν ενέκρινε αυτή τη σχέση, ούτε, βεβαίως, την προοπτική του γάμου. Προόριζε τη θυγατέρα της για κάτι καλύτερο, για κάτι... υψηλότερο (όχι, αναγκαστικώς, ως προς το φυσικό ύψος…). Ο Νανάς, όμως, δέχτηκε την επιλογή του βλασταριού του και ο γάμος συνετελέσθη. Από εκεί και πέρα, με τις πλάτες του πεθερού του, ο Πάνος αρχίζει μια τρελή επαγγελματική κούρσα, που του εξασφαλίζει ξέφρενη άνοδο (πάντα με βάση τα ελληνικά δεδομένα και κριτήρια, γιατί αλλιώς…). Εφημερίδες, ραδιόφωνα, περιοδικά, τηλεοράσεις – όλα τα μέσα γνώρισαν την δημοσιογραφική αξία ενός Πάνου Παναγιωτόπουλου και εκείνος κωλοκάθησε σε πολλές δημοσιογραφικές καρέκλες (πολλές από τις οποίες ξεχαρβάλωσε λόγω του βάρους του, αλλά αυτά παρακάτω…). Πολιτική: Μια Υπόθεση που θα μπορούσε να είναι μέχρι και Ροκέως και ροκ» – «το μέχρι είναι χρονικό» – τον διόρθωνε ο διευθυντής του Αθήνα 9.84, Γιάννης Τζανετάκος) και Προφίλ υπήρξαν οι μεγάλοι του δημοσιογραφικοί σταθμοί. Η Μάουζι φαίνεται ότι πολύ ταλαιπωρήθηκε από αυτόν τον γάμο και τον αυταρχικό χαρακτήρα του Πάνου (να και πάλι το «σύνδρομο του Ναπολεόντος» που το έχουμε θίξει με άλλη αφορμή). Τελικά, ο γάμος ελύθη, προ ετών, με την ανακούφιση ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της εύθραυστης Μάουζι, η οποία βρήκε απάγκιο στη ζεστή αγκαλιά γνωστού κοσμηματοπώλου των Αθηνών. Δεινός raconteur (που λέει ο λόγος…), ο φαφλατάς Πάνος διατείνεται ότι ο θηλυκός πληθυσμός δεν μπορεί να αντισταθεί στη γοητεία του λόγου του (το γνωρίζουν, άραγε, οι γυναίκες;). Ανεζήτησε, λοιπόν, τον έρωτα (και την «αποκατάσταση») αυτή τη φορά στο πρόσωπο της Αικατερίνης Λαλαούνη, της γνωστής οικογενείας των κοσμηματοπωλών. Πάντοτε επώνυμες και εύπορες οικογένειες βρίσκονταν στο διάβα του Πάνου. Όλως συμπτωματικώς, χωρίς αμφιβολία… Ο πατήρ Λαλαούνης, όμως, έθεσε βέτο στην προοπτική γάμου, θεωρώντας τον Πάνο ως ακατάλληλο για την λατρεμένη κόρη του. Η απόρριψις αυτή συνέτριψε την ψυχή του επηρμένου δημοσιογράφου. Τελικώς, ο γάμος, πράγματι, δεν έλαβε σάρκα και οστά, διελύθη και ο απλούς δεσμός, και έτσι ο Πάνος έμεινε μπουκάλα… Ταφόπλακα στην δημοσιογραφική καριέρα του Πανάρα στάθηκε η γνωστή εκπομπή με τον Βασίλη Λεβέντη και τις πίτσες στον ANT1. Ο οιηματίας δημοσιογράφος βρήκε τον μάστορή του στο πρόσωπο του «Προέδρου» και έτσι το επάγγελμα τον εξέβρασε. Πόσο ταιριαστό, ειρωνικό τέλος για τον κομπορρήμονα Πάνο Ακολούθως ενεπλάκη, ένεκα γνωριμιών και «αντιπαροχών», στην πολιτική με το κόμμα της ΝΔ, χωρίς να αφήσει κάποιο ιδιαίτερο στίγμα, πέρα από τον, χωρίς όρια, βερμπαλισμό. Κορυφαία, κατά τη γνώμη μας, στιγμή του, όταν, σε ανοιχτή συγκέντρωση όπου ομιλούσε, ένα… αυγό ήλθε να προσγειωθεί στο ατσαλάκωτο blazer του Πάνου, κάνοντας θρύψαλα τον εγωισμό του. Η τηλεοπτική μετάδοση του περιστατικού τον καταρράκωσε… Η αποτυχία του στην πολιτική σφραγίστηκε με την αποπομπή του από την θέση του Υπουργού Απασχολήσεως κι από τότε δεν μπορεί να σηκώσει κεφάλι… Και μια που αναφερθήκαμε στο κεφάλι, να επισημάνουμε ότι η τεράστια ανασφάλεια και το σύμπλεγμα μειονεξίας που κατατρύχει τον Πάνο φαίνεται και από την αντιμετώπιση στο θέμα «μαλλιά». Ήταν πολύ γνωστό ότι ο δημοσιογράφος είχε αποφασίσει να στήσει «Γραμμή Μαζινό» ως προς την επέλαση των λευκών τριχών. Έτσι, από σχετικά νεαρή ηλικία, ξεκώλωνε στο βάψιμο το τριχωτό της κεφαλής του. Κόβει, μάλιστα, και πολύ κοντές τις φαβορίτες, ώστε να μην φαίνονται λευκές τρίχες (παρ’ όλα αυτά το λευκό είναι εμφανές…). Και όχι μόνον αυτό. Ο αθεόφοβος Πάνος, καθότι άρχισε να χάνει τρίχες στο εμπρόσθιο κυρίως μέρος της κεφαλής, προχώρησε (παραπάνω από μια φορά) στην απέλπιδα «λύση» της εμφυτεύσεως. Εδώ και χρόνια, η κεφαλή του αποτελεί θέμα γλαφυρού σχολιασμού μεταξύ βουλευτών και δημοσιογράφων, καθιστώντας τον Πάνο τον περίγελω του κοινοβουλίου… Εκείνος, όμως, επιμένει στη λύση βαφής και «τριχοπροσθέσεως», παρουσιάζοντας κόμη που ομοιάζει με κράνος. Το ψυχολογικό του κενό είναι τεράστιο για να αντιληφθεί το γελοίον του πράγματος… Ο Παναγιωτόπουλος είναι δεινός κοσμικός. Κανένα βράδυ δεν κάθεται μέσα να ησυχάσει, να σκεφτεί, να διαβάσει κανένα βιβλίο. Η ανασφάλειά του τον οδηγεί στις κοσμικές λεωφόρους, με σκοπό την αναζήτηση της συνεχούς επιβεβαιώσεως. Ο Πάνος, όμως, αποτελεί μια ατόφια λαϊκή φλέβα. Κοσμικός Αθηναίος ενθυμείται ότι κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου του 2004, διοργάνωσε, προς τιμήν του πολιτευομένου, soiree. Η συμφωνική μουσική που έντυνε ηχητικά την εκδήλωση (σε χαμηλή, διακριτική ένταση) δεν άρεσε στον μερακλή Πάνο, ο οποίος, σε μια έξαρση λαϊκότητος, εζήτησε (κάπως αγενώς και τραμπουκοειδώς είν’ η αλήθεια) από τον ευγενή οικοδεσπότη να αλλάξει τη μουσική. «Άσε αυτά και βάλε λίγο Μητσάκη» φαίρεται να πρόσταξε ο γίγας της (μικρο) πολιτικής. Σε δυο τρία λεπτά το «φτωχό κομπολογάκι μου» δονούσε τους τοίχους της καλόγουστης μονοκατοικίας – πράγμα που οδήγησε τον Πανάρα στο να ρίξει και τις γυροβολιές του κρατώντας το (πανταχού παρόν) χονδρό κιτρινωπό κομπολόι του – το σήμα κατατεθέν του (μαζί με το βαμμένο, εμφυτευμένο μαλλί, βεβαίως)… Ο Πάνος, όμως, είναι και ένα κινητό τικ. Για τι να πρωτομιλήσει κανείς… Για το φρύδι που πηγαίνει πάνω-κάτω δίκην εμβόλου; Για την χαρακτηριστικότατη κίνηση, όπου με τον δείκτη ή τον μέσο στερεώνει στην μύτη του τα ματογυάλια κάθε τρεις και λίγο; Για το σαγόνι που τινάζεται προς τα έξω; Ή μήπως για το εκνευριστικά επαναλαμβανόμενο χαμόγελο, με το οποίο κλείνει κάθε του λέξη, κάθε του φράση, ανεβάζοντας την πίεσή μας στα ύψη… Επί του θέματος, ο γνωστός Αποδυτηριάκιας, σε συνέντευξή του στον Στάθη Ταγκαρουσιάνο, είχε αποφανθεί: «…Αλλά εκεί (σ.σ. στην TV) έγινε νούμερο ένα ένας Παναγιωτόπουλος! – ένας άνθρωπος χωρίς άρθρωση, με ένα σωρό τικ… – και να σου λένε ότι αυτό το πολύ σιδερωμένο, πολύ σοβαρό, πολύ αρχιδέ στυλ είναι η καλύτερη εκπομπή. Είναι φοβερό!» (Ελευθεροτυπία, 31.05.1992). Έντονες αντιπαραθέσεις έχει προκαλέσει η συζήτηση περί του ύψους του Πάνου Κοντο-πάνου). Η καζούρα είχε ξεκινήσει από τα δημοσιογραφικά γραφεία, όπου ο Πάνος, επί έτη πολλά, έγραφε ιστορία. Αξέχαστες θα μείνουν οι στιγμές κατά τις οποίες ο καυχησιάρης Πάνος, όποτε ευρίσκετο πλησίον κάποιου υψηλόσωμου ανθρώπου, εσηκώνετο, ανεπαισθήτως, στις μύτες των ποδιών, για να κερδίζει λιγάκι ύψος. Το ίδιο βιολί ακολούθησε και εντός της εθνικής αντιπροσωπείας. Γνωστή είναι, επίσης, η συνήθεια να φορεί υποδήματα με ενισχυμένο τακούνι (κοθόρνους), ώστε να κερδίζει ορισμένους πόντους. Καημένε Πάνο… Ποιό ακριβώς, όμως, είναι το ύψος του «παγωνάτου» μεσήλικα; Το ζήτημα αυτό απασχόλησε προ διμήνου, στον Αθήνα 9.84, το εκλεκτό δημοσιογραφικό δίδυμο Χρήστου Ράπτη και Γιάννη Κουρτάκη (όχι, εδώ που τα λέμε, ό,τι πιο ψηλό και λυγερόκορμο υπάρχει στον χώρο της δημοσιογραφίας…). Η συζήτηση κατέληξε σε διάσταση απόψεων. Ο κ. Κουρτάκης απεφάνθη: 1,54 είναι το ύψος του Πάνου! Αντιθέτως, ο κ. Ράπτης, πιο γαλαντόμος, του χαρίζει μερικούς πόντους: 1 μέτρο και 63 εκατοστά ακριβώς… Μόνιμη, τα τελευταία χρόνια, η έγνοια του Πάνου για το πάχος. Πολλά τα κιλά που έχουν βαρύνει, χρόνο με τον χρόνο, το εύσαρκο κορμί του. Παρά τον αδυσώπητο πόλεμο, όμως, που έχει κηρύξει στο πάχος, ο Πάνος παραμένει προγάστωρ. Το πάχος κατήγαγε νίκη περίλαμπρη, ρίχνοντας τον λιχούδη πολιτευόμενο στα σχοινιά. Έχει ανέβει 4 νούμερα στο παντελόνι – που να χωρέσει τέτοια μπάκα… Τίποτε, βέβαια, δεν είναι τυχαίο. Ο μισήσας την εκγύμναση Πανάρας λατρεύει ελαιόλαδο και βούτηρο, το κρέας (καταναλώνει μπόλικο κρέας ο Πάνος), ενώ από γλυκά, μολονότι «περιποιείται» για τα καλά το παστέλι και το μαντολάτο, έχει τεράστια αδυναμία στις (παχυντικές) πάστες, τις οποίες καταναλώνει ακόρεστα – ειδικά πολύ αργά το βράδυ, όταν επιστρέφει στην οικία του, έπειτα από τις διάσημες κρασοκατανύξεις στα ταβερνεία Αττικής και περιχώρων στα οποία και ξημεροβραδιάζεται… Διά του προσφάτου ανασχηματισμού, ο Πάνος εδέχθη ράπισμα ηχηρό. Φτιαγμένος για μεγάλα πράγματα, μα πάντα (κατά φαντασίαν) αδικημένος... Φαίρεται, σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες, να έχασε τις αισθήσεις του, άμα τη ανακοινώσει της συνθέσεως του νέου υπουργικού συμβουλίου, όταν, εναγωνίως πλην ματαίως, μοχθούσε να εντοπίσει το ιστορικό ονοματεπώνυμό του στον κατάλογο των νέων υπουργών. Φευ, δεν υπήρχε. Τελικά τον συνέφεραν με αιθέρα… Άλλωστε, οι πληροφορίες λέγουν ότι ο Πρωθυπουργός μας τον αντιπαθεί σφόδρα (αυτόν και τον Δημητράκη Αβραμόπουλο). Πάνος Παναγιωτόπουλος: άνευ υπουργικής καθέκλας, βραχύσωμος, εύσαρκος, ασχημούλης, αντιπαθητικός, καυχησιάρης, με εμφανή ίχνη λογιοτατισμού, χωρατατζής (χωρίς, όμως, αίσθηση του χιούμορ), διακοψίας (δεν αφήνει κανέναν να σταυρώσει κουβέντα) – δηλαδή ένας μεγάλος εκνευριστικός. Παρά τις απανωτές φάπες που έχει εισπράξει στην προσωπική, επαγγελματική και πολιτική του διαδρομή, Ο κομπαστής Πάνος διαδίδει ότι δεν έχει πει ακόμη την τελευταία του λέξη… Ο συμπαθής, μέσα στην προβληματικότητά του, αλλά, ουσιαστικά, αντιπαθητικός και αξιοθρήνητος προσθετάκιας-βαψομαλλιάς είναι αποφασισμένος να δίνει συνεχώς το «παρών» στα δημόσια πράγματα˙ προς τέρψιν όλων ημών των υπολοίπων…

