Sunday, January 29, 2017

Η δικαίωση του Απόστολου



Η τιμητική, όπως οι πάντες συνομολογούν, απόφαση της (ανεξάρτητης) Ελληνικής δικαιοσύνης περί μη εκδόσεως των οκτώ τούρκων στρατιωτικών στην χώρα τους έβγαλε ασπροπρόσωπο όλον τον Ελληνισμό. Τώρα πια ο Έλληνας, με καθαρό το κούτελο, μπορεί να παινεύεται, άνευ δισταγμών, ότι ζει σε μια χώρα ευρωπαϊκή (πλέον και με τη βούλα), με τη διάκριση των εξουσιών της και με τα όλα της, όπου πολιτικές και άλλες πιέσεις δεν περνούν. Δεν περνά, επίσης, απαρατήρητο το γεγονός ότι η σωστή ρότα που οδήγησε στην άκρως τιμητική απόφαση ακολουθήθηκε, κατά πάσα βεβαιότητα, από τη στιγμή που ένας ιδιώτης, ο Αποστόλης ο Δοξιάδης, με έναν εντυπωσιακό (αστικό) ακτιβισμό, εκείνο το παγωμένο απόγευμα σε πάρκο πλησίον δημοφιλούς μπαρ-ρεστοράν, δημιούργησε κινητοποίηση φέρνοντας τους πάντες προ των ευθυνών τους. Ήταν η ιδέα που τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα του εφησυχασμού. Η πρωτοβουλία-τομή που έφερε τα πάνω κάτω. Η κίνηση-ματ που άλλαξε τον ρουν των εξελίξεων. Από κει και πέρα τα υπόλοιπα ήσαν λεπτομέρειες, αφού τα πράγματα είχαν ήδη πάρει τον δρόμο τους...


Από δικαστικές, μάλιστα, πηγές (θείο μας αρεοπαγίτη), οι οποίες μας εξήγησαν, χωρίς πολλές φιοριτούρες, το τι συνέβη και οδηγηθήκαμε σε τούτη την ιστορική απόφαση, πιστοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, και το ότι η πρωτοβουλία του Απόστολου ήταν που έγειρε αποφασιστικά την πλάστιγγα, που έκλινε καθοριστικά την παλάντζα. «Από πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες πιέσεις δεν δεχόμεθα. Μην έχεις αμφιβολίες. Όταν, όμως, μιλούν οι πολίτες, τότε, ναι, αφουγκραζόμεθα. Αν δεν είχε πραγματοποιηθεί η εκδήλωση Δοξιάδη, δεν ξέρω ποια θα ήταν η απόφαση. Η κοινωνία των πολιτών παιδί μου! Η κοινωνία των πολιτών!» επεξήγησε ο θείος. Με το ηθικό δίδαγμα να μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, όταν ακόμη και διανοούμενοι / καλλιτέχνες με άφθονο χρόνο στη διάθεσή τους, αντί να αφιερώσουν αυτόν τον ατέλειωτο χρόνο στις συνήθεις αργόσχολες μπονβιβερικές ενασχολήσεις, τον διαθέτουν στην υπηρεσία της κοινωνικοπολιτικής μάχης μετατρεπόμενοι σε αποφασισμένους ακτιβιστές που σηκώνουν τη σημαία του αγώνα και τραβούν μαχητικά μπροστά, η νίκη δεν είναι δεν μπορεί να είναι– μακριά.

