Sunday, July 10, 2016

Brexit γιά Bremain? Κρομμύδας εναντίον Πολυκάρπου



Ποιος είπε ότι οι Έλληνες είναι επαρχιώτες; Όποιος κι αν το ετόλμησε, πήρε την απάντησή του. Μιαν απάντηση ηχηρή, αφού εξέπληξε ευχάριστα το πάθος με το οποίο ασχολήθηκαν οι Hellenes με τα Bremain και τα Brexit. Τόσος καιρός επέρασε από την ημέρα του ιστορικού δημοψηφίσματος, κι η ένταση των τοποθετήσεων ακόμη να κοπάσει! Το θέμα φλέγει, δεδομένου ότι ο μικρός (αλλά ιστορικός) αυτός λαός αντιπαρατέθηκε επί του θέματος σκληρά. Με συγκρότηση. Παίρνοντας θέση. Υπέρ ή κατά. Λεβέντικα. Χωρίς φιοριτούρες και μεσοβέζικα ήξεις αφήξεις. Δίχως αμφιβολίες και δισταγμούς. Εντυπωσιάζοντας. Αλλά και αποδεικνύοντας ότι αδίκως κατηγορείται ο Έλληνας, συχνά-πυκνά, για μυωπικότητα και ομφαλοσκόπηση. Αφού με το πάθος των τοποθετήσεών του έδειξε ότι, πολιτικό ον μέχρι τα μπούνια, δεν ξέρει να ασχολείται μόνο με τα του οίκου του και τα μικρά, αλλά ότι αναμετράται άνετα και με τα διεθνή και τα μεγάλα.


Κάθε σοβαρός άνθρωπος γνωρίζει, αν μη τι άλλο μέσα από την εμπειρία της ζωής (δεδομένου ότι τα –υπερεκτιμημένα– διαβάσματα, συχνότατα, αντί να σου ανοίγουν ορίζοντες, απλώς ενισχύουν προκαταλήψεις και προ-διαμορφωμένες βεβαιότητες), ότι σημασία δεν έχει τόσο η άποψη καθ’ εαυτή, όσο η διαδικασία μέσω της οποίας καταλήγεις σ’ αυτήν. Κι επομένως, εκείνο που μετράει είναι η συγκρότηση του κρίνοντος. Οι προδιαγραφές του.


«Ο καθένας θεωρεί τα όρια του δικού του οπτικού πεδίου ως τα όρια του κόσμου» ισχυριζόταν ο γερμανός μισάνθρωπος· και αυτό φαίνεται να ισχύει για όλους μας – στον έναν ή τον άλλον βαθμό. Επιπλέον, αυτό που μετράει είναι ο καθείς να μπορέσει κάτι να πει. Να καταθέσει γνώμη (και ψυχούλα). «Καθένας προσμένει την ώρα του για να προτείνει κάτι – αδιάφορο τι. Μπορεί να μιλήσει· αυτό αρκεί», όπως επισήμανε προσφυώς κι ο άλλος μισάνθρωπος, ο εκ Ρουμανίας ορμώμενος. Να μιλήσει. Και μάλιστα με τρόπο απόλυτο. Διεκδικώντας την κατοχή της αλήθειας. Δυναμικά. Φανατικά. Για να σχολιάσει, και πάλι προσφυώς, και πάλι ο Cioran: «Εξ ενστίκτου ειδωλολάτρες, μετατρέπουμε σε απόλυτο τα αντικείμενα των ονείρων και των συμφερόντων μας». Με αποτέλεσμα, ως κάτοχοι εδραίων απόψεων, να μη σηκώνουμε κουβέντα. Να μην αφήνουμε χώρο να παρεισφρέει η παραμικρή αμφιβολία. Και να ταυτίζουμε την αντίθετη άποψη με τη μωρία. 