Friday, January 2, 2009

Liberace: η περούκα του μακαρίτη…

Οι διακοπές Χριστουγέννων/Πρωτοχρονιάς συνηθίζεται να εορτάζονται σε κλίμα αισθητικής υπερβολής. Χρώματα, ήχοι, φαντεζί ρούχα, συμπεριφορές έξω από το συνηθισμένο πλαίσιο... Νομίζουμε ότι δεν υπάρχει καλύτερη περίοδος (εκτός, ίσως, από την περίοδο των Απόκρεω) για ένα μικρό αφιέρωμα σε έναν μεγάλο περουκοφόρο, ευρισκόμενο, αναμφίβολα, πολλά μίλια μακριά από αισθητικούς μέσους όρους: τον Wladziu Valentino Liberace. Ο τεράστιος αυτός ριζοσπάστης αμερικάνος καλλιτέχνης γεννήθηκε (το 1919), θα έλεγε κανείς, με την καλλιτεχνία στο αίμα του, αφού ο πατέρας του ζούσε για τη μουσική. Τι κι αν οι πιεστικές βιοτικές ανάγκες του επέβαλαν συχνά να εργάζεται ως χειρώναξ... Το "γαλλικόν κέρας", το αγαπημένο όργανο, αναστέναζε στα ροζιασμένα χέρια του χειρώνακτος πατέρα. Την αφειδώλευτη αυτή αγάπη για την μουσική την επέρασε, καθώς φαίνεται, και στον γιό του. Κι έτσι, από την τρυφερή ηλικία των 4, ο μικρός Liberace άρχισε να σκαλίζει, με χάρη που θα ζήλευαν και μεγάλοι βιρτουόζοι, το κλειδοκύμβαλο. Το ταλέντο του μεγάλο· ακόμη μεγαλύτερη, όμως, η φιλοδοξία του. Μολονότι φάνηκε από νωρίς ότι επρόκειτο για έναν ταλέντο ξεχωριστό, οι βιοτικές ανάγκες που ταλάνιζαν την οικογένεια του νεαρού κλειδοκυμβαλιστή τον έσπρωχναν στα μπορντέλα και τα στριπτηζάδικα, όπου αναγκαζόταν, μαθητής ων, να ξεπουλά για ολίγα χρήματα το σπάνιο ταλέντο του διασκεδάζοντας, με την πιανιστική του δεξιότητα, τους θαμώνες. Η περίφροντις μητέρα του τον επέπληττε γι’ αυτές του τις επαγγελματικές επιλογές. Τις έκρινε ανήθικες. Έτσι, ο Liberace απεφάσισε να ντύνει μουσικά και γαμήλιες τελετές και μάλιστα με αξιοσημείωτη επιτυχία, όπως παραδέχονται όσοι γαμβροί τον είχαν κατά καιρούς νοικιάσει για να επιμεληθεί μουσικά τον γάμο τους. Εκείνη την περίοδο, αναπτύσσεται το ενδιαφέρον του μικρού πιανίστα για τη μόδα. Οι εκκεντρικές και απολύτως υπερβολικές ενδυματολογικές του επιλογές, κινούμενες στο πλαίσιο του kitsch, ήσαν αυτές που θα τον έκαναν, τελικά, ξακουστό στα πέρατα της οικουμένης και όχι τόσο το μουσικό του ταλέντο… Ο Liberace Lee για τους φίλους του) διέβλεψε εγκαίρως ότι η σοβαρή μουσική δεν ήταν το όχημα για να του χαρίσει την δημοφιλία που τόσο απεγνωσμένα ποθούσε. Έτσι, σε συνδυασμό με την λατρεία του προς το εκκεντρικό, φαντεζί ντύσιμο, αποφάσισε να εξελιχθεί σε entertainer, αφήνοντας στη μπάντα τα πρώιμα όνειρα για καριέρα στο χώρο της σοβαρής μουσικής. Από το σημείο αυτό και μετά, γνωρίζουμε τον πραγματικό Liberace. Χωρίς ίχνος αναστολών ξεδιπλώνει, ως showman, ένα ταλέντο που θέριευε χρόνο με τον χρόνο. Οι παραστάσεις που δίνει μένουν στην ιστορία και το κοινό σπεύδει να δει από κοντά το σπάνιο αυτό είδος καλλιτέχνη, που αρχίζει να γίνεται γνωστός με το προσωνύμιο «Mr. Showmanship». Τα πιάνα που χρησιμοποιεί στις παραστάσεις του είναι «custom-made» και γίνονται, με το πέρασμα του χρόνου, ολοένα και πιο υπερβολικά στην εμφάνιση. Τα προγράμματά του εξελίσσονται σε αναζήτηση της μεγαλύτερης δυνατής πρωτοτυπίας. Δεν μπορεί να ανεχθεί την πτώση των μαλλιών και επιλέγει την οδό της περούκας. Ντύνεται, στο πλαίσιο μιας εξόφθαλμης drag αισθητικής, με πούπουλα, στρας, καμπάνες, μπέρτες και κοσμήματα, μακιγιάρεται εντόνως, παίζει πιάνο, λέει ανέκδοτα, ενώ δεν διστάζει να δέχεται και «παραγγελιές». Σταδιακά, οι παραστάσεις του εμπλουτίζονται με ζογκλέρ, μάγους και υπνωτιστές. Μετά το πέρας των παραστάσεων, ο καλλιτέχνης καλεί το κοινό του να ανέβει στη σκηνή και να αγγίξει τον ίδιο, την περούκα του, το πιάνο και τα ρούχα του. Η καλλιτεχνία δίνει τη θέση της στον τραγέλαφο… Και η τηλεόραση, όμως, δεν άφησε αδιάφορο τον Liberace. Τα τηλεοπτικά του προγράμματα, γραφικά μέχρι το κόκαλο, άφησαν εποχή, κάνοντας θραύση ειδικά στον χώρο των γυναικών και των ομοφυλοφίλων και σηκώνοντας στα ύψη την δημοφιλία (και το κασέ) του μεγάλου καλλιτέχνη. Ο Elton John (επίσης περουκοφόρος) τον είχε ως ίνδαλμα και έπινε νερό στο όνομά του, ενώ λέγεται ότι έκλαιγε γοερώς από συγκίνηση κάθε φορά που παρακολουθούσε τον μεγάλο πιανίστα-performer από τηλεοράσεως. Πολιτικά, ο Liberace, σε πλήρη αναντιστοιχία με τα καμώματά του, υπήρξε ένας μεγάλος συντηρητικός, αλλά, ταυτόχρονα, και ένας πιστός καθολικός. Δεν συμπαθούσε τις επαναστατικές κόνξες επιζητώντας εγκράτεια, τάξη και ασφάλεια. Πατεντάτος ομοφυλόφιλος, ηρνείτο, εντούτοις, μετά βδελυγμίας κάθε σχετική αιτίαση, μηνύοντας μάλιστα έντυπα που αναφέρθηκαν στον «χαρωπό» σεξουαλικό του προσανατολισμό. Μεταξύ των ιδιόρρυθμων δεσμών του συγκαταλέγεται και η διάσημη trans Christine Jorgensen, την οποίαν (τον οποίον) πολύ ηγάπησε… Κάποτε παρ’ ολίγον να αποδημήσει εις Κύριον, όταν κατά λάθος εισέπνευσε μεγάλη ποσότητα καθαριστικού υγρού. Ο Θεός, όμως, της καλλιτεχνίας είχε αποφασίσει ότι ο Liberace είχε πολλά ακόμη να δώσει. Ο θάνατος τελικά τον συνάντησε μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα του 1987 (σε ηλικία 68 ετών, αγκαλιά με τα σκυλιά του και βλέποντας τηλεόραση...). Ο Liberace έπασχε από AIDS… Το φιλότεχνο κοινό έδειξε να χάνει το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του με την ανακοίνωση του θανάτου του δημοφιλούς καλλιτέχνη. Από τον Φεβρουάριο του 1987 και μετά, τίποτε στο καλλιτεχνικό στερέωμα δεν θα ήταν πια το ίδιο… Ο μεγάλος περουκοφόρος performer (που ετάφη μαζί με την περούκα του!) είναι, πλέον, απών. Αιωνία του η μνήμη και Καλή Χρονιά σε όλους… www.youtube.com/watch?v=dioRwB4RvrQ&feature=related