Thursday, January 19, 2017

Τα μαλλιά του Μουλόπουλου



Θανάσης, ένα Ελληνικότατο όνομα· το σήμα κατατεθέν, θα λέγαμε, της Ελληνικότητας στον τομέα των ονομάτων  κατά την προσωπική μας, πάντα, αξιολόγηση. Χθες, λοιπόν, ανήμερα του Αγίου Αθανασίου, δεν θα μπορούσαμε να λείπουμε από το εορταστικό τσιμπούσι που έλαβε χώρα σε στενό αλλά ζεστό στέκι της οδού Σωκράτους, επί τη ονομαστική εορτή του καλού φίλου Θανάση Κρομμύδα. Η παρουσία λίγων αλλά εκλεκτών φίλων, εκείνο το μεσημεράκι, συνοδεία πικάντικων καραμανλίδικων μεζέδων (λουκάνικα, τυριά, παστουρμάδες, αβγά Βαρνάβα σαγανάκι), παρουσία και άφθονου οίνου, τσίπουρου και ούζου, και με το κέφι στο κατακόρυφο (Θεέ μου, τι ευωχία ήταν ετούτη!), δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια γνήσια Ελληνική συζήτηση.


Τι γίνεται με τον διωκόμενο ΔΟΛ, η ΕΛΕΝΗ που έδωσε προσφορά η αστική φυλλάδα, οι χοντρές γάμπες της Κοσιώνη, εάν περπατά και χωρίς στήριξη ο ετοιμόρροπος Ψυχάρης, ποιος έκανε παρέα στον Λαμπράκη, ποια (τότε δημοσιογράφος και νυν βουλευτής) ήταν η νοσοκόμα που τον ξεσκάτιζε για να κερδίσει την εύνοιά του, αλλά και το εντυπωσιακό, πράγματι, γεγονός, ότι ο νέος κουμανταδόρος του Συγκροτήματος, ο Βασίλης ο Μουλόπουλος, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, διαθέτει στιλπνά καστανόχρωμα μαλλιά, αποτελώντας ένα θαύμα της φύσης, καθώς αποκλείστηκε, χωρίς δεύτερη σκέψη, η πιθανότητα ένας τόσο σοβαρός άνθρωπος, όπως ο Βασίλης, να βάφει τα μαλλιά του. Ωστόσο δεν θα το κρύψουμε αισθανθήκαμε να ανιούμε με την πνιγηρή Ελληνική επικαιρότητα και τα παρελκόμενά της. Κι έτσι, αποφασίσαμε να δώσουμε μια νέα τροπή στη συζήτηση, θα λέγαμε μια νέα πνοή, θέτοντας, ξαφνικά αλλά και αποφασιστικά, ένα άλλης τάξεως ερώτημα: Ποιος Έλληνας καλλιτέχνης διαθέτει τα πιο κοντά πόδια; Η συζήτηση, ξεπερνώντας τις προσδοκίες μας, άναψε μεμιάς, με τις απόψεις του καθενός να πέφτουν στο τραπέζι βροχηδόν και με τη βεβαιότητα διά της οποίας ο Έλληνας έχει συνηθίσει να αποφαίνεται. Και πού καταλήξαμε μετά από ωριαία και βάλε συζήτηση; Να γίνει κατά πλειοψηφία αποδεκτή η άποψή μας ότι τα πιο κοντά ίσως και παχιά– πόδια της ελληνικής showbiz τα διαθέτει πιθανότατα ένας Θανάσης – ο Μικρούτσικος.


Στη συζήτηση, ωστόσο, δεν υπήρξε ομοφωνία, καθώς επιτρέψαμε να διεξαχθεί σε δημοκρατικά πλαίσια, αφήνοντας μεγάθυμα ούλες τις απόψεις να ανθίσουν. Υπήρξαν, επομένως, και κάποιες ενστάσεις.Τις οποίες δεχθήκαμε να ακούσουμε ανενδοίαστα. Κάποιος, επί παραδείγματι, έθεσε την υποψηφιότητα του Θύμιου του Καρακατσάνη, αλλά ο συμπαθέστατος ηθοποιός μας δεν βρίσκεται πια εν ζωή και δεν επιθυμήσαμε να τον εμπλέξουμε σε ματαιόδοξους διαγωνισμούς του κόσμου ετούτου. Άλλη φίλη έριξε στο τραπέζι το όνομα του Μίμη Ανδρουλάκη (με την ιδιότητα του λογοτέχνη). Σύμφωνοι, έχει πολύ κοντά πόδια και ο Μίμης, αλλά το να ισχυριστεί κανείς ότι διαθέτει και τα κοντύτερα θα ισοδυναμούσε σίγουρα με υπερβολή. Διανοούμενος συνδαιτημών προέκρινε την περίπτωση του Γιώργου Βέλτσου, υποστηρίζοντας, μάλιστα, ότι όχι μόνο έχει δει ολόγυμνα τα πόδια του Γιώργου σε μια παραλία της Μυκόνου, αλλά ότι τα εμέτρησε κιόλας! Επειδή, όμως, το ψέμα έχει κοντά ποδάρια, καταθέτουμε ως απόδειξη υπέρ της δικής μας άποψης τη συγκεκριμένη φωτογραφία, που αποδεικνύει του λόγου το αληθές πέραν πάσης αμφιβολίας.