Πρόσφατα, με αφορμή καφενειακή, τουτέστιν ελαφρά και με έντονο το άρωμα του κουτσομπολιού, συζήτηση, διακεκριμένος (και κατά τ’ άλλα πρωτότυπος και ενδιαφέρων) δοκιμιογράφος, σε σχετικό πείραγμά μας, αξίωνε να μας πείσει ότι είναι απολύτως ανοιχτός σε οποιαδήποτε άποψη. «Μόνο τη βλακεία δεν αντέχω!» προσέθεσε. Όταν του αντιτείναμε ότι, συχνά, απέχθεια προς την βλακεία ονομάζουμε, ίσως και ασύνειδα, απλώς την απέχθεια προς την διαφορετική άποψη, έβγαλε αφρούς διεκδικώντας το δικαίωμα να μπορεί να ορίσει ο ίδιος απολύτως τι εστί βλακεία. Αυτή ακριβώς η αναπηρία είναι που συνήθως ναρκοθετεί κάθε απόπειρα ουσιαστικής συζήτησης, καθιστώντας τον διάλογο κατά κανόνα μιαν υπερεκτιμημένη αξία. Δεδομένου ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, σχεδόν κανέναν δεν ενδιαφέρει η άποψη καθ’ εαυτή, ούτε και η τεκμηρίωσή της, αφού η γνώμη του καθενός γίνεται προέκταση του Εγώ του· με αποτέλεσμα ο διάλογος να εκπίπτει σε μια μάχη εγωισμών, ενώ κάθε προσπάθεια ανασκευής του επιχειρήματος του Άλλου λογίζεται ως προσπάθεια μείωσης της προσωπικότητάς του – ηθελημένο ή αθέλητο πλήγμα στο Εγώ του.


Άλλωστε, η μύχια επιθυμία του μέσου ανθρώπου δεν είναι να καταλάβει, αλλά να πιστέψει. Απομακρύνοντας κάθε ψήγμα ενοχλητικής αμφιβολίας. Καραδοκώντας να βρει ένα έστω «επιχείρημα» ώστε να διατηρήσει την προ-ειλημμένη απόφασή του. Να κρατηθεί, πάση θυσία, από τη χειρολαβή της βεβαιότητας. «Τον πούστη τον υπερβέβαιο τοποθετούμενο. Πόσο αμβλύνους είναι…» θα μπορούσε να μονολογήσει κανείς. Ή, βέβαια, και να τον θαυμάσει για την εμμενή βεβαιότητά του· την πίστη του στην πίστη του. Τούτων δοθέντων, έχει τη δική του σημασία το ότι οι περί Brexit εξελίξεις δείχνουν, ακόμα και στην ταπεινή ετούτη γωνίτσα του πλανήτη, να έχουν αφυπνίσει συνειδήσεις και διαμορφώσει καμπόσα πολύτιμα σκεπτικά, όπως αυτά των συνανθρώπων μας Κρομμύδα και Πολυκάρπου, που, σ’ ένα συγκροτημένο tug owar, αφήνουν παρέκει την βολική μονομέρεια και αντιπαρατίθενται, εμπλουτίζοντας τον διάλογο, το επιχείρημα, τον πλουραλισμό, και επομένως την ευκαιρία κατάκτησης της λυτρωτικής κατανόησης σύνθετων πραγμάτων, πέρα κι έξω από τη βολική εγκαθίδρυση απλοϊκών βεβαιοτήτων.

 

Ο Θανάσης Κρομμύδας, επί παραδείγματι, υπάλληλος τραπέζης, άνθρωπος των αγορών, δείχνει να έχει προβληματιστεί, να έχει προβληματιστεί δυνατά, από την αύξηση του αντιευρωπαϊσμού / ευρωσκεπτικισμού των λαών και να έχει σκεφτεί πολύ πάνω σ’ αυτό το θέμα. «Το πρόβλημα που φάνηκε να υπάρχει με το Brexit είναι ότι αφήνουμε να ψηφίζουν άνθρωποι που δεν ξέρουν. Κι έτσι κυριαρχεί ο λαϊκισμός. Nα δώσουμε στους τεχνοκράτες τα ηνία! Που ξέρουν τι πρέπει να γίνει και αψηφούν και τον λαϊκισμό αφού λειτουργούν με τετράγωνη λογική. Κι αν δεν μπορεί να το καταλάβει αυτό ο απλός λαός, κακό του κεφαλιού του. Αλλιώς, να μάθουμε τον κόσμο να ψηφίζει ορθολογικά. Να του εξηγήσουμε οικονομία και αγορά» εξηγεί ο Κρομμύδας.