Monday, December 29, 2008

Κώστας Καζάκος: το υποκριτικό βάψιμο…

Ο Κώστας Καζάκος δεν είναι απλώς ένας ηθοποιός˙ είναι θεσμός. Γιατί άφησε ανάγλυφα τα αποτυπώματά του στο καλλιτεχνικό στερέωμα – όχι μόνο το ελληνικό, αλλά θα λέγαμε και το παγκόσμιο. Το ασφυκτικό ελληνικό πλαίσιο και ο περιορισμός της ελληνικής γλώσσης ασφαλώς εστέρησε, εκ των πραγμάτων, την διεθνή αναγνώριση στον έλληνα μάγο της υποκριτικής. Ωστόσο, με κριτήρια αμιγώς καλλιτεχνικά, η απόδοση η οφειλόμενη στο εξαιρετικό – σχεδόν εξωγήινο – τάλαντο του διαπρεπούς ηθοποιού τον αναγκάζει, εκ των πραγμάτων, να αναμετράται με τιτάνες της έβδομης τέχνης και του θεατρικού σανιδιού (κι ας το αγνοούν εκείνοι…). Ο Καζάκος έχει ένα ιδιότυπο στυλ που τον κάνει να ξεχωρίζει από την πλέμπα των συναδέλφων του: πομπώδης και βαρύγδουπος (του έχει μείνει μάλλον ως κατάλοιπο από το θέατρο, αφού πάντοτε έπαιζε σε στυλ «Ροντήρη»), βλοσυρός, δύσθυμος, σύννους – αφού πάντοτε κάτι βαθύ απασχολεί τη σκέψη του – μακριά από τις ελαφρές, χαζοχαρούμενες σκέψεις ημών των υπολοίπων… Πιο γνωστός ως σύζυγος της Τζένης Καρέζη (μερικοί τον αποκαλούν, περιπαικτικά, "ο κύριος Καρέζης") – κάτι που, αναμφιβόλως, αδικεί το βαρβάτο ταλέντο του και την μοναδική προσωπικότητά του. Ορισμένοι, επιχειρούν, κακοπροαιρέτως, ου μην και υστεροβούλως, να συγκρίνουν τον Κώστα με έναν Γιάννη Μπουρνέλη, έναν Σωτήρη Τζεβελέκο ή έναν Γιώργο Πάντζα, και – παραδόξως – όχι με έναν Orson Welles, έναν Innokenty Smoktunovsky ή, έστω, έναν Max Von Sydow και άλλα ιερά τέρατα της έβδομης τέχνης, το κύρος των οποίων μάλλον ταιριάζει περισσότερο στο κύρος του Καζάκου (ή έτσι ο μεγάλος μας ηθοποιός νομίζει…). Ανεξήγητη μια τέτοια σύγκριση, προδήλως κακόβουλη και, εν τέλει, άδικη για τον μεγάλο μας ηθοποιό. Έναν ηθοποιό που έδειξε εκτυφλωτικά δείγματα του σπάνιου ταλέντου του, καθηλώνοντας το απαιτητικό φιλότεχνο κοινό με ερμηνείες από ατόφιο χρυσάφι, σε παραγωγές όπως Λενιώ η Βοσκοπούλα, Κοινωνία Ώρα Μηδέν, Ερωτική Συμφωνία, Υποβρύχιο Παπανικολής, Κονσέρτο για Πολυβόλα Εκεί, όμως, που ο Καζάκος μεγαλούρησε και και αγαπήθηκε με πρωτόγνωρο πάθος από το – γνωστό για την βαθεία καλλιέργειά του – ελληνικό κοινό ήταν με την συμμετοχή του, ως επιχειρηματίας Διαμαντής Αμιράς, στην εμβληματική σειρά που έμεινε στα χρονικά της ελληνικής τηλοψίας, την περίφημη Βέρα στο Δεξί (την οποίαν, σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, ο μεγάλος μας ηθοποιός ήθελε να μετονομάσει, για ευνόητους λόγους, σε Βέρα στο Αριστερό – κάτι που ούτε ήθελαν να ακούσουν οι συγγραφείς της σειράς Έλενα Ακρίτα και Γιώργος Κυρίτσης). Κατηγορήθηκε εντόνως ο δαφνοσκεπής ηθοποιός ειδικώς για τη συμμετοχή του σ’ αυτή τη σειρά. Αλλά με μια στιβαρή επιχειρηματολογία έκοψε τον βήχα σε κάθε κακοπροαίρετο αντιρρησία. «Γεροκτισμένα κείμενα» χαρακτήρισε τα κείμενα της σειράς και εκεί απέδωσε, με αξιοπρόσεκτη πειστικότητα, τη συμμετοχή του (και, προς Θεού!, όχι στο εύκολο παραδάκι…). Ορισμένοι, πάντως, ισχυρίζονται, γενικότερα, ότι τα έργα τα οποία ετίμησε ο Κώστας δια της παρουσίας του αδικούν την υποκριτική του δεινότητα, η οποία φτάνει σε δυσθεώρητα ύψη. Η αποκάλυψη, όμως, στην οποίαν μπορούμε να προβούμε είναι ότι ο περί ου ο λόγος προέβη στις φαινομενικά ταπεινές αυτές επιλογές ένεκα… σεμνότητος. Λίαν αξιόπιστες πληροφορίες αναφέρουν ότι δεν επιθυμούσε να φέρει σε δυσχερή θέση συναδέλφους του ηθοποιούς ξεδιπλώνοντας πλήρως το ανυπέρβλητο ταλέντο του στο πλαίσιο στιβαροτέρων σεναρίων και παραγωγών, ώστε να μην προκαλέσει, δια της συγκρίσεως, ασφυξία στον κόσμο της υποκριτικής τέχνης, αλλά και τις αναμενόμενες εκδηλώσεις ζηλοτυπίας. Πάντα gentleman και λεπτός (αν και, πλέον, χονδρός) ο εθνικός μας θησαυρός... Εκτός, όμως, από εκλεκτός υπηρέτης της υποκριτικής τέχνης, ο Καζάκος είχε και μεγάλες αγωνίες για το που πάει ο κόσμος. Η ευαίσθητη ψυχή του Κώστα (αλλά και της Τζένης, όσο ζούσε) δεν μπορούσε ούτε στιγμή να ανεχθεί την αδικία που κατατρύχει τον κόσμο. Έτσι εντάχθηκε στο ΚΚΕ, αγωνιζόμενος, ως βουλευτής, επί σειρά ετών, για το «βάθεμα και πλάτεμα» της δημοκρατίας (έτσι όπως τουλάχιστον την αντιλαμβάνεται το «κόμμα του λαού»). Ο μέγας αυτό αγωνιστής της δημοκρατίας έδωσε πολλά στην πατρίδα, χωρίς να ζητήσει ποτέ τίποτε απ' αυτήν (εκτός, ίσως, από κάποιες κρατικές θεατρικές επιχορηγήσεις - και, βεβαίως, ένα γερό βουλευτιλίκι…). Οι μάχες του για την συντριβή του καπιταλιστικού εκτρώματος θα μείνουν στην ιστορία (ορισμένοι λέγουν ως κωμωδία, αλλά αυτό δέον να αποδοθεί στην ανεξάντλητη κακία βδελυρών πρακτόρων και πρακτορίσκων του καπιταλισμού). Ο Κώστας υπήρξε και παραμένει ένας μεγάλος ευαίσθητος - ένας αγνός και ακαταπόνητος αγωνιστής… Παρότι, βεβαίως, συγκλονιστικός ηθοποιός (που τιμά, αναμφιβόλως, τη μικρή μας χώρα), παράδοξον είναι ότι ο Κώστας τελικώς δεν θα μείνει στην Ιστορία τόσο για την υποκριτική του δεινότητα, όσο για μια ηρωική, θαρραλέα και εμπνευσμένη πολιτική του πρωτοβουλία: την απόφασή του να περάσει από δίκη, ως πρόεδρος εκτάκτου δικαστηρίου, τον Πρόεδρο Clinton. Εκεί, ο εξαίρετος βιρτουόζος της υποκριτικής μάς προσέφερε την μεγαλύτερη παράσταση της ζωής του, όχι μόνο δικάζοντας, αλλά και καταδικάζοντας (!!!) τον αιμοσταγή Πρόεδρο των «ΕΠΑ», χαρίζοντας ανήσυχες νύχτες στον Bill, ο οποίος, ως θρυλείται, δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι για κάμποσες μέρες, αφ’ ότου πληροφορήθηκε την ατιμωτική καταδίκη που του επεφύλαξε το έγκυρο ελληνικό δικαστήριο υπό την Καζάκειο προεδρεία. Η αγόρευσις Καζάκου συνετάραξε το πανελλήνιον (ορισμένοι ισχυρίζονται λόγω γέλωτος), διεκδικώντας, χωρίς αμφιβολία, μια επίζηλη θέση στην ιστορία των μεγάλων αγορεύσεων. «Το δικαστήριο παραδίδει τους κατηγορουμένους στην ανατρεπτική οργή των λαών και στη χλεύη της Iστορίας», εδήλωσε, ολοκληρώνοντας την αγόρευσή του, με πάθος και απροσποίητη σοβαρότητα, ο «Πρόεδρος» Κώστας και δεν έμεινε άντερο στους ευτυχείς ακροατές. Βαμμένος μέχρι το μεδούλι μεταφορικώς (η μπογιά της κόκκινης ιδεολογίας τού έχει κάψει τον εγκέφαλο), βαμμένος μέχρι το μεδούλι, όμως, και κυριολεκτικώς… Γιατί, όπως είναι ευρύτερα γνωστό, στα μαλλιά του ο Καζάκος αλλάζει τον αδόξαστο στο βάψιμο (και μάλιστα με συνεχείς χρωματικές αλλαγές). Γερό βάψιμο, λοιπόν, για τον γερόλυκο της (θεατρικής, κινηματογραφικής, τηλεοπτικής και πολιτικής) υποκριτικής – σε μυαλό και μαλλιά… Μεγάλος καλλιτέχνης, μεγάλος πολιτικός, μεγάλο βάψιμο…