Άλλωστε, το ότι ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης μας τυγχάνει τόσο αντιπαθής και ανυπόφορος, επ ουδενί θα μπορούσε να του στερήσει μια πρωτιά  έστω και σχετιζόμενη όχι με τέχνη αλλά με πόδια. Το τελικό συμπέρασμα κατατέθηκε από τον (ορθολογιστή) εορτάζοντα, Θανάση: «Ευτυχώς που έχει εξαιρετικά κοντά πόδια ο Θάνος ο Μικρούτσικος, γιατί έτσι υψιπετής που είναι ως καλλιτέχνης, με τη φαντασία του να τον οδηγεί σε ασταμάτητες πτήσεις, τα κοντά του πόδια τον προσγειώνουν στη γης και τον ρεαλισμό της, εξασφαλίζοντας μαυτόν τον τρόπο την πολυπόθητη ισορροπία που, ομολογουμένως, ψάχνουμε όλοι οι άνθρωποι». Ίσως, λοιπόν, τα τόσο κοντά πόδια του συγκεκριμένου, αχαλίνωτου ως προς τη φαντασία, καλλιτέχνη να αποτελούν μια πρόνοια της σοφής Μάνας Φύσης με στόχο την αρμονία...

Sunday, January 1, 2017

Η Πρωτοχρονιά του Νίκου Δήμου



Βαρύθυμος σηκώθηκε και τούτη την Πρωτοχρονιά ο Νίκος Δήμου. Συνάμα, δε, κι οξύχολος. Τίποτε πάλι δεν του πήγαινε καλά, που να πάρει ο διάολος. Μα απολύτως τίποτα! Όχι, δεν ήταν μόνο ότι, λόγω της οικονομικής κρίσης, είχε βάλει στο blog του διαφημίσεις της Google, τις οποίες, ως φαίνεται, πατούσε τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του καταφέρνοντας απανωτά «κλικ», σίγουρα εκ λάθους, με αποτέλεσμα η εταιρία να του μπλοκάρει τη δυνατότητα τοποθέτησης ρεκλάμας λόγω παραβίασης των κανόνων χρηστής χρήσης. Ήταν και το ότι ο πλανήτης είχε πέσει στις δαγκάνες των δυνάμεων του λαϊκισμού· ο ορθός λόγος έμοιαζε να υποχωρεί· ο φιλελευθερισμός, και μάλιστα ο α λα γκρέκα που πρέσβευε ο συμπαθής δημοσιολόγος, αποτύγχανε να γοητεύσει τις πλατιές λαϊκές μάζες. Άσε που αναρωτιόταν: Δεν θα μπορούσε να παίξει εκείνος τον ρόλο του οργανικού διανοούμενου / προπαγανδιστή του αστικού νεοαυριανισμού αντί για τον Ράμφο, και να κάνει αυτός τον βαστάζο του Πορτοκλάστε, αφού, τον καιρό εκείνο τον παλιό που ο Στέλιος υμνούσε παπάδες και Γεροντικά κει πάνω στην Πεντέλη, προτού αλλαξοπιστήσει και αποφασίσει να υπηρετήσει με τον παλιό φανατισμό το νέο δόγμα, ο δημοσιογράφος Δήμου εκθείαζε εγκαίρως τον λιμπεραλισμό; Ίσως, πάλι, να είχε πληρώσει την απόφασή του να εκφράζει αταλάντευτα τις μεγάλες αλήθειες, όπως τότε, με την αποκάλυψή του για την απάτη με το Άγιο Φως (σε ένα κρεσέντο ειλικρίνειας μα και επιθυμίας για δια-Φωτισμό, που δυστυχώς παρεξηγήθηκε ως πατεντάτη απολιτικότητα, παιδικότητα, και διάθεση να κάνει, ως συνήθως, τον έξυπνο σε ολέθριο timing), η οποία και του στοίχισε, νωρίς-νωρίς, την κλωτσηδόν εκπαραθύρωσή του από το Ποτάμι και την απώλεια του επίζηλου τίτλου του πολιτευτή. Επιπλέον, το να ισχυριστείς ότι τα πονήματα του δεν βρίσκονταν και στην πρώτη γραμμή της ζήτησης θα ισοδυναμούσε με ένα πελώριο understatement...