Ο βιοπαλαιστής / παρκαδόρος Θανάσης Πολυκάρπου βλέπει το θέμα με το ίδιο πάθος, αλλά από άλλη σκοπιά. «Αυτό το Μπρέξιτ ήταν μια νίκη του απλού λαού. Μας έβγαλαν οι Βρετανοί ασπροπρόσωπους, μας εκάμαν υπερήφανους μετά από το στραπάτσο του δικού μας δημοψηφίσματος που ψηφίσαμε ΟΧΙ και βγήκε τελικά το ΝΑΙ. Που μας πρόδωσε ο Τσίπρας. Το δημοψήφισμα αυτών των κουνιστών των Εγγλέζων έδειξε μωρέ ότι υπάρχουν κι αθρώποι με καρδιά!» δηλώνει με τόλμη.


«Οι Βρετανοί έχουν μπει σε αυτό που εμείς οι οικονομολόγοι, οι τεχνοκράτες, λέμε “αχαρτογράφητα νερά”» επιχειρηματολογεί με σθένος ο Κρομμύδας. «Δεν έχουν καταλάβει τι τους περιμένει. Έχω πληροφορίες μέσα από το City ότι γίνεται χαμός! Στις αγορές ρέει αίμα. Κυριολεκτικά! Αν τελικά δεν γίνει κάτι να διορθωθεί η απόφασή τους με το Brexit, σε λίγο θα τρώνε μόνο φασόλια από κονσέρβα, baked beans όπως τα ξέρουμε εμείς που έχουμε σπουδάσει στην Αγγλία!..» αποκαλύπτει. Με διαφορετικό, ωστόσο, τρόπο βλέπει το ίδιο θέμα ο Πολυκάρπου: «Γερό ταρακούνημα αυτό το Μπρέξιτ! Να δοθεί επιτέλους ένα μάθημα. Γι’ αυτό πρέπει να μιλάει μόνο ο λαός. Που είναι σοφός. Κι όχι οι φλώροι με τα πτυχία. Να φοβηθούνε οι Γερμαναράδες και ν’ αλλάξουνε πολιτική. Μας μισούνε εμάς τους νότιους και ειδικά τους Έλληνες γιατί ξέρουμε να ζούμε! Και θέλουν να αγοράσουν τ’ ασημικά της χώρας για ένα κομμάτι ψωμί…» υποστηρίζει.


«Να ακυρωθεί το δημοψήφισμα! Και να ξαναγίνει νέο! Αν είναι δυνατόν “να γίνει χθες”, όπως λέμε και στη γλώσσα των αγορών. Να σώσουμε ό,τι μπορεί να σωθεί από την ψήφο των βρετανών ψεκασμένων και όλων των ηλικιωμένων που ψήφισαν Brexit. Να μπορέσω κι εγώ, όταν με το καλό κάνω οικογένεια και γίνω πατέρας, να στείλω και το παιδί μου στο δικό μου alma mater, στο πανεπιστήμιο του Ντάρμπι, με προσιτά δίδακτρα home student» δηλώνει με τόλμη, αλλά συνάμα και ελπίδα, ο Κρομμύδας. Ο Πολυκάρπου, από την άλλη, δεν κρύβει την οργή του. «Μας παίρνουν οι ξένοι τις δουλειές. Αν έρθει κι ανοίξει δίπλα μου πάρκινγκ ένας αλλοδαπός με περισσότερα λεφτά, εμένα, τον Έλληνα βιοπαλαιστή, με πήρε και με σήκωσε!» δηλώνει. Το παράπονο τον πνίγει. Και δεν μπορεί να το κρατήσει μέσα του: «Θέλω να ξέρω ποιοι με κυβερνάνε! Ποιοι αποφασίζουν για μένα! Να μπορώ να τους βλέπω στα μάτια. Όπως σε βλέπω και με βλέπεις. Και να τους ζητάω τον λόγο. Αμεσοδημοκρατικά! Πώς στο διάολο να τους δω εκεί πέρα, στου διαόλου τη μάνα, στις Βρυξέλλες;» αναρωτιέται. Αλλά δεν αφήνει μονοπωλεί τη σκέψη του η οργή. Προχωρά και σε προτάσεις: «Τι θέλετε μωρέ γραβατάκηδες των Βρυξελλών; Γιατί μας πιλατεύετε; Ανοίξτε την κάνουλα και δώστε λεφτά στους απλούς ανθρώπους που πεινάνε! Δεν βλέπετε ότι ο λαός υποφέρει; Ν’ ανοίξουν τα ευρωπαϊκά σεντούκια τώρα! Τι τα φυλάτε μωρέ τα λεφτά; Μαζί σας θα τα πάρετε; Να βάλουμε τον άνθρωπο πάνω από προϋπολογισμούς και ισολογισμούς! Να αφήσουμε τον κόσμο ν’ αναπνεύσει! Και να μπορέσει επιτέλους να ονειρευτεί!»