Wednesday, December 24, 2008

MERRY CHRISTMAS!

Καλά Χριστούγεννα - σε βαψομαλλιάδες και μη...

Monday, December 22, 2008

John McCririck: το εκκεντρικό ιππολατρικό βάψιμο…

Αποφασίσαμε, αυτές τις γιορτινές μέρες, να ασχοληθούμε με ορισμένα βαψίματα που ανήκουν σε σφαίρες πρωτόγνωρες, σε πεδία που ξεπερνούν, χωρίς αμφιβολία, τους βαρετούς μέσους όρους. Το βλέπουμε, επίσης, ως αποστολή, αφού επιθυμούμε να συστήσουμε στο ελληνικό κοινό κάποιες περσόνες άγνωστες, εν πολλοίς, στην πατρίδα μας. Έτσι, ενδεχομένως, να δημιουργήσουμε ένα ορισμένο κλίμα, συστήνοντας την άποψη ότι ο κομφορμισμός και η συμβατικότητα δεν αποτελούν μονόδρομο και ότι μπορούμε κι εμείς, επιτέλους, ως λαός, να βγούμε από τα βαρετά συμβατικά κοστούμια, τα τζινς και τα ταγιέρ και να περιηγηθούμε στον θαυμαστό κόσμο των tweeds, των γιλέκων, των breeks και των καπέλων, χωρίς ίχνος φόβου ότι θα θεωρηθούμε γελοίοι. Φαντάζεστε καλύτερη αρχή, προς αυτή την εμπνευσμένη κατεύθυνση, από την περίπτωση του κυρίου John McCririck; Εδώ ομιλούμε για την κορύφωση αυτού που ονομάζουμε character, γιατί ο John αποτελεί μια περίπτωση συγκλονιστική, πρωτότυπη, αμίμητη – μια προσωπικότητα, η οποία, αν δεν γνωρίζαμε ότι υπήρχε, θα λέγαμε ότι είναι προϊόν φαντασίας συνανθρώπου μας ευρισκομένου υπό την επήρεια ψυχοτρόπων… Και όμως… Ο John όχι μόνον υφίσταται, αλλά και μεγαλουργεί! Έγινε γνωστός στο κοινό του και αγαπήθηκε μέσω της τηλεοράσεως, αφού είναι ο πιο γνωστός «περιγραφέας» ιπποδρομιών, αλλά και ένας μεγάλος εκκεντρικός, στη γραμμή της μεγάλης βρετανικής παραδόσεως. Το στυλ του υπερβολικό, υπερκινητικό, ενώ οι λέξεις βγαίνουν από το στόμα του σε ρυθμό μυδραλιοβόλου… Για την εξωτερική του εμφάνιση τι να πρωτοπεί κανείς… Ενδύματα που παραπέμπουν σε μιαν άλλη – ενδεχομένως ευγενέστερη – εποχή (αρκεί να μην ήσουν peasant…), την οποίαν μας φέρνει στο πιάτο ο flamboyant ιππολάτρης performer. Φορεί σακάκια σε έντονα χρώματα και σχέδια (μωβ, πράσινο, πορτοκαλί, blue electric, έντονο ριγέ κλπ.). Το (ογκώδες) κεφάλι του σχεδόν πάντα κοσμεί ένα καπέλο – συνηθέστατα deerstalker («τύπου Sherlock Holmes») ή φέσι ή ημίψηλο, ενώ από τους ευαίσθητους ώμους του κρέμεται, συνήθως μια κομψή… κάπα! Καπνίζει, χωρίς ενοχές, πούρα (μέγεθος double corona), ενώ τα ευμεγέθη του δάκτυλα κοσμεί, με ανείπωτη χάρη, ένα πλήθος δακτυλιδιων. Σωβινιστής, μισογύνης και συντηρητικός ξαφνιάζει δυσάρεστα τους hoi polloi με τις «παράδοξες» και εκτός εποχής απόψεις του, αλλά και με τους ευθείς, ανεπιτήδευτους (τρόπος του λέγειν) τρόπους του. Αυτά, όμως, δεν περνούν εύκολα στην εποχή του ολοκληρωτισμού της «πολιτικής ορθότητος» και, έτσι, ο παρεξηγημένος McCririck έχει προκαλέσει, με την ιδιόρρυθμα ειλικρινή συμπεριφορά του, την μήνιν παρουσιαστών και «πανελιστών», οι οποίοι, αν και βρισκόμαστε (νοερώς) στην ανεκτική και εκκεντρική Βρετανία, δεν ανέχονται εύκολα τα τερτίπια του και του έχουν δείξει αρκετές φορές την πόρτα της εξόδου από τα τηλεοπτικά στούντιο… Αποκορύφωμα μιας τέτοιας ελευθεριάζουσας συμπεριφοράς η δημόσια τηλεοπτική «καταγγελία» του, σύμφωνα με την οποία η σύζυγος του δημοφιλούς στα λαϊκά στρώματα τηλεοπτικού παρουσιαστού Chris Tarrant, Ingrid, είναι πολύ κακή στο κρεβάτι και εξ αυτού του λόγου ο σύζυγός της την απατά. Ο John, όμως, δεν κωλώνει. Ουδόλως τον απασχολεί η αντιπάθεια που γεννά η ιδιόρρυθμή συμπεριφορά. Δηλώνει, άλλωστε, απεριφράστως, οπαδός ultra συντηρητικών απόψεων, ενώ δεν έχει διαστάσει να εξωτερικεύσει την μεγάλη αγάπη που τρέφει για τον George W. Bush... Γνωστός, επίσης, και ως «Big Mack» (όπως και ένας άλλος μεγάλος αστέρας του καθ’ ημάς δημόσιου βίου, ο πολύς Μάκης Ψωμιαδης) και δεινός παίκτης του poker, συνηθίζει να γευματίζει στο κρεβάτι του εν κατακλίσει (και συχνά με τα χέρια), εφαρμόζοντας στην πράξη το δόγμα «οι καλοί τρόποι είναι για τους άλλους»... O John McCririck, όμως, είναι γνωστός και για κάτι ακόμη: τα πορτοκαλίζουσας αποχρώσεως βαμμένα του μαλλιά (δυο τρίχες δηλαδή), καθώς και τις αντίστοιχου χρωματισμού φαβορίτες (τύπου και μεγέθους Κόκοτα)… Στην περίπτωσή του, μάλιστα, δεν ομιλούμε μόνον περί βαψίματος, αλλά και περί χτενίσματος «γέφυρα» (2 σε 1, δηλαδή). Παρά ταύτα, σε ό,τι αφορά την συγκεκριμένη περίπτωση, δεν διακατεχόμεθα από διάθεση χλευασμού, αφού ο John μας προσφέρει, απλόχερα, τόσα πολλά, σε τόσα επίπεδα… Ορισμένοι, βεβαίως, κακοπροαίρετοι, ενδέχεται να ισχυρισθούν ότι ο John δεν μπορεί να χλευασθεί για τα βαμμένα (και «γεφυρωτά») του μαλλιά, καθόσον διακρίνεται από τόσα άλλα αξιοκατάκριτα χαρακτηριστικά, απολύτως ικανά να τον καταστήσουν αντικείμενο χλεύης. Κακίες και υπερβολές… Οι βαθυστόχαστες απόψεις του John για τη ζωή στο http://www.youtube.com/watch?v=gGCEI5NRSFQ

Saturday, December 20, 2008

Νίκος Καραχάλιος (μέρος τρίτο και τελευταίο): Δεν βάφω τα μαλλιά μου, στηρίζω Καραμανλή...