Το χειρότερο; Δεν είχε προς ποιον να τα ψάλλει, χρονιάρα μέρα· πού να μεταφέρει την πολύτιμη γνώση του· ποιον να νουθετήσει. Μόνος του είχε μείνει, κι αυτές τις γιορτές, ο γκρεκοφιλελεύθερος. Αφού όλοι απομακρύνονταν από κοντά του φοβούμενοι, τάχατες, πληκτικούς διδακτισμούς και ανιαρούς μονολόγους με έντονο το χρώμα της πνιγηρής εγωπάθειας,της ενοχλητικής περιαυτολογίας, της απωθητικής μονομανίας, της ανυπόφορης κοινοτοπίας, ενώ, στην πραγματικότητα, δεν άντεχαν την Αλήθεια. Προς στιγμήν του ήρθε μια ιδέα, ιδέα ορθολογική πέρα για πέρα απ’ όποια σκοπιά κι αν την έβλεπε κανείς: να καλέσει τον Γιάννη τον Μαρίνο να κάνουν μαζί  Πρωτοχρονιά· τον παλαίμαχο δημοσιογράφο, ο οποίος, μετά και τον θάνατο της μητέρας του, περνούσε κι εκείνος τις γιορτές μόνος. Αμέσως, όμως, μετέβαλε γνώμη. Ποιος ανέχεται τον ξερόλα και γρινιάρη Μαρίνο, που όλο θέλει να μιλάει, έχει πάντα δίκιο, ενώ νιώθει μονίμως αδικημένος, ωστόσο και (αυτο)δικαιωμένος; Δύο παρόμοιοι χαρακτήρες, άλλωστε, δύσκολα κάνουνε χωριό γύρω απ’ το ίδιο τραπέζι, κι έτσι η συνύπαρξη θα καθίστατο δυσχερής. «Μπα, άσε, καλύτερα μόνος, παρέα με τον εαυτό μου, τον καλύτερό μου φίλο που δεν με απογοητεύει ποτέ...» σκέφτηκε, με σύνεση και ορθολογισμό.


Η δυσθυμία, ωστόσο, ίσως και η μοναξιά, τον οδήγησαν σε κατά ριπάς αναπολήσεις ματαιώσεων. Έφερε, για παράδειγμα, με ένταση στον νου του μιαν απογοήτευση που ακόμη δεν μπορούσε να ξεπεράσει. Τότε, την περίοδο ακμής των 4Τροχών, όταν ο εκδότης Κ.Κ. με τον μπερέ, στις απαρχές της διάζευξής του από το καλό γούστο και συνάντησής του με την Ελληνολαγνεία (κάποιοι ισχυρίζονται και με τη γραφικότητα), αφαίρεσε από την ενότητα με τις στήλες γνώμης κάθε σφρίγος και ενδιαφέρον, περιθωριοποιώντας τον Δήμου και πουσάροντας γραφίδες ατόφια Ελληνοκεντρικές, τουτέστιν Τριαντικές, Ζουραρικές, και ασφαλώς τις πολυαγαπημένες μας Σαραντοκαργαγικές. Με αποτέλεσμα το περιοδικό, έκτοτε, να μοσχοβολά ευωδιαστή μυτζήθρα και τίμιο Ελληνικό ιδρώτα αποτυπωμένο απάνω σε κοντομάνικα φροντιστηριακά υποκάμισα, αντί για την εσάνς κοσμοπολιτισμού, ζωντάνιας, συχνά και λυρισμού, που χάριζαν τα ελκυστικότατα κείμενα του Δήμου, τότε που μας προσέφερε ό,τι καλύτερο έχει παραγάγει έως σήμερα, αναδεικνυόμενος σε έναν ημεδαπό LJK Setright (τηρουμένων, πάντα, των αναλογιών).