Οι δυο Θανάσηδες, έστω και αν εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, στο ζήτημα της ανάγκης για αλήθεια, για πολλή αλήθεια, αλήθεια άνευ όρων και υποσημειώσεων, φαίνεται να συμφωνούν. «Να ειπωθεί η αλήθεια, αυτό είναι που χρειάζεται. Όλη η αλήθεια, χωρίς λαϊκίστικες αναστολές. Ακόμη κι όταν είναι δυσάρεστη – κυρίως τότε!» καλεί από την πλευρά του ο ορθολογιστής Κρομμύδας. «Να βγάλουμε τον κόσμο, με λόγο τεχνοκρατικό και αληθινό, από τις ψευδαισθήσεις του λαϊκισμού» προσθέτει. «Να πούμε όλοι την αλήθεια!» λέει και ο Πολυκάρπου. «Να τηνε μάθει ο κόσμος. Να καταλάβει ότι μας έχουνε στο στόχαστρο. Ότι πολεμούνε την Ελλάδα. Ότι θέλουν να πάρουν τον πλούτο της χώρας μας. Και επιτέλους να σηκωθούμε από τους καναπέδες. Να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας. Να νικήσει η δημοκρατία. Να πάρουμε πίσω τη χώρας μας!» προσθέτει.  


Σκληρή η αντιπαράθεση – αν και τεκμηριωμένη. Ευτυχώς, όμως, που υπάρχει και ο συμβιβαστικός δρόμος της μεσότητας. Μια ψύχραιμη φωνή, μια φωνή της λογικής, ο Βαγγέλης ο Βακλαβάς, δεν τάσσεται ούτε με το Brexit ούτε με το Bremain, επιλέγοντας να βαδίσει στον δρόμο του σκεπτικισμού. Και αφού ζητά να τεθούν όλα τα θέματα επί τάπητος υπό την ευλογία του διαλόγου, ο ευαίσθητος στιχοπλόκος απευθύνει έκκληση προς τους δύο αντιπαρατιθέμενους, καλώντας τους σε συμφιλίωση: «Ελάτε να μονιάσουμε, τη μέση οδό να βρούμε, να πιούμε βρε ένα κρασί, να συμφιλιωθούμε. Ελάτε να φιλιώσουμε, και να αγαπηθούμε, το εγγλέζικο το ζήτημα, συνθετικά να ιδούμε. Γνώμες πολλές ν’ ακούσωμε, απόψεις ν’ ασπαστούμε, ας πει ο καθείς ό,τι ποθεί, μόνο μη χωριστούμε». Και ο Βακλαβάς ολοκληρώνει την συμφιλιωτική παρέμβασή του  προτείνοντας: «Το Brexit πάλι να τεθεί, χωρίς πάθη και μίση, ν’ ανοίξει μια συζήτηση, που να μπορεί να πείσει. Το θέμα ευθύς ν’ αναλυθεί, από ειδικούς και πλήθη, να γίνει και  θεματική, στου Κώστα του Λαβίθη».