Ε, αυτό δεν το περιμέναμε ούτε εμείς, που τόσο περιορισμένη εκτίμηση τρέφουμε προς το πολιτικό προσωπικό (ολόκληρο, εντός και εκτός βουλής) αυτής της μικρής βαλκανικής χώρας – to say the least… Αναφερόμαστε στον Νίκο Καραχάλιο για τρίτη και τελευταία (γιατί βαρεθήκαμε…) φορά. Νομίζουμε, όμως, ότι αξίζει να δημιουργήσουμε μια τριλογία αφιερωμένη στον άλλοτε Γραμματέα Πολιτικού Σχεδιασμού του κυβερνώντος κόμματος – όχι για να γελοιοποιήσουμε τον ίδιον (προσωπικώς, τολμούμε να πούμε ότι μας είναι και συμπαθής – ειδικώς τώρα που έχει μεταφερθεί σε μια ιδιότυπη πολιτική Valhalla λόγω της εξευτελιστικής αποπομπής του...), αλλά για να δώσουμε ένα ακόμη δείγμα της γελοιότητος της Εξουσίας εν γένει… Επιπλέον των όσων αναφέραμε σε προηγούμενες αναρτήσεις, επιλέξαμε να συνεχίσουμε λιγάκι το αστείο, γιατί μυριστήκαμε ότι ο συμπαθής, μέσα στην ατυχία του, Νίκος είναι ευεπίφορος στο πάτημα της μπανανόφλουδας. Το μυριστήκαμε μεν, δεν θέλαμε να το πιστέψουμε δε. Και όμως… Στείλαμε, το λοιπόν, διάφορα μηνύματα, από διαφορετικούς αποστολείς, με παρεμφερές, όμως, περιεχόμενο και προς τον ίδιο αποδέκτη, τον Νίκο Καραχάλιο στην γνωστή, πλέον, σελίδα του στο youtube. Εκείνος, παρά την εμφανή περιπαικτική διάθεση των μηνυμάτων και το διάχυτο κλίμα φαιδρότητος (που θα καταλάβαινε, νομίζουμε, και ένας τάλας γυμνασιόπαις), συνέχισε να μας απαντά, έμπλεως ενθουσιασμού… Οι σπαρταριστοί διάλογοι έχουν ως εξής: tsirigwtis Κύριε Καραχάλιο, γιατί λογοκρίνετε τα σχόλιά μου; Γιατί τα σβήνετε; Ως νεοδημοκράτης, και εγώ, διαμαρτύρομαι. Είμαστε πολύ δημοκράτες όλοι εμείς οι νεοδημοκράτες και δεν σβήνουμε σχόλια. Εάν ψάχνετε για εργασία, μετά την αποπομπή σας και συνεχίζετε να ενδιαφέρεστε για εργασία στο εξωτερικό (όπως επρόκειτο να κάνετε στις ΗΠΑ με την Hillary Clinton), δηλ. εδώ στη Γερμανία, μην διστάσετε ούτε στιγμή να έλθετε σε επαφή μαζί μου για οποιαδήποτε βοήθεια. Με εκτίμηση Ι. Τσιριγώτης Karahalios file gianni, s efxaristw gia tin prosfora sou me tima idiaitera. Afti ti stigmi omws to mono pou xreiazetai apo olous emas tous neodimokrates einai perissoteri stirixi ston Kwsta Karamanli gia na sinexisei to ergo tou. p.s. einai politiki tou istoxwrou na min paramenoun ta comments gia logous tipikotitas. (ΣΣ.: !!!!!!) p.s.2 (gia to comment anwterw) to humour einai pada efprosdekto. Zaxarias69 ΦΙΛΕ ΚΥΡΙΕ ΚΑΡΑΧΑΛΙΟ. ΜΗΝ ΚΡΥΒΕΙΣ ΤΗΝ ΗΛΙΚΙΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΔΗΛΩΝΕΙΣ 28 ΕΝΩ ΕΙΣΑΙ 39. ΚΑΙ 39 ΕΤΩΝ ΝΕΟΣ ΕΙΣΑΙ. ΑΣ ΜΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΑΝΔΡΕΣ ΤΙΣ ΚΑΚΕΣ ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ. ΘΕΩΡΩ ΤΗΝ ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΟΥ ΣΤΗΝ ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΝΔ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΗ. ΜΗΝ ΚΟΛΩΝΕΙΣ. ΚΟΙΤΑ ΜΠΡΟΣΤΑ. ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΑΖΙ ΣΟΥ. Karahalios Agapite Zaxaria, sas apadw ek merous tis omadas internet tou Nikou Karahaliou. Exei ginei lathos sto profile otan dimiourgithike kai anti tou 38 graftike 28. H alitheia einai oti paramelisame na to diorthwsoume dioti otan to prospathisame den ta kataferame (an boreite na mas diafwtisete sto pws na allaxoume tin ilikia tha itan efxis ergon). Exete apolito dikio padws kai sas efxaristoume poli toso gia ta poli timitika sas sxolia oso kai kai gia tin episkepsi sas sto profile. Na eiste kala. Karapiperis1 Κύριε Καραχάλιο Μην κρύβετε τα χρόνια σας. Τα χρόνια δεν είναι ντροπή, παιδί μου. Μην κάνεις αυτό το λάθος. Αν μάλιστα βάφεις και τα μαλλιά σου για να ξεγελάσεις τον χρόνο, όπως διάβασα, τότε πρόκειται για έγκλημα. Karahalios Agapite kurie karapiperi, sas apadw ek merous tis omadas internet tou Nikou Karahaliou. Exei ginei lathos sto profile otan dimiourgithike kai anti tou 38 graftike 28. H alitheia einai oti paramelisame na to diorthwsoume dioti otan to prospathisame den ta kataferame (an boreite na mas diafwtisete sto pws na allaxoume tin ilikia tha itan efxis ergon). Exete apolito dikio padws kai sas efxaristoume poli toso gia ta timitika sas logia oso kai gia tin episkepsi sas sto profile. na eiste kala. p.s. afto pou diavasate peri vafis einai profanestata psevdes. Oi sikofanties distixws einai sti fisi arketwn. DrCavendish Ε όχι και 28 ετών κύριε Καραχάλιο. Αφού είστε 49... (39 ήθελα να πω, αλλά δεν ξέρω πως να το αλλάξω. Αν γνωρίζετε, η βοήθειά σας θα ήταν ευπρόσδεκτη). Karahalios Agapite DrCavendish, sas apadw ek merous tis omadas internet tou Nikou Karahaliou. Exei ginei lathos sto profile otan dimiourgithike kai anti tou 38 graftike 28. H alitheia einai oti paramelisame na to diorthwsoume.Sas efxaristoume poli pou episkeftikate to profile kai gia to humouristiko sxolio sas... (an boreite na mas voithisete padws tha itan odws efprosdekti i voitheia!) DAlepoudelis Κύριε Καραχάλιο Διάβασα πρόσφατα σε ένα blog (www.vapsomalliades.blogspot.com) μια προσωπογραφία σας, στην οποίαν εμφανίζεστε, μεταξύ άλλων, ως βαψομαλλιάς. Εάν αυτό αληθεύει, είναι λυπηρό. Κανένας άνδρας δεν πρέπει να πέφτει σ' αυτό το ολίσθημα και να βάφει τα μαλλιά του. Αφήστε τα μαλλιά σας στο φυσικό τους χρώμα. Το βάψιμο, κατά τη γνώμη μου, δεν προσθέτει, αλλά γελοιοποιεί όλους τους άνδρες που καταφεύγουν σε αυτή την καταγέλαστη συνήθεια. Ευχαριστώ Δ. Αλεπουδέλης. Σ’ αυτό το σημείο, ο Νίκος Καραχάλιος άρχισε να αντιλαμβάνεται το τι γίνεται και σταμάτησε να απαντά. «Κλείδωσε» τα σχόλια και μας άφησε στην ησυχία μας. Τον αφήνουμε κι εμείς στην δική του, ευχόμενοι τα καλύτερα για την μελλοντική του σταδιοδρομία… ΥΓ. Οι διευθύνσεις στις οποίες μπορεί κανείς να δει τις αυθεντικές απαντήσεις Καραχάλιου στα σχόλια των "youtubers" είναι οι ακόλουθες: www.youtube.com/user/DrCavendish www.youtube.com/user/tsirigwtis www.youtube.com/user/karapiperis1 www.youtube.com/user/Zaxarias69