Δεν θα μπορούσε, λ.χ., αρνούμενος τον διδακτισμό και την πολιτικολογία που από ένα σημείο και πέρα τον καθόρισαν, να εξελιχθεί σε έναν γραφιά των προδιαγραφών του εξαίρετου Τηλέμαχου Μαράτου ή του ανυπέρβλητου Πάρι Τακόπουλου; Ίσως και να μπορούσε, εάν βεβαίως διέθετε και λίγο παραπάνω χιούμορ, αφού οι προαναφερθέντες διακονούν, μεταξύ άλλων, το αναρχοσυντηρητικό χιούμορ – αυτή την πολύτιμη προσφορά της αγγλικής κουλτούρας στην ανθρωπότητα. Εντάξει, το χιούμορ, κατά βάσιν, το έχεις ή δεν το έχεις. Και για την έλλειψη χιούμορ δεν ευθύνεται ο μη κάτοχός του. Έστω κι αν (αυτο)προσδιορίζεται ως συνεχιστής του Ροΐδη. Στο κάτω-κάτω, ο συγκεκριμένος σχολιογράφος διέθετε τόσα άλλα προσόντα που αντιστάθμιζαν την (κάποια) χιουμοριστική έλλειψη. Πέραν αυτού, όμως, εξ επόψεως εμπορικής, ο άτεγκτος κανονάρχης καλά έκαμε και ακολούθησε τον δρόμο που ακολούθησε. Γιατί το κοινό στο οποίο και απευθύνθηκε, το σεπτό μέσο Ελληνικό κοινό, προς το εγγλέζικο χιούμορ σαν να τρέφει (μιαν απολύτως ευεξήγητη) αλλεργία. Κι ο δημοσιολόγος Νίκος Δήμου επιθύμησε (μιαν απολύτως ευεξήγητη) απεύθυνση στο πλατύ κοινό.


Σαν να μην έφταναν, πάντως, όλα τα προαναφερθέντα δυσάρεστα, μια ακόμη ενόχληση αύξαινε, μέρα που ’ταν, τη δυσθυμία του (θεωρούμενου ως) grumpy old man. Οι άνθρωποι  συνέχιζαν να εορτάζουν τον Άγιο Βασίλη! Ναι, όσο κι αν φάνταζε απίστευτο. Συνέχιζαν να πιστεύουν σε κάτι ανύπαρκτο! Ο απόστολος της Αλήθειας (της μίας και μοναδικής Αλήθειας, της Αλήθειας της σωστής), με όχημα τον ορθό λόγο και καύσιμο την κοινή λογική, επιθυμούσε να οδηγήσει τον κοσμάκη στο συναρπαστικό ταξίδι του ρασιοναλισμού. Με στόχο την αφύπνιση από τον λήθαργο της πλάνης, τη δραπέτευση από τις ψευδαισθήσεις των μύθων, την αποδέσμευση από τις αλυσίδες του ψέματος. Άλλως πως, να τον διαφωτίσει. Έτσι όπως μόνο ο Νίκος Δήμου ήξερε. Και ο λαός, με τη σειρά του, να τον χειροκροτήσει. Να του αναγνωρίσει γιατί όχι;– την πρωτοκαθεδρία. Τον ρόλο του καθοδηγητή που τολμά και ξεστομίζει αλήθειες· αλήθειες που δύσκολα ακούγονται.