Friday, December 19, 2008

Ο Νίκος Καραχάλιος απαντά: Δεν κρύβω την ηλικία μου…

Καταγγείλαμε τον Νίκο Καραχάλιο ως βαψομαλλιά – κάτι το οποίο αποδώσαμε στην κακή σχέση του φιλόδοξου στελέχους με τον Χρόνο που περνά. Στη λογική αυτή, ο Νίκος κρύβει και την ηλικία του, όπως αποδείξαμε αναφερόμενοι στη σελίδα του στο youtube: αντί να αναφέρει τα 39 χρόνια που του βαρύνουν την πλάτη, ο Νίκος, με ένα χαριτωμένο ψεματάκι, αλλάζει την ηλικία του και, αίφνης, από 39 δηλώνει 28!!! Σκαρώθηκε ένα αστειάκι στον πρώην Γραμματέα Πολιτικού Σχεδιασμού – ένα αθώο πείραγμα, έτσι… για να πικαριστεί λιγάκι, με αφορμή το συμπαθητικά γραφικό (και κουτοπόνηρο) γεγονός ότι κρύβει την ηλικία του (εκτός του ότι βάφει τα μαλλιά του…). Μέσω ψευδεπίγραφου λογαριασμού του youtube, αφιερωμένου στην τεράστια προσωπικότητα που ακούει στο όνομα Γιάννης Τσιριγώτης (ο άνθρωπος που ήθελε να νυμφευθεί αλλά δεν τον αφήνει ο «πεθερός» του, που καταγγέλλει όλο το νεοδημοκρατικό σύστημα ότι δεν του επιτρέπει να εκδώσει την εφημερίδα του Yellow Journal η οποία θα κάνει σκόνη τα προϊόντα του εκδοτικού κατεστημένου, που διαπρέπει – κατά δήλωσίν του – σε γερμανικά τηλεοπτικά κανάλια, που τρελαίνεται για τα ελληνικά σουβλατζίδικα, που, τέλος, έχει ως hobby του το κυνήγι θησαυρών !!! και που εικονίζεται στις δύο φωτογραφίες που δημοσιεύουμε), εστάλη μήνυμα στον κύριο Καραχάλιο, στη σελίδα του στο youtube (www.youtube.com/user/NK2717). Το μήνυμα έλεγε: «Κύριε Καραχάλιο, είμαι ο Γιάννης Τσιριγώτης, ένας συνάδελφός σας (δημοσιογράφος-επικοινωνιολόγος). Γιατί κρύβετε την ηλικία σας κύριε Καραχάλιο; Αυτό δεν είναι καθόλου σωστό. Μάθετε να έχετε σωστή σχέση με τον χρόνο και να μην κρύβετε τα χρόνια σας». Από τον ίδιο λογαριασμό εστάλη και δεύτερο, παρομοίου περιεχομένου, μήνυμα, χάριν εμπεδώσεως. Τα δύο μηνύματα δημοσιεύθηκαν, αυτομάτως, στη καραχάλειο σελίδα. Το αθώο αστείο είχε ολοκληρωθεί και το γιγαντιαίο «τσιριγώτικο» πνεύμα μπορούσε για λίγες ημέρες να αναπαυθεί... Όμως, μας ανέμενε μια έκπληξη… Ο Νίκος Καραχάλιος απάντησε απολογούμενος, αφού φρόντισε πρώτα να σβήσει από την σελίδα του, εντελώς δημοκρατικά, τα επικριτικά «τσιριγώτικα» σχόλια. Η απάντησή του έχει ως εξής (σε greeklish, όπως ακριβώς εστάλη) : «Kurie tsirigwti, sas apadw ek merous tis omadas internet tou Nikou Karahaliou. Exei ginei lathos sto profile otan dimiourgithike kai anti tou 38 graftike 28. H alitheia einai oti paramelisame na to diorthwsoume dioti otan to prospathisame den ta kataferame (an boreite na mas diafwtisete sto pws na allaxoume tin ilikia tha itan efxis ergon). Exete apolito dikio padws kai sas efxaristoume poli pou episkeftikate to profile». kali sinexeia sto dimosiografiko sas ergo». Σημειωτέον ότι, από τα video που είχαν ανέβει στον λογαριασμό «Τσιριγώτης» (www.youtube.com/user/tsirigwtis), ήταν παραπάνω από εμφανές το στυλ (ελαφρό και ανέμελο – για να μιλήσουμε όσο πιο ήπια μπορούμε…) του «σχολιογράφου». Ο Νίκος, όμως, δεν κατάλαβε… Και απάντησε... Οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν την πολιτική «ελίτ» της χώρας μας… Ευήθεις και βαψομαλλιάδες… ΥΓ1. Τη στιγμή, όμως, που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο Νίκος έσπευσε να αφαιρέσει και το δικό του σχόλιο. Προφανώς, κάτι αντελήφθη … Τώρα! (Το απαντητικό σχόλιο, πάντως, βρίσκεται καταγεγραμμένο και δημοσιευμένο στη σελίδα του κ. Τσιριγώτη, για όποιον επιθυμεί να δει και εκεί αυτό το μνημείο αφέλειας ή βλακείας...). ΥΓ2. Ο Νίκος συνεχίζει να σβήνει, δημοκρατικότατα, όλα τα σχόλια τα οποία εντοπίζουν την αντίφαση μεταξύ της εμφανιζόμενης στη σελίδα του και της πραγματικής του ηλικίας. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Γιάννης Τσιριγώτης έχει ήδη αρχίσει και αγριεύει από αυτή την σκαιά συμπεριφορά... ΥΓ3. Τελικώς, ο Νίκος απηύδησε και αφήρεσε εντελώς την ηλικία του από την σελίδα του στο youtube. Προσοχή! Την αφήρεσε - δεν την διόρθωσε δηλώνοντας την πραγματική του ηλικία (39)...

Wednesday, December 17, 2008

Νίκος Καραχάλιος: το ΟΝΝΕΔίτικο βάψιμο…

Ο Νίκος Καραχάλιος είναι ένα γνήσιο τέκνο της μάνας ΟΝΝΕΔ. Γνωρίζω ότι αυτό φαίνεται από χιλιομέτρων (καθώς ο ΟΝΝΕΔίτης είναι ένα εξόχως χαρακτηριστικό και «κλισαρισμένο», από πλευράς εμφανίσεως, πτηνό), εντούτοις υποχρεούμαι να το τονίσω και για τους μύωπες… Ο 39χρονος Νικολάκης ανδρώθηκε την περίοδο του παπανδρεϊσμού, όταν η Νεοδημοκρατία θεωρούσε ότι αντίδοτο στο ρεύμα Παπανδρέου θα ήταν ο συγγραφέας και κτηνοτρόφος Ευάγγελος Αβέρωφ με την «υπερβατική» αίσθηση περί πολιτικής. Το κύμα της «αλλαγής» δεν απέτρεψε τον νεαρό Νίκο από το να δίνει τους αγώνες του υπέρ των νεοδημοκρατικών ιδεωδών (ένας θεός, βέβαια, ξέρει ποια ακριβώς ήταν αυτά, καθότι η «απαλλαγή» φαινόταν να αποτελεί τον μόνο «ιδεολογικό» στόχο του παρηκμασμένου κόμματος του αναμένου πυρσού). Ο Νικολάκης βρέθηκε, με χίλιες στερήσεις των νοικοκυραίων γονέων του, στο Κολλέγιο, μιας και οι γονείς αποφάσισαν να στείλουν το βλαστάρι τους, παρά τα πενιχρά τους εισοδήματα, σε ένα «καλό» σχολείο, ώστε να αποκτήσει εφόδια και γνωριμίες. Και πράγματι, το Κολλέγιο μπορεί να μην συγκρίνεται από πλευράς ποιότητος και αίγλης με ένα Winchester, ένα Eton ή ένα Harrow (ή, τέλος πάντων, με ένα οιοδήποτε καλό «public school»), αλλά για τα μέτρα της ψωροκώσταινας ήταν ΟΚ. Ο φιλόδοξος Νίκος υπέστη τα πάνδεινα στο συγκεκριμένο σχολείο (φυτώριο των «ελίτ» μιας δήθεν αστικής τάξεως που, όμως, ουδέποτε, στην πραγματικότητα, υπήρξε), μιας και οι κακομαθημένοι συμμαθητές του εσνόμπαραν και εταλαιπώρουν (ταράζοντας στην καζούρα λόγω «ταπεινής» προελεύσεως) τον νεαρό ΟΝΝΕΔίτη, ο οποίος, όμως, ούτε στιγμή δεν εκάμφθη ψυχικώς. Ως άλλος Αλέξανδρος Βέλιος, επόθη τον αστισμό – έστω και στην ελληνική, χωριάτικη εκδοχή του – και αυτό τον όπλιζε με ανείπωτη δύναμη. Η αποφοίτησίς του δεν άργησε να έρθει και ο Νικολάκης, μπαφιασμένος από τις προσβολές, τις σφαλιάρες και το γενικότερο σνομπάρισμα, απεφάσισε ότι μόνο το Λονδίνο θα μπορούσε να σταθεί αντάξιο των προσδοκιών του και να του προσδώσει το απαραίτητο λούστρο που δεν μπορούσε να του προσφέρει η parochial, ersatz ελλαδίτικη «ελίτ». Με δυσκολίες πολλές (πρωτίστως οικονομικές) μπόρεσε να κάνει κάποιες σπουδές. Όχι τίποτε το ιδιαιτέρως σπουδαίο ή πολύπλοκο – ένα Master, σαν αυτά που φέρνουν με το κιλό εξ εσπερίας οι έλληνες νεοσσοί, από το City του Λονδίνου, το κατεξοχήν πανεπιστήμιο των ελλήνων χαβαλέδων (αρκεί να σκεφθείτε ότι εκεί ολοκλήρωσε Master μέχρι και o… Αριστόβουλος Σπηλιωτόπουλος!). Ας είναι κι έτσι, είπε ο Νίκος… Και τα κατάφερε. Επέστρεψε, το λοιπόν, στη «δόλια πατρίδα» (για να θυμηθούμε και τον Χρήστο Πασαλάρη…), ακολουθώντας τον επαγγελματικό δρόμο της διαφημίσεως. Ό,τι ημπόρεσε να επιτύχει, στο συγκεκριμένο επαγγελματικό πεδίο, ήταν το "δελφίνι των Μεσογειακών Αγώνων" (;;;!!!), το οποίο ο ίδιος θεωρεί τόσον μεγάλη επιτυχία, ώστε δεν χάνει ευκαιρία να το επαναλαμβάνει μέχρι αηδίας στους εκάστοτε συνομιλητάς του, προκαλώντας μεγάλα χασμουρητά (ή χάχανα)… Η πραγματική ζωή, όμως, δεν είναι ενυδρείο ή θερμοκήπιο. Διακρίνεται από σκληρότητα και αναλγησία – δύσκολα πράγματα, δηλαδή, για τον ευαίσθητο ψυχισμό ενός ΟΝΝΕΔίτη… Το δράμα του Νίκου είναι ότι το Εγώ του είναι αντιστρόφως ανάλογον, από πλευράς μεγέθους, της σημασίας που του αποδίδουν στο κόμμα του. Του παρεχώρησαν μια θέση «ψυγείο» («Γραμματέας Πολιτικού Σχεδιασμού», λέει…) προκειμένου να λαμβάνει έναν μισθό, άνευ του παραμικρού ουσιαστικού αντικρίσματος από επόψεως αρμοδιοτήτων. Ο Νικόλας, όμως, φαντασιωνόταν αρμοδιότητες στρατάρχου, και κάθε τρεις και λίγο συνέτασσε πονήματα-memo απαράμιλλης, όμως, κοινοτοπίας, με τα οποία φρόντιζε να επιβαρύνει, καθημερινώς, τα στελέχη της ΝΔ, τα οποία, όμως, έκριναν τόσο ανιαρά και προβλέψιμα τα σημειώματα αυτά, ώστε να τα εναποθέτουν στον πιο ταιριαστό χώρο: στον κάλαθο των αχρήστων… Ο Νίκος, όμως, αντιδρά σαν τον απατημένο σύζυγο. Χρόνια τώρα, δεν μπορεί να χωνέψει ότι ο Πρωθυπουργός τον έχει στην «απ’ έξω», συμβουλευόμενος τόσους και τόσους άλλους (και όχι, μάλιστα σφυρηλατημένους στον αντιπασοκικό αγώνα), ποτέ, όμως, αυτόν… Η χολή που χύνει, όλα αυτά τα χρόνια, εναντίον Ρουσόπουλου και Λούλη δεν περιγράφεται. Για να μην αναφέρουμε τις σχέσεις του με τον βαψομαλλιά Ζαγορίτη, τον οποίον κατηγορεί ως «μέτριο» και «λαϊκό»… (Μόνον ο Μεϊμαράκης είναι θεός - α! και ο Γιάννης Χατζής!). Έχει προσβληθεί και πικαριστεί πολύ όλα αυτά τα χρόνια. Διαδίδει παντού: «γιατί αυτοί κι όχι εγώ;». Βγάζει τον Λούλη "άσχετο" – ωσαύτως και τον Θοδωρή. Κάθε που γίνεται μια κρίση, παθαίνει κρίση… Τηλεφωνεί στους δημοσιογράφους εξηγώντας πως θα μπορούσαν τα πράγματα να έχουν πάρει μια διαφορετική, καλύτερη τροπή, σε περίπτωση που εκείνος συνεβούλευε τον Πρωθυπουργό. Ο Κώστας, όμως, ουδέποτε έκρινε, επί της ουσίας, άξιο τον Νίκο για σύμβουλό του – εξ ου και το ψυγείο πολυτελείας … Το αποκορύφωμα της καραχάλειας απογνώσεως ενεφανίσθη κατά την έναρξιν της προεκλογικής περιόδου. Τότε που ο Νίκος είχε αποφασίσει ότι ήλθε η ώρα να προσφέρει στον τόπο καθήμενος σε κάποιο κοινοβουλευτικό έδρανο. Για εκείνον η βουλή ήτο το παν. Τηρουμένων των αναλογιών, και στην περίπτωση του Νίκου ίσχυε αυτό που έλεγε ο πολύς Lloyd George: «To anyone with politics in his blood, the House of Commons is like a pub to a drunkard»… Έτσι, προετοίμαζε, με ζήλο πρωτόγνωρο, την επίσκεψη στη Βάρη, τα Γλυκά Νερά, το Μενίδι και άλλες αντίστοιχες περιοχές, μιας και ο κατά φαντασίαν «στρατηγός» της πολιτικής και της επικοινωνίας είχε λάβει το OK να κατέλθει στο… Υπόλοιπο Αττικής. Βρήκε, όμως, για κακή του τύχη, και πάλι τον Θοδωρή μπροστά του και έτσι το όνειρό του έμεινε όνειρο απατηλό. Από τότε βράζει… Η συμπεριφορά πληγωμένου ζώου και απατημένου συζύγου κορυφώθηκε με την παιδιάστικη αντίδρασή του να διαδίδει ότι τον επιθυμούσε διακαώς στο επικοινωνιακό της επιτελείο η… Hillary Clinton - πράγμα το οποίο ανερυθριάστως διέδιδε, και ο επαρχιακής ποιότητας και αντιλήψεως Τύπος ανερυθριάστως αναπαρήγαγε. Όλοι είχαν ενημερωθεί για την συγκλονιστική πρόταση που άνοιγε νέες, διεθνείς προοπτικές στο υπερφιλόδοξο νεαρό στέλεχος, εκτός από την ίδια τη Hillary… Η συνεχής απόρριψη από τον Πρωθυπουργό τον αποδόμησε, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο φτάνοντας να επικρίνει τους πρόσφατους χειρισμούς του μεγάλου του ινδάλματος (του Πρωθυπουργού) και έτσι να εξαναγκαστεί σε παραίτηση. Εδώ λήγει άδοξα μια μεγάλη πορεία ενός μικρού ανδρός... Για να ολοκληρώσουμε, όμως, την συναρπαστική περιήγησή μας στα τόσο ιλαρά παρασκήνια του κυβερνητικού χώρου, να επισημάνουμε ότι ο Καραχάλιος, ως γνήσιος ΟΝΝΕΔίτης, τρέφει λατρεία για τη… Μύκονο. Απωθημένο των χρυσών δεκαετιών του ’80 και ’90, τότε που όλα τα παιδιά του Κολλεγίου επέλεγαν τη Μύκονο για τις (κωλοπαιδίστικες) θερινές και πασχαλινές διακοπές τους, ενώ ο μικρός, ταπεινός Νικολάκης δεν είχε ούτε τα χρήματα ούτε το status ώστε να παρευρίσκεται και αυτός, επί ίσοις όροις, με τα κακομαθημένα «καλόπαιδα» στο νησί των ανέμων. Τώρα, όμως, παίρνει την εκδίκησή του. Σουλατσάρει αμέριμνος στη Μύκονο με χαϊμαλιά και βραχιόλια συνοδεία μοντέλων της συμφοράς… Είναι – επιτέλους! – κάποιος! Ο Νίκος εκτός από την βαθύτερη, ακατανίκητη επιθυμία του για αχαλίνωτη ζωή, αναγνώριση και άσκηση εξουσίας («θα δείτε ποιος είμαι εγώ ρε κωλόπαιδα!») κρύβει μέσα του, ένα ακόμη μυστικό, υποδηλώνον την εντυπωσιακή ανασφάλεια που τον χαρακτηρίζει, και το οποίο διαφυλάσσει ως κόρην οφθαλμού – εμείς, όμως, θα το αποκαλύψουμε: βάφει τα μαλλιά του ΥΓ. Ας σημειωθεί ότι ο αυτάρεσκος Νίκος (κοινώς "ψώνιο") διατηρεί σελίδα στο Youtube, δηλώνοντας την επίσημη, μέχρι χθες, ιδιότητά του και ανεβάζοντας βίντεο με βαθυστόχαστες απόψεις που έχει, κατά καιρούς, εκφράσει. Ας σημειωθεί, όμως, και κάτι ακόμη, το οποίο δείχνει το οξύ πρόβλημα που αντιμετωπίζει το φιλόδοξο στέλεχος σε σχέση με τον Χρόνο που περνά (όθεν και η βαψομαλλίαση): δηλώνει μόνον 28 (!!!) ετών (Νίκο μην πας και το αλλάξεις τώρα που το επισημάναμε...). http://www.youtube.com/user/NK2717