Οι άνθρωποι, όμως, είχαν διαφορετική γνώμη. «Δεν θέλουμε τον μουρτζούφλη τον Νίκο Δήμου! Μακριά από αυτόν τον κουραστικό, ανυπόφορο άνθρωπο! Μακριά κι αλάργα! Τον Άγιο Βασίλη θέλουμε! Άσε μας βρε Νίκο Δήμου να χαρούμε μια στάλα! Παράτα μας μωρέ ξερόλα γκρινιάρη με τη μίζερη τετράγωνη λογική σου, να χαρείς!» φώναζαν στενοκέφαλα. Απαιτώντας από τον λογικοκρατούμενο σχολιογράφο να τους αφήσει στην ησυχία τους, χωρίς «ξινές συμβουλές» και «γεροντοκορίστικες παραινέσεις», όπως χαρακτήριζαν, σίγουρα με επιπολαιότητα, τις πολύτιμες νουθεσίες του. Και όλα αυτά παρότι μια σχετική δημοσκόπηση του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, προβαλλόμενη πρωί και βράδυ μέσω της συχνότητας του Σκάι από κάποιον αναμαλλιασμένο δόχτορα Ελληνικής κοπής, έδειχνε άλλα αποτελέσματα, με τον λαό μας, σε ποσοστό περίπου 95% (!), να καλοδέχεται ορθολογισμένες προτάσεις κι αντιλήψεις! 


Ο Νίκος Δήμου, όμως, δεν χαμπάριαζε από μαϊμουδέ δημοσκοπήσεις. Γνώριζε, όπως πάντα, την Αλήθεια. Κι έτσι, ως εκφραστής (ίσως και δημιουργός;) του ορθού λόγου και της κοινής λογικής, δεν έτρεφε αυταπάτες. «Δεν ξέρουν οι Έλληνες ποιο είναι το σωστό! Δεν ξέρουν ποιο είναι το καλό τους!» ψιθύρισε χολωμένος, σε ένα ρεσιτάλ οξείας μα δίκαιης κριτικής, ο ορθολογικοτοποθετημένος. Ξαναστοχαζόμενος τη μεγάλη δυστυχία του να είσαι Έλληνας. Κι έτσι, πρωτοχρονιάτικα, αντί να εορτάσει όπως όλοι οι κανονικοί άνθρωποι, οι μη διαφωτισμένοι, να φάει να πιει και να γελάσει, έκαθισε σύννους (και μόνος) στο γραφείο του έχοντας δίπλα του μονάχα ένα ποτήρι νερό, συναισθανόμενος την ανάγκη να επιτελέσει το καθήκον του. Σ’ αυτό το πνεύμα, ο (κατηγορούμενος ως smart-arse) σχολιογράφος, αφού έβαλε στην άκρη μερικά διάσπαρτα χαρτιά με σχεδιάσματα και ιδέες για μελλοντικά άρθρα και βιβλία (Πανωτόκια Ελευθερίας, Ωδή στον Ορθολογισμό, Ένας Αιρετικός Διηγείται, Ορθός Λόγος και Ξερό ΨωμίΟυδείς Προφήτης στον Τόπο τουΗ Οδύσσεια ενός ΟρθολογικούΟ Μοναχικός Πολυπράγμων Ξαναχτυπά), έφερε μπροστά του τον υπολογιστή με σκοπό να γράψει ένα άρθρο-κόλαφο που θα ορθοτομούσε τον λόγο της αληθείας, ένα κείμενο γροθιά στο στομάχι εναντίον της εξοργιστικής αγιοβασιλιάτικης πλάνης, προκειμένου να το αναρτήσει στο blog του nikosdimou.liberalblog.gr. Και άρχισε να πληκτρολογεί με μανία: «Ο Άγιος Βασίλης ΔΕΝ υπάρχει. Του ΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΥ»…