Monday, December 15, 2008

Sir Terry Wogan: το ραδιοτηλεοπτικό βάψιμο…

O Sir Terry Wogan αποτελεί, αναμφίβολα, μια εμβληματική μορφή της βρετανικής TV αλλά και του ραδιοφώνου, αφού μετρά, αισίως, περί τα 40 χρόνια αδιασάλευτης τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής παρουσίας, χαρακτηριζόμενος ως «εθνικός θησαυρός» του βρετανικού ραδιοτηλεοπτικού χώρου. Jackpot, Late Night Extra, Breakfast Show, Wogan, Wake Up to Wogan, Wogan Now and Then είναι μερικές μόνο από τις μεγάλες επαγγελματικές στιγμές του δημοφιλούς εκπροσώπου της βρετανικής μαζικής κουλτούρας. Πιο γνωστός, όμως, είναι ως ο «Mr Eurovision» του BBC, αφού τυγχάνει ο «θεσμικός» παρουσιαστής του πανευρωπαϊκού αυτού ελαφρού υπερθεάματος (που τόσο συγκινεί το ελληνικό κοινό) εδώ και δεκαετίες. Αποτελεί, επίσης, ένα από τα πιο ακριβοπληρωμένα στελέχη στην ιστορία του διάσημου ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού, ενώ έχει γίνει γνωστός για τα αμφιλεγόμενα, πιπεράτα και σκωπτικά του σχόλια, στην γραμμή της μεγάλης βρετανικής παράδοσης (και σε αντίθεση με τα ισχύοντα εν Ελλάδι, όπου το ανελέητο γλείψιμο και ο κομφορμισμός αποτελούν το κανόνα, παντού και πάντα…). Για χάρη του ελληνικού κοινού, που μάλλον δεν γνωρίζει την εμβέλεια του ανδρός (αφού ο Sir Terry δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός εκτός Γηραιάς Αλβιώνος), θα τολμούσαμε να τον παρομοιάσουμε, φέρνοντας την ανάλυση στο ελληνικό πλαίσιο και πάντοτε τηρουμένων των αναλογιών, με τον αείμνηστο Άλκη Στέα (όχι στο τόσο νερόβραστο βέβαια…), ο οποίος, με την ευγενή και χαριτωμένη παρουσία του, μεγάλωσε γενεές ελληνοπαίδων (καρναβάλι Πάτρας, «Αν έχεις τύχη διάβαινε» και τα σχετικά…). Το κύριο χαρακτηριστικό του Sir Terry, σε ό,τι αφορά την εξωτερική του εμφάνιση, είναι τα τουλάχιστον περίεργα μαλλιά του... Το θέμα της παράδοξης κόμης του δημοφιλούς παρουσιαστού έχει ξεσηκώσει θύελλα αντιπαραθέσεων σε βρετανικό λαό και Τύπο. «Τι συμβαίνει με τα μαλλιά του Sir Terry;» είναι το ερώτημα που έρχεται ξανά και ξανά στα χείλη των βρετανών πολιτών, ενώ απολαμβάνουν το earl grey τους στις 4pm με συνοδεία σάντουιτς-αγγουράκι. Επίσημη απάντηση, παρά το οφθαλμοφανές του πράγματος, δεν φαίνεται να υπάρχει. Η εικόνα, ωστόσο, μιλά από μόνη της, αφού η συγκριτική επί της εμφανίσεως ανάλυση του Sir Terry, στο τότε και το τώρα, δίνει μιαν τόσο αποστομωτική απάντηση, όσο καμιά επίσημη δήλωση δεν είναι ικανή να δώσει. Σίγουρα, το λοιπόν, κάτι τρέχει με τα μαλλιά του δημοφιλούς παρουσιαστού, αλλά τί ακριβώς; Πολλοί ισχυρίζονται ότι εδώ έχουμε την περίπτωση περούκας ή, έστω, περουκινίου. Άλλοι, πάλι, ομιλούν περί βαφής. Έχοντας το προνόμιο να έχουμε καμαρώσει το περί ου ο λόγος celebrity εκ του σύνεγγυς και αντιλαμβανόμενοι την κρισιμότητα των σχετικών ερωτημάτων αλλά και των περιστάσεων, τολμούμε να πάρουμε θέση: νομίζουμε ότι πρόκειται περί βαφής! (Έτσι, απ' αυτή την άποψη, ορθότερο θα ήταν να τον παρομοιάσουμε όχι τόσο με τον Άλκη Στέα, όσο με τον γνωστό βαψομαλλιά κονφερανσιέ Κώστα Βενετσάνο...). πριν... μετά... Μόλις προ ολίγων ημερών, ο Sir Terry έφερε εαυτόν στο επίκεντρο της δημοσιότητος (αναγκάζοντας και τον ελληνικό Τύπο να ασχοληθεί με το θέμα), όταν πρόεβη σε μια συγκλονιστική δήλωση, πληγώνοντας βάναυσα όλους τους πιστούς οπαδούς του, οπότε και το καταπέτασμα του τηλεοπτικού Ναού εσχίσθη: αποχωρεί, μετά από πολυετή παρουσία στο σχετικό μετερίζι, από την παρουσίαση του γιουροβιζιονικού διαγωνισμού, δηλώνοντας, μάλιστα, επί τούτου: «Πρέπει να είσαι κουφός, μουγγός και τυφλός για να μην συνειδητοποιείς την κατρακύλα του διαγωνισμού, από τότε που άρχισαν να ψηφίζουν οι χώρες του ανατολικού μπλοκ». Δεν ξέρουμε για κουφός και μουγγός, αλλά εκείνο που μπορούμε να σχολιάσουμε είναι ότι, αναμφιβόλως, πρέπει να είσαι πράγματι τυφλός για να ανέχεσαι ένα τόσο κακοβαμμένο και πλουμιστό μαλλί, όπως αυτό που κοσμεί την κάρα του Sir Terry Wogan

Friday, December 12, 2008

Αλέξανδρος Βέλιος: βροχές, αναταραχές και… βαφές

Ο φωτογραφικός μας φακός ενετόπισε, σήμερα το πρωί, τον καλύτερο, εγκυρότερο και διεισδυτικότερο δημοσιογράφο της Ελλάδος (για την Ευρώπη δεν γνωρίζουμε…), τον κ. Αλέξανδρο Βέλιο, σε ένα χαρακτηριστικό «ενσταντανέ», ενώ δηλ. προσπαθεί, με ένα φύλλο της νέας (και νερόβραστης) εφημερίδας Real News (στην οποίαν ο δημοσιογράφος ξεκινά από την αρχή την καριέρα του ως ρεπόρτερ, αφού ο Νίκος Χατζηνικολάου δεν τον έκρινε άξιο να του αναθέσει αρθογραφία), να προστατευθεί από την καταρρακτώδη σημερινή βροχή, ώστε το νεράκι του Θεού να μην του χαλάσει το καραμπογιάτισμα και σταγόνες μπογιάς λερώσουν υποκάμισο και σακάκι (φωτο)! Καταβροχθίζαμε τυρόπιτα, επί της οδού Νίκης, όταν εντοπίσαμε τον πεφυσιωμένο δημοσιογράφο να προχωρεί καμαρωτός-καμαρωτός (ως συνήθως), έτοιμος να εισέλθει στο γραφείο του μέντορά του και ινδάλματός του κ. Κίμωνος Κουλούρη, προκειμένου να συσκεφθούν περί των γνωστών επεισοδίων. Όπως είναι ευρύτερα γνωστό, εδώ μιλάμε για μια φιλία δεκαετιών, αλλά και για μια αδιατάρακτη επαγγελματική σχέση, αφού ο Βέλιος είναι πρώην, νυν και αεί βοηθός του Κουλούρη. Αλέξανδρος και Κίμων μοιράζονται (όπως έχουμε ξαναπεί) κοινούς προβληματισμούς, κοινές ανησυχίες και κοινές απόψεις. Ένα άλλο κοινό που τους ενώνει είναι ότι βρίσκονται και οι δύο στα αζήτητα – ο καθείς στον χώρο του (δημοσιογραφία και πολιτική, αντιστοίχως). Ένα τρίτο κοινό χαρακτηριστικό τους είναι ότι μοιράζονται το ίδιο πάθος: το βάψιμο των μαλλιών τους… Ένα τέταρτο κοινό χαρακτηριστικό τους είναι ότι και οι δύο εμφορούνται από εδραίες μικροαστικές αντιλήψεις, τις οποίες επιχειρούν να κρύψουν πίσω από σύμβολα μιας κοινωνικής τάξεως στην οποίαν ουδέποτε ανήκαν: ο Βέλιος πίσω από την πίπα (ψυχαναλυτικώς παραπέμπουσα στην ποιότητα αυτών που συνήθως λέγει), ενώ ο Κίμων (το χωριατόπαιδο απ’ τη Λευκίμη Κερκύρας και πρώην καταμετρητής της ΔΕΗ) πίσω από τα πούρα και τις ακριβές, μεταξωτές γραβάτες. Η γραφικότητα, όμως, αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του ελληνικού περιβάλλοντος, γι΄ αυτό και δεν θα μείνουμε άλλο στους διόσκουρους της καθ’ ημάς φαιδρότητας… Εντύπωση, όμως, προεκάλεσε μια ακόμη επισήμανση, στην οποίαν προέβησαν οι δημοσιογράφοι Ελεάννα Τρυφίδου και Γεώργιος Λιάγκας, εψές περί την εβδόμη απογευματινή, στον ραδιοσταθμό Real fm. Οι δύο έγκριτοι (;) δημοσιογράφοι σχολίαζαν, ξεκαρδιζόμενοι, την πληροφορία, σύμφωνα με την οποία ο Αλέξανδρος Βέλιος, τη Δευτέρα το βράδυ, κατά την διάρκεια των σοβαρών επεισοδίων που έσπειραν τον σπόρο της αναρχίας στην πιο αφρικάνικη χώρα της Ευρώπης, στην λεβεντογέννα Ελλάδα (με τους αφρικανούς πολίτες και τους αφρικανούς ηγέτες), ενετοπίσθη να αναχωρεί από μισοκατεστραμμένο φαρμακείο με πρωτόγνωρο ενθουσιασμό και λάμποντας από χαρά, κρατώντας ανά χείρας δυο-τρία κουτάκια… βαφής μαλλιών! Ακόμη και στην αναμπουμπούλα, κολλημένο στα βαμμένα μαλλιά το μυαλό του κατά φαντασίαν nobleman-βαψομαλλιά…

Wednesday, December 10, 2008

Ορέστης Κολοζώφ: το κομμουνιστικό βάψιμο…

Λόγω του «επαναστατικού» κλίματος των ημερών (με το απαραίτητο, βέβαια, ελληνικό καρικατουρίστικο επίχρισμα), η σκέψη μας κατευθύνθηκε, δίκην αυτομάτου, σε έναν γιγαντιαίο επαναστάτη, σε έναν μεγάλο λησμονημένο: τον πρώην βουλευτή του ΚΚΕ Ορέστη Κολοζώφ. Ο Ορέστης, από τρυφερή ηλικία, εβαπτίσθη εις τα νάματα της επαναστατικής, σκληροπυρηνικής Αριστεράς. Αντελήφθη την αδικία του κόσμου τούτου, αποδίδοντάς την, όμως, όχι στην ατέλεια της ανθρωπίνης φύσεως και την συγκρουσιακή φύση των ανθρώπων και των κοινωνιών (βλ. Hobbes), αλλά, αποκλειστικώς, σε δάκτυλο μιας περιορισμένης δράκας ατόμων, των κακών καπιταλιστών. Ο ευαίσθητος κομμουνιστής απεφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του (μέρα και νύχτα – μα την αλήθεια…) στην προώθηση των ουτοπικών, κομμουνιστικών οραμάτων, χωρίς μια στιγμή να περνά από την μαρξιστική, ντετερμινιστική του σκέψη ότι ο καπιταλισμός, ως σύστημα, από την στιγμή που εδραιώθη, μάλλον δεν πρόκειται, ρεαλιστικά μιλώντας, να διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη, καθότι ταιριάζει «γάντι» με την «πτωτική» – για να μιλήσουμε θεολογ